Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Προφήτης Αβακούμ, Πατέρες της ερήμου και Αγία Μυρόπη

Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Προφήτη Αβακούμ, τεσσάρων Αιγυπτίων ερημιτών και της μάρτυρος Μυρόπης στις 2 Δεκεμβρίου. Ο Αβακούμ καταδικάζει την ειδωλολατρία και προφητεύει την κατάκτηση της Ιούδα από τους Χαλδαίους και τη Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων2 Δεκεμβρίου16:13Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Προφήτη Αβακούμ, τεσσάρων Αιγυπτίων ερημιτών και της μάρτυρος Μυρόπης στις 2 Δεκεμβρίου.
  • Ο Αβακούμ καταδικάζει την ειδωλολατρία και προφητεύει την κατάκτηση της Ιούδα από τους Χαλδαίους και τη Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία.
  • Η προσευχή του έγινε η Τέταρτη Ωδή στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ η διδασκαλία του ότι οι δίκαιοι ζουν με την πίστη παραπέμπεται από τον Απόστολο Παύλο.
  • Η ομιλία διηγείται πώς άγγελος μετέφερε τον Αβακούμ στη Βαβυλώνα για να τροφοδοτήσει τον Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων.
  • Ο Ιωάννης, ο Ηρακλέμων, ο Ανδρέας και ο Θεόφιλος αφήνουν την Οξύρυγχο για την έρημο, όπου περνούν δεκαετίες με νηστεία, μοναξιά και προσευχή.
  • Στη Χίο, η Μυρόπη θάβει το σώμα ενός διωκόμενου Χριστιανού, ομολογεί την πράξη της για να προστατεύσει τους φρουρούς και πεθαίνει μετά από όραμα στη φυλακή.
  • Η ομιλία καταλήγει ότι οι προφήτες καλούν σε μετάνοια και προτρέπει τους ακροατές να δέχονται τους ελέγχους των πνευματικών πατέρων και των καθημερινών γεγονότων.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Σήμερα, 2 του μηνός Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Αβακούμ, των Αγίων Πατέρων και Ερημιτών Ιωάννου, Ηρακλέμονος, Ανδρέου και Θεοφύλου, του Αγίου Σολομώντος Αρχιεπισκόπου Εφέσου, της Αγίας Μάρτυρος Μυρόπης, του Αγίου Μάρτυρος Αβίβου του Νέου, του Οσίου Κυρίλου του Φιλεώτου και του Οσίου Αθανασίου του Εγκλείστου, του Σπηλαιώτου του Ρώσου.

Ο προφήτης Αβακούμ έζησε κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα. Ο χρόνος της δράσεώς του τοποθετείται μεταξύ του 650 και του 672 π.Χ. Καταγόταν από τη φυλή του Πατριάρχου Σιμεών και ο πατέρας του ονομαζόταν Σαφάτ. Επειδή οι Ιουδαίοι απέκλιναν πολλές φορές από την αληθινή θρησκεία στην ειδωλολατρία, ο Αβακούμ ταλανίζει την ειδωλολατρική τους μανία: «Ουαί ο λέγων τω ξύλω, Έκνηψον, εξεγέρθητι, και τω λίθω, Υψώθητι· και αυτό εστί φαντασία, τούτο δε εστίν έλασμα χρυσίου κι αργυρίου, και παν πνεύμα ουκ έστιν εν αυτώ· ο δε Κύριος εν ναώ Αγίω αυτού, ευλαβείσθω από προσώπου αυτού πάσα η γη».

Προχωρώντας περαιτέρω ο προφήτης προαναγγέλλει ότι ο Θεός θα εξεγείρει κατά των Ιουδαίων τους Χαλδαίους, το έθνος το πικρόν και το ταχινόν, το πορευόμενον επί τα πλάτη της γης, «και εξαλλούνται υπέρ παρδάλεις οι ίπποι αυτού και οξύτεροι υπέρ τους λύκους της Αραβίας και εξιππάσονται οι ιππείς αυτού και ορμήσουσιν μακρόθεν και πετασθήσονται ως αετός πρόθυμος εις το φαγείν. Συνάξει ως άμμον αιχμαλωσίαν». Προβλέποντας την άλωση και την αιχμαλωσία της Ιερουσαλήμ, έκλαψε πικρώς. Η προφητεία εκπληρώθηκε. Ο Ναβουχοδονόσορ υπέταξε το βασίλειο του Ιούδα, αργότερα δε κατέστρεψε την Ιερουσαλήμ και οδήγησε στην αιχμαλωσία το άριστο του Ιουδαϊκού πληθυσμού στις Βαβυλωνικές επαρχίες.

Η προσευχή του Αγίου αυτού Προφήτου, «Κύριε, εισακήκοα την ακοήν Σου και εφοβήθην», περιλαμβάνεται στο βιβλίο της Προφητείας Του. Σ' αυτήν ο Προφήτης εκφράζει τη σταθερή του πίστη προς το Θεό και επικαλείται τη βοήθειά του υπέρ του έθνους των Εβραίων. Η προσευχή του Αβακούμ για το υψηλό της φρόνημα και την ωραιότητα των εκφράσεων παρελήφθη και από την Εβραϊκή Συναγωγή, αλλά και από την Χριστιανική Εκκλησία και ψάλλεται ως Τετάρτη Ωδή. Από αυτήν εμπνεόμενοι και οι μεγάλοι υμνογράφοι της Εκκλησίας συνέταξαν κανόνες, στην Τετάρτη Ωδή των οποίων συμπεριέλαβαν χωρία της. Επί παραδείγματι, στον Ειρμό της Τετάρτης Ωδής του Πάσχα αναφέρονται: «Επί της θείας φυλακής ο θεηγόρος Αβακούμ».

Ο δε Απόστολος Παύλος, στηριζόμενος στη φράση του Αβακούμ «Ο δε δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται», έγραψε σχετικά στην προς Ρωμαίους επιστολή του, καθώς και στην προς Γαλάτας. Λέγεται ότι ο Άγιος αυτός προφήτης, υπηρετώντας κάποτε τους θεριστές, πήρε φαγητό και είπε στους δικούς του: «Εγώ θα πάω σε μακρινό τόπο και γρήγορα πάλι θα επιστρέψω. Εάν όμως καθυστερήσω, πάτε εσείς φαγητό στους θεριστές». Αφού είπε αυτά, έγινε αρπαγή του από Άγγελο Κυρίου και πήγε στη Βαβυλώνα και έδωσε τροφή στον προφήτη Δανιήλ, ο οποίος ήταν κλεισμένος στο λάκκο των λεόντων. Και πάλι από τον ίδιο Άγγελο έφτασε εν μια στιγμή στην Ιουδαία και πρόσφερε το φαγητό στους θεριστές χωρίς να πει σε κανέναν το θαυμαστό αυτό γεγονός.

Προέβλεψε δε ότι θα επιστρέψει γρήγορα ο εβραϊκός λαός που ήταν αιχμαλωτισμένος στη Βαβυλώνα. Αυτός ο προφήτης είπε ότι όταν δουν οι άνθρωποι φως στο ναό, τότε θα δουν τη δόξα του Θεού. Ίσως αυτό εκπληρώθηκε όταν ο Κύριος δίδασκε στο ναό της Ιερουσαλήμ και με το φως της διδασκαλίας Του φώτιζε τις ψυχές των σκοτισμένων Ιουδαίων. Προείπε και για τη συντέλεια του ναού, ότι αυτή θα γίνει από έθνος δυτικό, δηλαδή από τους δυτικούς Ρωμαίους. Πέθανε δύο έτη πριν επανέλθει ο εβραϊκός λαός από τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία και ενταφιάστηκε στο δικό του αγρό.

Οι Πατέρες Ιωάννης, Ηρακλέμων, Ανδρέας και Θεόφιλος κατάγονταν από την πόλη η οποία ονομαζόταν Οξύρρυγχος και η οποία βρισκόταν στην κάτω Αίγυπτο και στη δυτική όχθη του ποταμού Νείλου.

Ήταν τέκνα χριστιανών γονέων και, καθώς καταγίνονταν με την ανάγνωση των θείων γραφών, κατανύχτηκαν και, αφού απαρνήθηκαν τον κόσμο, πήγαν στη βαθύτερη έρημο, στην οποία οδηγήθηκαν από το Θεό. Εκεί βρήκαν έναν άγιο και υπέργηρο άνθρωπο, έμειναν μαζί του επί ένα έτος και, αφού εκείνος εκοιμήθη, παρέμειναν εκεί εξήντα χρόνια.

Ταλαιπωρούμενοι πάντοτε με νηστείες και σκληραγωγίες, τρώγοντας μόνο οπωρικά δυο φορές την εβδομάδα, πίνοντας μόνο νερό. Όλες τις άλλες μέρες της εβδομάδας, Χωρίζονταν μεταξύ τους και καθένας πήγαινε σε διάφορα βουνά και σπήλαια και προσευχόταν μόνος του με το Θεό. Το Σάββατο και την Κυριακή συναντώνταν, ευχαριστούσαν το Θεό και μετελάμβαναν τα Θεία Μυστήρια από Άγιον Άγγελο.

Η μάρτυς Μυρόπη γεννήθηκε στην Έφεσον. Επειδή ο πατέρας της πέθανε, ανατράφηκε από μόνη τη μητέρα της. Αφού αναγεννήθηκε με το Άγιο Βάπτισμα, έμεινε κοντά στον τάφο της Αγίας Ερμιώνης, η οποία ήταν μία από τις θυγατέρες του Αποστόλου Φιλίππου, τις Παρθένες και Προφητεύουσες, καθώς γράφουν οι Πράξεις των Αποστόλων. Μένοντας εκεί, η Αγία έπαιρνε το μύρο το οποίο παραδόξως έρεε από τον τάφο της Αγίας Ερμιώνης και το μοίραζε σε όλους τους προσερχομένους. Γι' αυτό και ονομάστηκε Μυρόπη. Όταν δε βασίλευσε ο Δέκιος το 250 μετά Χριστόν και κίνησε διωγμό κατά των Χριστιανών, τότε η μητέρα της πήρε τη Μυρόπη και πήγαν στη Χίο, από όπου και καταγόταν. Έμεναν μαζί και επιδίδονταν στην προσευχή.

Έφτασε στο νησί κάποιος βασιλικός άρχοντας, ο οποίος ονομαζόταν Ουμέριος. Συνελήφθη ως χριστιανός ο Μακάριος ο Ίσχυρος, ο οποίος ήταν στρατιωτικός, άνθρωπος ηλικιωμένος και ευλαβής. Αυτόν προσπαθούσε ο άρχοντας να τον χωρίσει από την πίστη του Χριστού· επειδή δε ο αθλητής του Χριστού δεν πειθόταν, πρώτα τον βασάνισε με διάφορα βασανιστήρια και μετά απέκοψε την τίμια του κεφαλή και το Άγιο του λείψανο έριξε σε φαράγγι για να το φάνε τα θηρία και τα όρνια. Όρισε δε και φύλακες για να μένουν κοντά στο λείψανο, για να μην το κλέψουν οι χριστιανοί. Τότε η Αγία Μυρόπη, γεμάτη θεϊκό ζήλο, πήγε νύχτα με τις υπηρέτριές της και έκλεψε το Άγιο Λείψανο και, αφού το άλειψε με μύρα,

το ενταφίασε σε κατάλληλο τόπο. Όταν ο άρχοντας έμαθε την κλοπή του λειψάνου, έδεσε τους φύλακες με σιδερένια δεσμά και τους πρόσταξε να γυρίζουν σε όλη την πόλη και να ερευνούν για το Άγιο Λείψανο, λέγοντάς τους ότι εάν δεν το έβρισκαν σε ορισμένη προθεσμία θα τους τιμωρούσε με κεφαλική ποινή. Τότε η Αγία Μυρόπη, βλέποντας κάθε μέρα τους δυστυχισμένους εκείνους στρατιώτες να κακοπαθούν ανυπόφορα, τόσο από τις σιδερένιες αλυσίδες με τις οποίες ήταν δεμένοι όσο και με την απειλή της θανατικής ποινής που τους περίμενε, πόνεσε η καρδιά της και έλεγε: «Εάν οι στρατιώτες αυτοί κακοπαθούν για τη δική μου κλοπή, είναι επόμενο ότι θα μολυνθεί η ψυχή μου με την αμαρτία αυτή».

Αλλοίμονό μου όταν θα κρίνομαι στο φοβερό βήμα του Θεού». Τους είπε λοιπόν: «Το λείψανο που χάσατε εγώ το πήρα όταν εσείς κοιμόσασταν». Την συνέλαβαν οι στρατιώτες και την πήγαν στον άρχοντα λέγοντας: «Αυτή είναι που έκλεψε τον κακοθάνατο εκείνο γέροντα». Ο άρχοντας οργίστηκε και πρόσταξε να δείρουν την Αγία με χονδρά ραβδιά. Έκαναν αυτό οι στρατιώτες και μισοπεθαμένη πήραν τη μάρτυρα και την έκλεισαν στη φυλακή. Κατά το μεσονύκτιο, καθώς προσευχόταν η Αγία, έλαμψε θεϊκό φως σε όλη τη φυλακή και εμφανίστηκε χορός Αγίων Αγγέλων, οι οποίοι έψαλαν τον τρισάγιο ύμνο. Στο μέσον τους δε στεκόταν ο Άγιος Μάρτυς ο Ίσχυρος,

ο οποίος ατενίζοντας προς τη Μυρόπη της είπε: «Ειρήνη σε σένα, έφτασε η δέησή σου στο Θεό και να έρχεσαι μαζί μας για να λάβεις το στέφανο που σου ετοιμάστηκε». Αμέσως μετά το λόγο αυτό παρέδωσε η Αγία το πνεύμα της στο Θεό και γέμισε όλη η φυλακή από ευωδία, τόσο ώστε και οι ίδιοι φύλακες εξεπλάγησαν. Αυτά διηγήθηκε ένας στρατιώτης, ο οποίος αγρυπνούσε και φύλαγε την Αγία και ο οποίος είδε με τα ίδια του τα μάτια και άκουσε με τα ίδια του τα αυτιά όλα αυτά. Γι' αυτό πίστευσε, βαπτίστηκε και αφού ομολόγησε τον Χριστό, έλαβε και αυτός το στέφανο του μαρτυρίου. Το Τίμιο Λείψανο της Αγίας Μάρτυρος Μυρόπης το πήραν οι Χριστιανοί

και με άδεια του Άρχοντα το ενταφίασαν σε επίσημο τόπο.

Ας επανέλθουμε στον Προφήτη Αβακούμ. Οι Άγιοι Προφήτες ήταν τα στόματα του Θεού, αυτοί που μπορούσαν και έλεγαν «Τάδε λέγει Κύριος» και δεν έλεγαν τόσο τα μέλλοντα να συμβούν όσο το θέλημα, τα δικαιώματα του Κυρίου Παντοκράτορος. Απευθύνονταν προς πρόσωπα μεμονωμένα και λαούς ολόκληρους, που είχαν παρεκκλίνει της οδού του Κυρίου και τους καλούσαν σε μετάνοια. Προφήτες υπάρχουν και στους χρόνους της Καινής Διαθήκης, τους οποίους και κατατάσσει ο Απόστολος Παύλος μετά τους Αποστόλους. «Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία, πρώτον Αποστόλους, δεύτερον Προφήτας» κτλ. Προφήτες υπάρχουν και σήμερα, όμως είναι σπάνιοι και δυσεύρετοι.

Πρόκειται για τους αγιασμένους και χαρισματούχους εκείνους γέροντες, οι οποίοι προπαντός με το χάρισμα της διοράσεως μπορούν και μας αποκαλύπτουν εκείνα τα οποία εμείς δυσκολευόμαστε ή μάλλον δεν θέλουμε να δούμε: τα πάθη της ψυχής μας, και έτσι μας βοηθούν στο να μετανοήσουμε και να σωθούμε. Ακόμη έργο προφήτου μπορούν να εργαστούν σε μας οι πνευματικοί μας πατέρες όταν τους δίνουμε τη δυνατότητα να μας γνωρίσουν καλά και προπαντός όταν τους πλησιάζουμε με πολλή πίστη.

Πολλοί μπορούν να μας βοηθήσουν στο να δούμε τα πάθη, τις αδυναμίες και τα ελαττώματά μας και με αυτή την έννοια να δράσουν προφητικά, όλοι εκείνοι οι άνθρωποι του στενού και του ευρύτερου περιβάλλοντός μας, αλλά και τα διάφορα γεγονότα της καθημερινής ζωής, τα οποία έρχονται συνήθως απρόσκλητα να μας πουν αλήθειες τόσο χρήσιμες για τη μετάνοιά μας. Ας δεχόμαστε με υπομονή και ευγνωμοσύνη τους ελέγχους τους, προσπαθώντας να δούμε πίσω από αυτούς το χέρι και το θέλημα του Θεού, ο οποίος και με αυτόν τον τρόπο επιζητεί τη μετάνοια και κατεργάζεται τη σωτηρία μας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Today, December 2, our Church commemorates the Holy Prophet Habakkuk; the holy fathers and hermits John, Heraclemon, Andrew, and Theophilus; Saint Solomon, Archbishop of Ephesus; the holy martyr Myrope; the holy martyr Abibus the New; Saint Cyril of Philea; and Saint Athanasius the Recluse, the Russian cave dweller.

The Prophet Habakkuk lived in the seventh century BC. His ministry is dated to between 650 and 672 BC. He came from the tribe of the patriarch Simeon, and his father was named Shaphat. Because the Jews so often turned from the true faith to idolatry, Habakkuk condemned their obsession with idols: “Woe to the one who says to wood, ‘Wake up!’ and to a stone, ‘Rise!’ It is only an image, covered with gold and silver, and there is no breath in it. But the Lord is in His holy temple; let all the earth stand in awe before Him.”

The prophet goes on to foretell that God will raise up the Chaldeans against the Jews, a bitter and swift nation that marches across the breadth of the earth: “Their horses leap more fiercely than leopards and are swifter than the wolves of Arabia. Their horsemen ride out and charge from afar; they fly like an eagle eager to devour. They gather captives like sand.” Foreseeing the fall of Jerusalem and the captivity of its people, he wept bitterly. The prophecy came to pass. Nebuchadnezzar subdued the kingdom of Judah. Later he destroyed Jerusalem and took the leading members of its Jewish population captive to the provinces of Babylon.

This holy prophet’s prayer, “O Lord, I have heard of You and was afraid,” is included in his book of prophecy. In it, he expresses his steadfast faith in God and asks for His help for the Hebrew people. Because of its lofty spirit and beautiful language, Habakkuk’s prayer was taken up by both the Jewish synagogue and the Christian Church, where it is sung as the Fourth Ode. Inspired by it, the Church’s great hymnographers composed canons that include passages from the prayer in their Fourth Ode. For example, the opening hymn of the Fourth Ode of the Paschal canon speaks of “the God-inspired Habakkuk standing at the divine watchpost.”

The Apostle Paul drew on Habakkuk’s words, “The righteous shall live by faith,” when writing to the Romans and to the Galatians. It is said that this holy prophet was once bringing food to the harvesters. He took the food and told his family, “I am going to a distant place, but I will soon return. If I am delayed, take the food to the harvesters yourselves.” After saying this, an angel of the Lord carried him to Babylon, where he gave the food to the Prophet Daniel, who was shut in the lions’ den. The same angel then brought Habakkuk back to Judea in an instant. He delivered the food to the harvesters without telling anyone about this wondrous event.

Habakkuk also foretold that the Hebrew people held captive in Babylon would soon return. He said that when people saw light in the temple, they would see the glory of God. Perhaps this was fulfilled when the Lord taught in the temple in Jerusalem and, through the light of His teaching, illuminated the souls of the Jews who were in darkness. Habakkuk also foretold the temple’s destruction by a nation from the West, meaning the Romans. He died two years before the Hebrew people returned from the Babylonian captivity and was buried in his own field.

The fathers John, Heraclemon, Andrew, and Theophilus came from Oxyrhynchus, a city in Lower Egypt on the west bank of the Nile.

They were the children of Christian parents. As they devoted themselves to reading the divine Scriptures, they were moved to compunction. They renounced the world and went into the deep desert, guided there by God. They found a holy man of very great age and lived with him for a year. After he fell asleep in the Lord, they remained there for sixty years.

They lived in constant hardship, fasting and denying themselves, eating only fruit twice a week and drinking only water. On the other days, they separated and each went to different mountains and caves to pray alone with God. On Saturdays and Sundays, they met, gave thanks to God, and received the Holy Mysteries from a holy angel.

The martyr Myrope was born in Ephesus. Her father died, so her mother raised her alone. After being reborn through Holy Baptism, she stayed near the tomb of Saint Hermione, one of the Apostle Philip’s daughters, who were virgins and prophetesses, as the Acts of the Apostles tells us. There, Myrope collected the myrrh that flowed miraculously from Saint Hermione’s tomb and gave it to everyone who came. That is how she came to be called Myrope. When Decius became emperor in AD 250 and began persecuting Christians, her mother took her to Chios, where her mother came from. They lived together there and devoted themselves to prayer.

An imperial official named Oumerios came to the island. A Christian named Macarius the Strong was arrested. He was a soldier, elderly and devout. The official tried to make him abandon his faith in Christ. When this champion of Christ refused, the official subjected him to various tortures, then had his head cut off. He threw the saint’s body into a ravine for the beasts and birds to eat, and posted guards nearby so that the Christians could not take it. Then Saint Myrope, filled with divine zeal, went there at night with her servants. She took the saint’s body and anointed it with myrrh,

then buried it in a fitting place. When the official learned that the body had been taken, he put the guards in iron chains and ordered them to search the whole city for it. He told them that if they failed to find it by a set deadline, he would have them executed. Each day Saint Myrope saw those poor soldiers suffering terribly under their chains and the threat of death. Her heart ached, and she said to herself, “If these soldiers suffer because I took the body, my soul will be stained by this sin.”

“Woe to me when I stand before the fearful judgment seat of God!” So she told the guards, “I took the body you lost while you were asleep.” The soldiers arrested her and brought her to the official, saying, “She is the one who stole the body of that old man who died so wretchedly.” The official was furious and ordered Saint Myrope to be beaten with heavy rods. The soldiers did so, then took the martyr, half dead, and locked her in prison. At midnight, as she prayed, divine light filled the prison. A choir of holy angels appeared, singing the thrice holy hymn. Standing among them was the holy martyr Macarius the Strong,

who looked at Myrope and said, “Peace be with you. Your prayer has reached God. Come with us and receive the crown prepared for you.” At once, Saint Myrope gave up her spirit to God, and a sweet fragrance filled the whole prison, astonishing even the guards. These events were recounted by a soldier who had stayed awake to guard her and had seen and heard everything for himself. He came to believe, was baptized, and confessed Christ. He, too, received the crown of martyrdom. The Christians took the precious body of the holy martyr Myrope

and, with the official’s permission, buried it in a place of honor.

Let us return to the Prophet Habakkuk. The holy prophets were God’s spokesmen. They could say, “Thus says the Lord.” They spoke less about events to come than about the will and righteous commands of the Lord Almighty. They addressed individuals and whole peoples who had strayed from the Lord’s way, calling them to metanoia, to repentance. There are prophets in New Testament times as well, and the Apostle Paul places them after the apostles: “God has appointed in the Church first apostles, second prophets,” and so on. Prophets exist today, too, but they are rare and hard to find.

They are those holy, grace filled elders, spiritual fathers who, especially through the gift of discernment, can reveal what we find hard to see—or, rather, what we do not want to see: the passions, the disordered desires of our souls. In this way, they help us repent and be saved. Our own spiritual fathers can also do a prophet’s work in our lives when we give them the chance to know us well, and above all when we approach them with deep faith.

Many people can help us see our passions, our weaknesses, and our faults. In this sense, people close to us and those in our wider circle can speak prophetically to us. So can the events of everyday life, which often arrive uninvited and tell us truths we need for metanoia, for repentance. Let us receive such correction with patient endurance and gratitude, trying to see behind it the hand and will of God, who seeks our repentance and works for our salvation in this way too.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\02 12.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα