Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Πατριάρχης Ταράσιος, οι Άγιες Εικόνες και πιστή ηγεσία

Μεγαλωμένος σε ευσεβή οικογένεια, ο Ταράσιος μελέτησε τις Γραφές και προόδευσε στην αρετή ενώ υπηρετούσε στην αυτοκρατορική αυλή. Μετά την παραίτηση του Πατριάρχη Παύλου IV, ο Ταράσιος δέχθηκε το πατριαρχείο με την προϋπόθεση ότι θα συγκληθεί σύνοδος που θα αντιμετωπίσει την εικονομαχία και θα υπερασπιστεί την προηγούμενη εκκλησιαστική διδασκαλία.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων25 Φεβρουαρίου15:08Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Μεγαλωμένος σε ευσεβή οικογένεια, ο Ταράσιος μελέτησε τις Γραφές και προόδευσε στην αρετή ενώ υπηρετούσε στην αυτοκρατορική αυλή.
  • Μετά την παραίτηση του Πατριάρχη Παύλου IV, ο Ταράσιος δέχθηκε το πατριαρχείο με την προϋπόθεση ότι θα συγκληθεί σύνοδος που θα αντιμετωπίσει την εικονομαχία και θα υπερασπιστεί την προηγούμενη εκκλησιαστική διδασκαλία.
  • Ασκήτευε με νηστεία, προσευχή, ταπεινοφροσύνη και ελεημοσύνη, τρέφοντας τους φτωχούς και φροντίζοντας όσους είχαν ανάγκη.
  • Ο Ταράσιος προήδρευσε στην Ζ' Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, η οποία επιβεβαίωσε την τιμή των αγίων εικόνων, και αντιτάχθηκε στη συμωνία στις χειροτονίες κληρικών.
  • Αρνήθηκε να εγκρίνει τον χωρισμό του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Στ' από τη νόμιμη σύζυγό του και τον γάμο του με τη Θεοδότη, και υπέμεινε φυλάκιση αφού αντιμετώπισε τον αυτοκράτορα.
  • Μετά την καθαίρεση του Κωνσταντίνου, ο Ταράσιος συνέχισε να καθοδηγεί την Εκκλησία μέχρι την τελευταία του ασθένεια και τον θάνατό του· η ομιλία διηγείται θεραπείες που συνδέονται με τον τάφο του.
  • Η ομιλία κλείνει παρουσιάζοντας την πτώση του Κωνσταντίνου ως προειδοποίηση ενάντια στην αντίθεση προς το θέλημα του Θεού και στην επιμονή χωρίς μετάνοια.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι

Ταράσιος γεννήθηκε από γονείς ευγενείς, οι οποίοι είχαν τον τίτλο του Πατρικίου. Ιδιαίτερα η μητέρα του ήταν πολύ θεοσεβής και τον ανέθρεψε εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Έτσι έγινε σεμνός και ενάρετος, άξιος ευλαβίας και κάθε τιμής. Ανήλθε στο αξίωμα του υπάτου και εκλέγηκε πρώτος μυστικοσύμβουλος του Αυτοκράτορα. Μελετούσε νύχτα και μέρα το Λόγο του Θεού και πότιζε την ψυχή του με τα νάματα της Θείας Διδασκαλίας. Από δε τα εξωεκκλησιαστικά διάλεγε και έπαιρνε με πολλή προσοχή ό,τι του ήταν χρήσιμο. Έτσι πρόκοψε πνευματικά, αφιέρωσε τον εαυτό του στο Θεό και έφτασε στην πνευματική τελείωση. Αυτά και προτού να χειροτονηθεί

βρισκόταν στην τάξη των λαϊκών. Το 784, ο τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Παύλος IV ο Κύπριος, υπό το βάρος σοβαρής ασθένειας, αλλά και της εικονομαχίας που επικρατούσε τότε στην περιοχή του Πατριαρχείου, παραιτήθηκε. Πρότεινε δε στη Βασίλισσα Ειρήνη και το γιο της Κωνσταντίνο τον Έκτο ως διάδοχό του τον Ταράσιο, ως ευλαβέστατο και ικανότατο να στερεώσει την Ορθοδοξία. Οι βασιλείς κάλεσαν τον Ταράσιο και με πολλούς τρόπους τον παρακινούσαν να ανέλθει στον Πατριαρχικό θρόνο για να στερεωθεί η Ορθοδοξία και να εξαλειφθεί η εικονομαχία. Ο Ταράσιος δέχθηκε με δύο προϋποθέσεις. Πρώτη, να συγκληθεί οικουμενική σύνοδος για τη διευθέτηση του ζητήματος και δεύτερον, ο κλήρος και ο λαός να...

ακολουθήσει την παράδοση των Θεοφόρων Πατέρων των έξι Οικουμενικών Συνόδων που είχαν προηγηθεί. Αφού έλαβε τις σχετικές διαβεβαιώσεις, χειροτονήθηκε με τη σειρά αναγνώστης, υποδιάκονος, διάκονος, πρεσβύτερος και επίσκοπος και έτσι ανέβηκε στο ύψος του Πατριαρχικού θρόνου. Από τότε πρόσθετε αρετές πάνω στις αρετές και πολλαπλασίασε το ιερότατο εκείνο τάλαντο, το χάρισμα που έλαβε. Όσον αφορά την εγκράτεια, έτρωγε τόσο μόνο όσο να κρατιέται στη ζωή και ποτέ κάτι προς ηδονήν. Αγρυπνούσε για να μελετά, έδιωχνε δε τον ύπνο ως δούλο όταν δεν τον χρειαζόταν και τον καλούσε όταν του χρειαζόταν και τον είχε ανάγκη.

Υπηρέτης δεν τον είδε να κοιμάται σε κρεβάτι ή πάνω σε μαλακά στρώματα. Μόνος υπηρετούσε τις ανάγκες του σώματός του, θέλοντας και σε αυτό να μιμηθεί τον Κύριο που είπε «Ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι». Δεν έχανε ευκαιρία για να προσεύχεται γονατιστός και με υψωμένα τα χέρια, περιμένοντας την άνωθεν βοήθεια. Πολύ αγαπούσε την ταπείνωση, προέτρεπε δε και άλλους σε αυτήν. Με την παρθενία και τη σωφροσύνη που προξενούν τον αγιασμό έδιωχνε τους αισχρούς λογισμούς, αφάνισε τα σαρκικά πάθη και απόκτησε την απάθεια. Κατά την ευσπλαχνία και την ελεημοσύνη υπερέβαινε όλους τους ελεήμονες και ως άλλος Ιωσήφ έδινε στους πτωχούς όλα τα χρειαζούμενα.

Έτρεφε δε καθημερινά τους πεινασμένους και τους ξένους. Σε καιρό χειμώνα αγόραζε ρούχα και σκεπάσματα και τα μοίραζε σε εκείνους που τα στερούνταν και έτσι τους προφύλαγε από την παγωνιά. Κατά την ημέρα της Αναστάσεως, μετά τη Θεία Λειτουργία, πήγαινε στο λεγόμενο Παλαιό Βασιλικό Ανάκτορο και παρέθετε πλούσια τράπεζα στους πτωχούς, τους οποίους υπηρετούσε με τα ίδια του τα χέρια. Αν και βρισκόταν μέσα σε τόσες ταραχές, την πνευματική ησυχία όχι μόνο αγάπησε αλλά και στους άλλους συνιστούσε και έκανε με δικά του έξοδα ασκητήριο, το οποίο έβγαλε άνδρες στολισμένους με κάθε είδος αρετής, πολλοί από τους οποίους έγιναν επίσκοποι, στύλοι της Ορθοδοξίας και πολέμιοι της αιρέσεως της εικονομαχίας.

Ιδιαίτερα φρόντισε για τη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου για την αναστήλωση των Αγίων Εικόνων. Με δική του φροντίδα δόθηκε βασιλική προσταγή, με την οποία συγκροτήθηκε στη Νίκαια της Μικράς Ασίας και υπό τη δική του προεδρία η Αγία Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδος των 367 Αγίων Πατέρων,

οι οποίοι συναθροίστηκαν από όλη την οικουμένη και οι οποίοι κατά τις αποστολικές και πατερικές παραδόσεις αποφάσισαν ομόφωνα την προσκύνηση των Αγίων Εικόνων και στόλισαν πάλι με αυτές τις εκκλησίες. Επίσης αγωνίστηκε κατά της σιμωνίας. Νομοθέτησε να μη γίνονται οι χειροτονίες όλων των κληρικών με καταβολή χρημάτων

παρόμοιου μέσου. Δωρεάν στους αξίους. Ακόμη φύλαγε επακριβώς, αμερόληπτα και απροσωπόληπτα τους ιερούς κανόνες. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Έκτος ο Πορφυρογένητος ήθελε να χωρίσει τη νόμιμη σύζυγό του και να πάρει άλλη. Συκοφάντησε λοιπόν τη σύζυγο και βασίλισσα ότι επιχείρησε να τον δηλητηριάσει και προσπάθησε να κάνει όλους να το πιστέψουν. Η διαβολή παρουσιάστηκε με απεσταλμένο και στον Πατριάρχη, από τον οποίο ζητήθηκε η άδεια να λάβει δεύτερη σύζυγο. Εκείνος όμως απερίφραστα δήλωσε: «Καλύτερα προκρίνω φοβερά βάσανα και θάνατο, παρά να συγκατανεύσω σ' αυτή την παρανομία. Με κανένα τρόπο δεν θα καταπειστώ σε τέτοια απίθανη κατηγορία».

Κλήθηκε στα ανάκτορα, όπου ο ίδιος ο Αυτοκράτορας εξέθεσε την κατά της βασίλισσας διαβολή του και δοκίμασε να τον καταπείσει. Εκείνος προσπάθησε πατρικά να τον νουθετήσει, να αφήσει την πρόφαση. Τέλος δε, του απαγόρευσε να εισέρχεται στο Άγιο Βήμα και να μεταλαμβάνει τα άχραντα μυστήρια. Ο βασιλέας θύμωσε και έβγαλε έξω τον Πατριάρχη. Μετά έδιωξε από το παλάτι τη νόμιμη σύζυγό του, που την ανάγκασε να γίνει μοναχή, έλαβε δε ως σύζυγο τη θαλαμηπόλο της μητέρας του, Θεοδότη. Ο Πατριάρχης όχι μόνο δεν εισακούστηκε αλλά και τέθηκε υπό περιορισμό. Ο Άγιος όλα τα δεχόταν με μεγάλη μακροθυμία και καρτεροψυχία, ως συμφέροντα στην ψυχή του, οπλισμένος με τον αδαμάντινο λογισμό του Ιώβ.

Δεν βγήκε από το στόμα του λόγος μικρόψυχος, αλλά σε όλα που συνέβαιναν παρέμενε αμέτοχος από κάθε κακία. Μετά την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, ο Πατριάρχης Ταράσιος έμεινε ελεύθερος, ο δε μετέπειτα αυτοκράτορας Νικηφόρος τον σεβόταν πολύ.

Ο Άγιος ελευθερώθηκε από τους πειρασμούς, αγωνιζόταν και πάλι στο πεδίο των αρετών, μη πάβοντας κάθε μέρα να ποιμένει θεάρεστα το ποίμνιό του, στερεώνοντάς το στην Ορθοδοξία και διδάσκοντας να φυλάττει τις εντολές του Θεού και να απέχει από κάθε κακία. Αφού λοιπόν κυβέρνησε ο Άγιος με τέτοιο ζήλο την Εκκλησία επί 22 χρόνους,

ως άνθρωπος από σοβαρή αρρώστια, φλεγόμενος όμως από το θερμό έρωτα του Θεού, δεν φρόντιζε καθόλου για το σώμα, αλλά ακουμπώντας το στήθος σε ένα τετράποδο το οποίο είχε τοποθετημένο εμπρός από την Αγία Τράπεζα, τελούσε με θέρμη τη Θεία Λειτουργία. Όταν η ασθένειά του χειροτέρευσε, έπεσε στο κρεβάτι. Τότε ήλθε σε έκσταση και έδειχνε ότι είχε πόλεμο με τους αόρατους εχθρούς μας, εναντιωνόταν δε με σφοδρότητα σε όσα πρόβαλαν εκείνοι, ψευδώς κατηγορώντας τον, λέγοντας προς αυτούς ότι δεν έχουν καμιά αιτία εύλογη να τον κατηγορούν, διότι η συνείδησή του δεν τον κατηγορούσε για κανένα έγκλημα από εκείνα που του έλεγαν. Ήταν δε να θαυμάζει κανείς πως φύλαξε ο Άγιος καθαρή κατά πάντα τη συνείδησή του, ώστε να μην μπορούν οι φθονεροί εκείνοι να τον αποδείξουν πταίστη ούτε

στο παραμικρό. Κατά την ώρα του εσπερινού, η μακάρια του ψυχή ανήλθε φωτεινή στους ουρανούς. Όταν ακούστηκε ο θάνατος του Αγίου, όλη η πόλη έκλαιε απαρηγόρητα και οδυρόταν για τη στέρηση του οδηγού, του προστάτου, του ευεργέτου. Ο τάφος του έγινε πηγή θαυμάτων. Μερικές γυναίκες που έπασχαν από μακροχρόνια αιμορραγία και είχαν ξοδέψει περιουσίες σε γιατρούς, χωρίς να βρουν καμιά θεραπεία, πρόστρεξαν με πίστη στον τάφο του Αγίου, χρίστηκαν με το λάδι της κανδήλας που έκαιγε πάνω από τον τάφο και έλαβαν αμέσως τη θεραπεία τους. Άλλος, που τυφλώθηκε κατά τον ένα οφθαλμό, πρόσπεσε στον τάφο του Αγίου και χρίοντας τον οφθαλμό του με το λάδι της κανδήλας εκείνης, σε λίγο καιρό

μπορούσε να βλέπει καθαρά. Άλλου το χέρι έτρεμε συνέχεια και από πολύ καιρό, με επίκληση του Αγίου και τη χρίση με το θαυματουργό λάδι της κανδήλας, έπαυσε ο τρόμος και επήλθε η ίαση. Άλλος που είχε ανυπόφορους πόνους στα αυτιά, αλείφοντάς τα με το πανωφελές εκείνο λάδι της κανδήλας και επικαλούμενος τη βοήθεια του Αγίου, λυτρώθηκε από τους πόνους. Αλλά και πολλούς δαιμονισμένους θεράπευσε ο Θείος Ταράσιος, διώχνοντας τα ακάθαρτα πνεύματα και λυτρώνοντας από την επίρροιά τους προς δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού. Σας

Εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος. Δεν μπορούμε να παίζουμε με το Θεό ή να ερχόμαστε με αναίδεια σε σύγκρουση με το θέλημά Του, είτε με τους ανθρώπους του Θεού ή με την Εκκλησία Του. Θεός ου μυκτηρίζεται. Είδαμε στο σημερινό Συναξάρι τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο VI εξαιτίας των παθών του να συκοφαντεί, να έρχεται σε σύγκρουση με τον Άγιο Ταράσιο, να κινείται εναντίον του, να διαλύει το νόμιμο και ευλογημένο γάμο του και να συνάπτει ένα παράνομο. Ποια η κατάληξή του;

Η ιστορία μας διασώζει ότι το 797, δηλαδή ένα χρόνο μετά την αποπομπή της νόμιμης συζύγου του, τυφλώθηκε από τους στρατιωτικούς που επαναστάτησαν και εκθρονίστηκε.

Η Θεοδότη εξαφανίστηκε και είναι άγνωστο τι απέγινε. Το δε παιδί που γεννήθηκε πέθανε με άγνωστο τρόπο και έτσι εξέλιπε η δυναστία των Ισαύρων. Το πρώτο θέλημα του Θεού, η ευδοκία, είναι το καλύτερο. Όταν ο άνθρωπος παρακούσει στο πρώτο αυτό θέλημα, ακολουθούν οι φυσικές συνέπειες της παρακοής, τις οποίες ο Θεός προσπαθεί να διορθώσει με το κατ' οικονομία και κατά παραχώρηση θέλημά Του. Εδώ η επιστροφή είναι δυνατή, αλλά επώδυνη. Εάν ο άνθρωπος δεν ανταποκριθεί θετικά και σε αυτή την περίπτωση και παγιωθεί η κατάσταση της αμετανοησίας, ακολουθεί η εγκατάλειψη του Θεού που είναι πορεία προς την καταστροφή.

Την οποία ο Θεός να μας φυλάξει ή μάλλον εμείς με τη χάρη του Θεού να φυλάξουμε τον εαυτό μας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι

Tarasios was born to noble parents who held the rank of patrician. His mother in particular was deeply devout, and raised him in the discipline and instruction of the Lord. So he became modest and virtuous, worthy of reverence and every honor. He rose to the office of consul and was appointed the emperor’s chief confidential adviser. Day and night he studied the Word of God and nourished his soul with the living waters of divine teaching. From learning outside the Church, he carefully chose whatever was useful. In this way he grew spiritually, dedicated himself to God, and attained spiritual maturity. All this happened before he was ordained,

while he was still a layman. In 784, Paul IV of Cyprus, then Patriarch of Constantinople, resigned. He was burdened by serious illness and by the Iconoclasm then prevailing in his patriarchate. He proposed Tarasios to Empress Irene and her son, Constantine VI, as his successor: a deeply devout man well able to strengthen Orthodoxy. The rulers summoned Tarasios and urged him in many ways to ascend the patriarchal throne, so that Orthodoxy might be strengthened and Iconoclasm brought to an end. Tarasios agreed on two conditions: first, that an Ecumenical Council be convened to settle the matter; and second, that the clergy and the people

follow the tradition of the God-bearing Fathers of the six preceding Ecumenical Councils. Once he received these assurances, he was ordained in turn as reader, subdeacon, deacon, priest, and bishop, and thus ascended the patriarchal throne. From then on he added virtue to virtue and multiplied the sacred talent, the gift he had received. As for self-restraint, he ate only enough to stay alive, never for pleasure. He stayed awake to study. He treated sleep like a servant, sending it away when he had no need of it and calling it back when he did.

No servant ever saw him sleep in a bed or on soft bedding. He attended to his bodily needs himself, wishing in this too to imitate the Lord, who said, “The Son of Man came not to be served but to serve.” He missed no opportunity to pray on his knees with his hands raised, awaiting help from above. He loved humility deeply and urged others to cultivate it. Through virginity and chastity, which bring sanctification, he drove away shameful logismoi, intrusive thoughts. He overcame the passions of the flesh and attained apatheia, freedom from the passions. In compassion and generosity he surpassed all other benefactors, and, like another Joseph, gave the poor everything they needed.

Every day he fed the hungry and welcomed strangers. In winter he bought clothes and blankets and distributed them to those who had none, protecting them from the cold. On the day of the Resurrection, after the Divine Liturgy, he went to what was called the Old Imperial Palace and laid out a generous meal for the poor, serving them with his own hands. Amid so much turmoil, he loved spiritual hesychia, inner stillness, and recommended it to others. At his own expense he established an ascetic house that formed men adorned with every virtue. Many of them became bishops, pillars of Orthodoxy and opponents of the heresy of Iconoclasm.

He took special care to convene an Ecumenical Council for the restoration of the Holy Icons. Through his efforts, an imperial order was issued convening the holy Seventh Ecumenical Council of 367 Holy Fathers at Nicaea in Asia Minor, under his presidency.

They gathered from throughout the world and, in keeping with apostolic and patristic tradition, unanimously affirmed the veneration of the Holy Icons. The churches were adorned with icons once again. He also fought against simony. He decreed that clergy must never be ordained in exchange for money

or anything of the kind. Ordination was to be given freely to those who were worthy. He also observed the sacred Canons precisely and without favoritism. Emperor Constantine VI, called Porphyrogennetos, wanted to divorce his lawful wife and take another. So he slandered his wife, the empress, claiming that she had tried to poison him, and sought to make everyone believe it. An envoy brought this accusation to the Patriarch as well and asked his permission for the emperor to take a second wife. But Tarasios declared plainly, “I would sooner choose terrible suffering and death than consent to this unlawful act. Nothing will persuade me to believe such an implausible accusation.”

He was summoned to the palace, where the emperor himself repeated the accusation against the empress and tried to persuade him. Tarasios tried, as a father would, to counsel him to abandon that pretext. Finally, he forbade the emperor to enter the sanctuary or receive the pure Mysteries. The emperor grew angry and had the Patriarch put out. He then expelled his lawful wife from the palace and forced her to become a nun. He took as his wife Theodote, his mother’s lady-in-waiting. The Patriarch’s counsel went unheeded, and he was placed under confinement. Saint Tarasios accepted it all with great patient endurance and strength of heart, seeing it as beneficial to his soul and armed with the steadfast resolve of Job.

Not a word of fainthearted complaint passed his lips. Through everything that happened, he remained free of malice. After Constantine was deposed, Patriarch Tarasios was released, and the later emperor Nikephoros held him in great respect.

Freed from these temptations, the Saint resumed his struggle in virtue. Each day he continued to shepherd his flock in a manner pleasing to God, strengthening them in Orthodoxy and teaching them to keep God’s commandments and refrain from every evil. After the Saint had guided the Church with such zeal for twenty-two years,

he became seriously ill. Yet he burned with love for God and gave little thought to his body. Leaning his chest against a four-legged stand placed before the Holy Altar, he celebrated the Divine Liturgy with fervor. When his illness worsened, he took to his bed. Then he fell into an ecstasy and appeared to be struggling against our invisible enemies. He fiercely rejected their false accusations, telling them they had no sound reason to accuse him, for his conscience did not convict him of any of the offenses they alleged. It was a wonder how the Saint had kept his conscience so entirely clear that those envious accusers could prove him guilty

of even the slightest fault. At the hour of Vespers, his blessed soul ascended in light to the heavens. When news of the Saint’s death spread, the whole city wept inconsolably, mourning the loss of its guide, protector, and benefactor. His tomb became a source of miracles. Several women who had suffered from prolonged bleeding and spent their fortunes on doctors without finding a cure came to his tomb in faith. They anointed themselves with oil from the lamp burning above it and were healed at once. Another person, who had lost sight in one eye, bowed before the Saint’s tomb and anointed that eye with oil from the same lamp. Before long,

he could see clearly. Another person’s hand had trembled constantly for a long time. He called upon the Saint and anointed it with the miraculous lamp oil; the trembling stopped, and he was healed. Another, suffering unbearable ear pain, rubbed that healing oil on his ears and called upon the Saint for help. He too was freed from his pain. Saint Tarasios also healed many people afflicted by demons, driving out unclean spirits and freeing them from their influence, to the glory of the Holy Triune God.

“It is a fearful thing to fall into the hands of the living God.” We cannot toy with God or brazenly defy His will, His people, or His Church. “God is not mocked.” In today’s Synaxarion, we saw how Emperor Constantine VI, driven by his passions, slandered his wife, came into conflict with Saint Tarasios, acted against him, dissolved his lawful and blessed marriage, and entered an unlawful one. What became of him?

History tells us that in 797, just one year after he cast out his lawful wife, he was blinded by soldiers who rose against him and was deposed.

Theodote disappeared, and what became of her is unknown. The child born of their union died under unknown circumstances, and so the Isaurian dynasty came to an end. God’s first will, His good pleasure, is best. When a person disobeys that will, the natural consequences of disobedience follow. God then seeks to set things right through His will expressed by economy and by permission. A return is still possible at that point, though painful. But if the person fails to respond even then and becomes fixed in a state without metanoia, without repentance, abandonment by God follows: a path toward destruction.

May God preserve us from that. Or rather, may we, by the grace of God, guard ourselves from it.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\25 02 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα