Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ο Πατριάρχης Αλέξανδρος και η ορθόδοξη μαρτυρία για την αλήθεια

Η Εκκλησία εορτάζει, στις 30 Αυγούστου, τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρο, Ιωάννη και Παύλο, μαζί με άλλους αγίους. Ο Αλέξανδρος εκπροσώπησε τον Πατριάρχη Μητροφάνη στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας και αργότερα περιόδευσε για να κηρύξει το σύμβολό της και την καταδίκη του Αρείου.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων30 Αυγούστου15:46Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία εορτάζει, στις 30 Αυγούστου, τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρο, Ιωάννη και Παύλο, μαζί με άλλους αγίους.
  • Ο Αλέξανδρος εκπροσώπησε τον Πατριάρχη Μητροφάνη στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας και αργότερα περιόδευσε για να κηρύξει το σύμβολό της και την καταδίκη του Αρείου.
  • Ως πατριάρχης, ο Αλέξανδρος αντιστάθηκε στις προσπάθειες να γίνει δεκτός ο Άριος στην Κοινωνία, παρά την πίεση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου.
  • Η ομιλία διηγείται την προσευχή του Αλεξάνδρου και τον θάνατο του Αρείου πριν από την προγραμματισμένη Θεία Κοινωνία, ως θεία προστασία της Εκκλησίας.
  • Ο Ιωάννης Ξιφιλίνος μνημονεύεται για το κήρυγμα, τη διδασκαλία του κλήρου, την αποκατάσταση εκκλησιών και τη σίτιση των φτωχών.
  • Ο ομιλητής συζητά διαφορετικές ταυτίσεις του εορταζόμενου Πατριάρχη Παύλου, αναφέροντας τον Παύλο Γ' και τον Παύλο Δ'.
  • Η ομιλία κλείνει με προτροπή για αλήθεια στην πίστη, στον λόγο και στη ζωή, επειδή ο Χριστός είναι η αλήθεια.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι

Σήμερα, 30 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξάνδρου, Ιωάννου και Παύλου του Νέου, του Οσίου και Θαυματουργού Φαντίνου, των Αγίων Έξι Μαρτύρων των εν Μελιτινή, του Οσίου Σαρματά, της Οσίας Βριένης, των Αγίων Δεκαέξι Μαρτύρων των Θηβαίων, του Αγίου Ιεράρχου Ευλαλείου και των Αγίων Μαρτύρων Φίλικος, Φορτουνιανού, Σεπτημίνου και Ιανουαρίου.

Αναφέρει ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης, ο σήμερα εορταζόμενος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρος ήταν αποστολικοίς χαρίσμασι λαμπρυνόμενος. Ακόμη ως Πρεσβύτερος είχε μεγάλη φήμη για την ευσέβεια, την αρετή και την εν γένει αγαθότητά του. Κατά δε την πρώτη στη Νίκαια Οικουμενική Σύνοδο, μη μπορώντας να παραστεί ο τότε Πατριάρχης Μητροφάνης, διάλεξε ως αντιπρόσωπό του τον Αλέξανδρο αυτό. Και αφού η πρώτη εκείνη Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Άριο, ο Πρεσβύτερος Αλέξανδρος, αν και γέροντας τότε 70 ετών, δέχθηκε να περιοδεύσει στη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την καθ' αυτό Ελλάδα και τα νησιά, κηρύττοντας την Ορθοδοξία.

Γνωστοποιώντας την απόφαση και το σύμβολο της Συνόδου της Νικέας. Βρισκόταν ακόμη στην περιοδεία εκείνη όταν ο Πατριάρχης Μητροφάνης είχε αποθάνει, αλλά πριν την τελευτή του είχε ορίσει ως διάδοχό του τον Αλέξανδρο με την πεποίθηση ότι παρά τα γερατιά του κατείχε τα κατάλληλα πνευματικά εφόδια τη διακυβέρνηση της Αρχιεπισκοπής της Πρωτεύουσας στις τραχιές και πολυτάραχες εκείνες περιστάσεις. Η τελευταία εκείνη θέληση του Ιεράρχη που απέθνησκε τηρήθηκε με σεβασμό. Στην Πρωτεύουσα βρίσκονταν μερικοί από τους πατέρες οι οποίοι είχαν απαρτίσει την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο. Αυτοί δε χειροτόνησαν διάδοχο του Μητροφάνους τον Αλέξανδρο.

Από την ιστορία γνωρίζουμε ότι ο Άριος είχε καταδικαστεί, αλλά ο Αριανισμός εξακολουθούσε να έχει πολυάριθμους οπαδούς και προστάτες στα ίδια τα ανάκτορα, ακόμη δε και στην τάξη των επισκόπων. Ο Μέγας Αθανάσιος, διαβλέποντας από αυτό τον μεγάλο της πίστεως και της Εκκλησίας κίνδυνο, ανέλαβε την αρχηγία της Ορθόδοξης Μερίδας για συνέχεια του αγώνα ενάντια στον υπερήφανο, επιτήδειο και ελαστικό τη συνείδηση αιρεσιάρχη. Με την πρωτοστασία όμως του Επισκόπου Καισαρείας Ευσεβίου καταδικάστηκε και καθαιρέθηκε ο πρόμαχος αυτός της Ορθοδοξίας στη Σύνοδο της Τύρου, ψηφίστηκε δε η επαναφορά του Αρείου στους κόλπους της Εκκλησίας με την πρόφαση ότι δήθεν η ομολογία πίστεως την οποία υπέβαλε ήταν

σύμφωνη με το σύμβολο της Νικέας. Ο Αθανάσιος εξορίστηκε στην Αυγούστα Τρεβήρων, ο δε Άριος επανήλθε στην Αλεξάνδρεια. Αλλά ο λαός εκεί δεν ανεχόταν την παρουσία του αιρεσιάρχη. Και ο τότε Καισαρείας Ευσέβιος και οι υπέρ αυτού σκέφτηκαν να δημιουργήσουν κάποιο γεγονός υπέρ του Αρείου, το οποίο θα τον έβαζε κάτω από την άμεση βασιλική προστασία και εγγύηση. Πέτυχαν δηλαδή από τον Μέγα Κωνσταντίνο, τον οποίο εξαπάτησαν, να έρθει ο Άριος στην Κωνσταντινούπολη και να γίνει εκεί δεκτός στη Θεία Κοινωνία. Αλλά ο Αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος αντιστάθηκε με όλη του την πραότητα αλλά και με σταθερότητα, διαβεβαιώνοντας τον βασιλέα ότι η νέα ομολογία του Αρίου ήταν απλώς παραπλανητική.

Παρέμενε δε πράγματι και κατ' ουσίαν αιρετική. Ο Κωνσταντίνος έπεσε σε αμηχανία. Κάλεσε όμως τον Άριο και απαίτησε από αυτόν να δηλώσει ξεκάθαρα εάν πρέσβευε το δόγμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο αιρεσιάρχης απάντησε ότι το πρέσβευε, ορκίστηκε δε ότι καμιά αιρετική δοξασία δεν διατηρούσε και καμιά βλασφημία δεν πρέσβευε. Ο βασιλέας τότε του είπε: «Πήγαινε λοιπόν, και αν μεν η πίστη σου έχει καλώς, καλός ας είναι και ο όρκος τον οποίο ορκίστηκες. Εάν δε η πίστη σου είναι ασεβής, ο Θεός ας τιμωρήσει τον επίορκο». Και τον ετοιμόρισε. Την επαύριο ήταν Κυριακή, ο δε Κωνσταντίνος επέμεινε στον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως,

εξάπαντος να δώσει τη Θεία Μετάληψη στον Άριο. Ο Αλέξανδρος έφυγε περίλυπος και βαθύτατα ταραγμένος από τα ανάκτορα. Μόλις δε συνάντησε τον πρώτο Ναό, μπήκε σ' αυτόν και με δάκρυα επικαλέστηκε τη βοήθεια του Υψίστου. Έπειτα πήγε στη Μεγάλη Εκκλησία, προσευχόταν καθ' όλη τη νύχτα στην Αγία Τράπεζα και έλεγε: «Εάν ο Άριος αύριο έλθει, πάρε με τον δούλο σου από τη ζωή αυτή και μη συναπολέσεις ευσεβή μετά ασεβούς. Εάν δεν λυπάσαι την Εκκλησία σου, γνωρίζω δε ότι τη λυπάσαι, επίβλεψε και μη δώσεις σε αφανισμό και όνειδος την κληρονομία σου και πάρε τον Άριο από τη ζωή για να μην νομισθεί καθώς θα εισέρχεται στην Εκκλησία ότι μαζί του εισέρχεται και η αίρεση,

η ασέβεια νομιστεί ως ευσέβεια». Και η δέηση του ενάρετου Ιεράρχη εισακούστηκε. Το πρωί ο Άριος πορευόταν προς την Εκκλησία περιστοιχιζόμενος από πολυάριθμους φίλους, ομιλητικότατος, γεμάτος χαρά, σαν σε θρίαμβο, αλλά καθ' οδόν καταλήφθηκε από επείγουσα ανάγκη και πήγε στο αναγκαίο. Βράδυνε όμως να εξέλθει και χρειάστηκε να σπεύσουν ανήσυχοι οι φίλοι του. Τι είχε συμβεί; Ο Άριος κείτονταν κάτω και το σώμα του είχε διαρραγεί στο μέσον. Τότε ο γηραιός Αλέξανδρος δοξολόγησε το Θεό για το θαύμα που έγινε και την προστασία από την αίρεση των Ορθοδόξων και την υπόλοιπη δε ζωή του τη χρησιμοποίησε στον υπέρ της Ορθοδοξίας αγώνα. Ο Άγιος Αλέξανδρος

ποίμανε την Εκκλησία του Χριστού θεάρεστα επί 23 έτη, το 340 απήλθε προς τον Κύριο. Όσο δε αφορά στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη, ο οποίος σήμερα εορτάζεται, πιθανότερο είναι ότι από τους περισσοτέρους πατριάρχες οι οποίοι φέρουν το όνομα αυτό, πρόκειται εδώ για τον Ιωάννη τον επιλεγόμενο Ξιφιλίνο. Αυτός καταγόταν από την Τραπεζούντα. Γεννήθηκε το 1006, διακρινόταν δε για τη μεγάλη παιδεία, είχε διακριθεί σε μεγάλα πολιτικά αξιώματα και κατόπιν είχε αποσυρθεί σε κάποιο μοναστήρι της Βιθυνίας. Εκεί μόνασε δέκα έτη και από εκεί προσκλήθηκε για να καταλάβει τον πατριαρχικό θρόνο. Χειροτονήθηκε ιερέας

μετά μια βδομάδα χειροτονήθηκε επίσκοπος την 1η Ιανουαρίου του 1064. Ο Ιωάννης ο 8ος λειτουργούσε και κήρυττε κάθε μέρα στους ναούς της πρωτεύουσας. Συγκαλούσε τακτικά τους κληρικούς του και διάβαζε μαζί τους και ερμήνευε τη Γραφή και τους δίδασκε τα ορθά δόγματα. Αλλά και πολλούς ναούς επισκεύασε και τις Άγιες εικόνες της Αγίας Σοφίας ανακαίνισε και για τους πτωχούς μερίμνησε, μοιράζοντας αυτούς ψωμί και σιτάρι δωρεάν. Τελεύτησε το 1075. Να πώς ένας από τους συγχρόνους του ομιλεί γι' αυτόν. Αναφάνηκε άνδρας πρώτον μεν καθαρότατος και αγνότατος, ο οποίος απείχε από κάθε σωματικό ρύπο. Έπειτα δε

έδειξε καταφρόνηση χρημάτων και τελεία ακτημοσύνη και την προς τους πτωχούς φιλανθρωπία και μετάδοση καθόλου λιγότερο από τον περιβόητο εκείνο ελεήμονα και με όλες μαζί τις άλλες αρετές πλούσια κοσμούμενος, αλλά και κατά τον λόγο ήταν σπουδαίος και ήταν μέτοχος κάθε παιδείας και κατά την πολυμάθεια εξαίρετος. Όσο δε αφορά τον σήμερα εορταζόμενο Πατριάρχη Παύλο, επίσης υπήρξαν πολλοί Πατριάρχες οι οποίοι είχαν το όνομα αυτό. Και μερικοί μεν νομίζουν ότι εδώ πρόκειται για τον Παύλο τον Τρίτο. Αυτός πατριάρχευσε από το 687 μέχρι το 693. Ως λαϊκός ήταν ιδιαίτερος γραμματέας του Αυτοκράτορα και με την ιδιότητα αυτή έλαβε μέρος στην 6η Οικουμενική Σύνοδο. Αφού δε έγινε Πατριάρχης, προήδρευσε στην 5η Οικουμενική Σύνοδο που έγινε το 691-692 επί του Ιουστινιανού του Δευτέρου. Άλλοι όμως φρονούν ότι πρόκειται για τον Πατριάρχη Παύλο IV. Αυτός καταγόταν από την Κύπρο και ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο το 780. Ήταν μορφωμένος, πολύ ευσεβής και ο ιστορικός Θεοφάνης αναφέρει ότι ήταν σεβάσμιος, ελεήμων υπέρ των μέτρων, άξιος κάθε σεβασμού. Παραιτήθηκε κατά τα τέλη Αυγούστου του 784 και αποσύρθηκε στη Μονή του Φλώρου όπου έζησε ως απλός μοναχός,

δύο ή τρεις μήνες από την παραίτησή του.

Το οποίο θα μπορούσε κανείς εύκολα να διακρίνει και να υπογραμμίσει σε όλους τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας και ιδιαίτερα στον σήμερα εορταζόμενο Άγιο Αλέξανδρο είναι το ένθεο πάθος για την Ορθοδοξία, για την αλήθεια. Ήταν οι Πατέρες μας της αληθείας εραστές μανικότατοι και τούτο διότι ο Θεός είναι αλήθεια και ο Κύριος είπε: «Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή», και κάθε τι που κάνει και λέγει ο Θεός είναι αληθινό. Τα έργα των χειρών σου αληθινά και έλεος και αλήθεια προπορεύσεται προ προσώπου σου. Αλήθεια και ψέμα δεν συμβιβάζονται.

Ψέμα είναι άρνηση της αλήθειας, αποξένωση από το Θεό. Η αλήθεια είναι η προϋπόθεση για την απόκτηση του αληθινού Θεού, της αληθινής ζωής, είναι η ίδια η αληθινή ζωή, είναι ο Χριστός, η σωτηρία του ανθρώπου. Τα πάντα στον άνθρωπο θα πρέπει να είναι αληθινά. Ναι, πρωτίστως το δόγμα, το πιστεύω του, αλλά και ο λόγος του και όλη του η ζωή. Το ψέμα είναι μολυσμός. Εκείνος που λέγει το ψέμα, μολύνει την καρδιά και το στόμα του. Και εκείνος που λέγει την αλήθεια, αγιάζει την ψυχή και το σώμα και όλα του τα μέλη. Διότι η αλήθεια είναι ο Χριστός. Γι' αυτό ο Λόγος του Θεού συμβουλεύει: «Λαλείτε αλήθεια

αλήθεια έκαστος προς τον πλησίον αυτού». Και πάλι: «Αλήθειαν κτήσαι και μη απώση σοφία και παιδεία». «Ότι στόμα αληθινού εμπλησθήσεται γέλωτος», δηλαδή χαρά. Ο Απόστολος παρόμοια μας προτρέπει: «Αποθέμενοι το ψεύδος, λαλείτε αλήθεια έκαστος μετά του πλησίον αυτού». Ο παροιμιαστής διαπιστώνει: «Κρείσσων, καλύτερος, πτωχός εν αληθεία πορευόμενος πλουσίου ψεύστου». Ο προφητάναξ Δαβίδ ερωτά: «Κύριε, τις παροικήσει εν τω σκηνώματί σου, ή τις κατασκηνώσει εν όρει αγίω σου;» και απαντά: «Πορευόμενος άμωμος και εργαζόμενος δικαιοσύνην, λαλών αλήθειαν εν καρδία αυτού». Και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διαπιστώνει και εμμέσως μας προτρέπει: «Ο λαλών αλήθειαν εν το Θεό μένει».

Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι

Today, August 30, our Church commemorates Saints Alexander, John, and Paul the Younger, Patriarchs of Constantinople; Saint Fantinos, the venerable wonderworker; the six holy martyrs of Melitene; Saint Sarmatas; Saint Brienne; the sixteen holy martyrs of Thebes; Saint Eulalios the Hierarch; and the holy martyrs Felix, Fortunian, Septiminus, and Januarius.

The Church historian Socrates says that Alexander, the Archbishop of Constantinople whom we celebrate today, shone with apostolic gifts. Even as a priest, he was widely known for his devotion to God, his virtue, and his goodness. When Patriarch Metrophanes was unable to attend the First Ecumenical Council at Nicaea, he chose Alexander to represent him. After that Council condemned Arius, Alexander, though already seventy years old, agreed to travel through Thrace, Macedonia, Thessaly, Greece itself, and the islands, proclaiming the Orthodox faith.

He made known the decision and the Creed of the Council of Nicaea. He was still on that journey when Patriarch Metrophanes died. Before his death, Metrophanes had named Alexander as his successor, convinced that, despite his age, he had the spiritual gifts needed to guide the archdiocese of the capital through those harsh and troubled times. The dying hierarch’s last wish was respected. Some of the fathers who had attended the First Ecumenical Council were in the capital, and they consecrated Alexander as Metrophanes’ successor.

History tells us that Arius had been condemned, yet Arianism still had many followers and protectors, even in the imperial palace and among the bishops. Athanasius the Great saw the grave danger this posed to the faith and the Church. He took the lead among the Orthodox in continuing the struggle against Arius, a proud and cunning leader of heresy who readily bent his conscience. But at the urging of Eusebius, bishop of Caesarea, this defender of Orthodoxy was condemned and deposed at the Synod of Tyre. The Synod also voted to readmit Arius to the Church, on the pretext that the statement of faith he had submitted was

in agreement with the Creed of Nicaea. Athanasius was exiled to Augusta Treverorum, and Arius returned to Alexandria. But the people there would not tolerate the presence of the leader of heresy. Eusebius of Caesarea and his supporters then sought a public event in Arius’s favor that would place him under the emperor’s direct protection. They deceived Constantine the Great into having Arius come to Constantinople and be received into Holy Communion there. Archbishop Alexander resisted, gently but firmly, assuring the emperor that Arius’s new statement of faith was deceptive.

In truth, it remained heretical at its core. Constantine was at a loss. He summoned Arius and demanded a clear answer: did he uphold the teaching of the Orthodox Church? Arius said he did and swore that he held no heretical belief and taught no blasphemy. The emperor then told him, “Go, then. If your faith is sound, may the oath you have sworn stand. But if your faith is impious, may God punish you for swearing falsely.” Then he dismissed him. The next day was Sunday, and Constantine insisted that the Archbishop of Constantinople

must give Arius the Holy Gifts. Alexander left the palace in deep sorrow and distress. At the first church he came to, he went inside and, with tears, called upon the Most High for help. Then he went to the Great Church and prayed through the night at the holy altar. He said, “If Arius comes tomorrow, take me, your servant, from this life, and do not let the faithful perish with the impious. If you care for your Church—and I know you do—look upon her. Do not let your inheritance be destroyed and disgraced. Take Arius from this life, so that, if he enters the Church, people will not think that heresy enters with him

or mistake impiety for true faith.” The virtuous hierarch’s prayer was heard. In the morning Arius set out for the Church, surrounded by many friends, talking freely and full of joy, as though in triumph. On the way, however, he was seized by an urgent need and went to the latrine. When he took too long to come out, his worried friends hurried in. What had happened? Arius lay on the ground, his body torn open at the middle. The aged Alexander glorified God for this miracle and for protecting the Orthodox from heresy. He devoted the rest of his life to the defense of Orthodoxy. Saint Alexander

shepherded the Church of Christ in a way pleasing to God for twenty-three years and departed to the Lord in 340. As for the Patriarch John of Constantinople commemorated today, of the many patriarchs named John, he was most likely John Xiphilinos. He came from Trebizond and was born in 1006. A man of great learning, he had held high public office before withdrawing to a monastery in Bithynia. He lived there as a monk for ten years, until he was called to the patriarchal throne. He was ordained a priest

and a week later, on January 1, 1064, was consecrated bishop. John VIII served the Divine Liturgy and preached every day in the churches of the capital. He regularly gathered his clergy to read and interpret Holy Scripture with them and teach them the true doctrines of the faith. He also repaired many churches, restored the holy icons of Hagia Sophia, and cared for the poor, distributing bread and wheat to them freely. He died in 1075. Here is how one of his contemporaries described him: He emerged as a man of complete purity, free from every bodily stain. Moreover, he

showed contempt for money, owned nothing, and was no less generous to the poor than that renowned merciful man. Richly adorned with every other virtue as well, he was an accomplished speaker, thoroughly educated, and remarkable for the breadth of his learning. As for the Patriarch Paul commemorated today, there were likewise several patriarchs by that name. Some believe this was Paul III, who served as patriarch from 687 to 693. While still a layman, he was the emperor’s private secretary and, in that capacity, took part in the Sixth Ecumenical Council. After becoming patriarch, he presided over what the account calls the Fifth Ecumenical Council, held in 691–692 under Justinian II. Others believe the saint commemorated is Patriarch Paul IV. He came from Cyprus and ascended the patriarchal throne in 780. He was educated and deeply devout, and the historian Theophanes describes him as venerable, exceptionally merciful, and worthy of every respect. He resigned toward the end of August 784 and withdrew to the Monastery of Florus, where he lived as a simple monk

for two or three months after his resignation.

One quality stands out in all the holy Fathers of our Church, and especially in Saint Alexander, whom we celebrate today: their God-given zeal for Orthodoxy and for the truth. Our Fathers loved the truth with all their hearts, because God is truth. The Lord said, “I am the way, and the truth, and the life.” Everything God does and says is true. “The works of your hands are true,” and “mercy and truth go before your face.” Truth and falsehood cannot be reconciled.

A lie is a rejection of the truth, an estrangement from God. Truth is essential to knowing the true God and receiving true life. Indeed, truth is true life itself: it is Christ and the salvation of the human person. Everything in a person should be truthful: above all, the doctrine he holds and the faith he professes, but also his words and his whole life. A lie defiles. Whoever lies defiles his heart and his mouth; whoever speaks the truth sanctifies his soul, his body, and all his members. For the truth is Christ. That is why the Word of God counsels us: “Speak the truth

each to your neighbor.” And again: “Acquire truth, and do not cast aside wisdom and instruction.” “The mouth of the truthful will be filled with laughter”—that is, with joy. The Apostle likewise urges us: “Put away falsehood and speak the truth, each to your neighbor.” The writer of Proverbs observes: “Better a poor person who walks in truth than a rich liar.” David, the prophet and king, asks: “Lord, who may dwell in your tabernacle? Who may live on your holy mountain?” And he answers: “The one who walks without blame, does what is right, and speaks the truth in his heart.” The Evangelist John also tells us, and by doing so urges us: “Whoever speaks the truth abides in God.”

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\30 08.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα