Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Παναγία Σουμελά: η ίδρυση, η αποκατάσταση και το πνευματικό της νόημα

Η ομιλία παρουσιάζει τις εορτές της 18ης Αυγούστου και την παράδοση ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς ζωγράφισε την εικόνα της Θεοτόκου Οδηγήτριας. Μετά από ένα όραμα, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος έφυγαν από την Αθήνα ως μοναχοί και ακολούθησαν την εικόνα προς το Όρος Μέλα κοντά στην Τραπεζούντα.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Εορτές και Μνήμες18 Αυγούστου20:15Συναξαριακό ανάγνωσμα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η ομιλία παρουσιάζει τις εορτές της 18ης Αυγούστου και την παράδοση ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς ζωγράφισε την εικόνα της Θεοτόκου Οδηγήτριας.
  • Μετά από ένα όραμα, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος έφυγαν από την Αθήνα ως μοναχοί και ακολούθησαν την εικόνα προς το Όρος Μέλα κοντά στην Τραπεζούντα.
  • Βρήκαν την εικόνα στο βουνό, ίδρυσαν μονή γύρω από το σπήλαιό της και καθιέρωσαν τον ναό της το 386.
  • Προσκυνητές και μοναχοί συγκεντρώθηκαν εκεί, αλλά η μονή αργότερα παρήκμασε μέχρι που ο Χριστόφορος Τραπεζούντιος την αποκατέστησε τον έβδομο αιώνα.
  • Αυτοκρατορικές δωρεές και προνόμια στήριξαν την Παναγία Σουμελά, βοηθώντας την να διατηρήσει την ορθόδοξη πίστη και την ελληνική παιδεία κατά τη διάρκεια αιώνων οθωμανικής κυριαρχίας.
  • Μετά την έξωση των μοναχών το 1923, η κρυμμένη εικόνα και άλλα λείψανα ανακτήθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα, όπου χτίστηκε νέα μονή στο Βέρμιο.
  • Η ομιλία κλείνει διδάσκοντας ότι όσοι ακούν και τηρούν τον λόγο του Θεού μπορούν πνευματικά να φέρουν τον Χριστό μέσα τους, ακολουθώντας το παράδειγμα της Θεοτόκου.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 20 παράγραφοι

18 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Φλώρου και Λαύρου, των Αγίων Πενήτων οι οποίοι συνέτριψαν τα είδωλα, των Αγίων Μαρτύρων Ερμού, Σεραπίωνος και Πολυαίνου, της Αγίας Μάρτυρος Ιουλιανής, Πλησίου του Στροβίλου, του Αγίου Μάρτυρος Λέοντος, των Αγίων Τεσσάρων Οσίων, των Αγίων Γεωργίου και Ιωάννου Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, των Οσίων Βαρνάβα και Σοφρονίου των Αθηναίων και Χριστοφόρου του Τραπεζουντίου και του Οσίου Σοφρονίου του Αγιαννανίτου.

Εικόνες τις οποίες ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς, λέγεται ότι μόνο τρεις έδειξε στην Κυρία Θεοτόκο, τις οποίες αποδέχτηκε και είπε το περίφημο «Η χάρη του εξ εμού τεχθέντος δι' εμού είη μετ' αυτών». Από τις τρεις αυτές, η μία βρίσκεται στο Μεγάλο Σπήλαιο της Πελοποννήσου, η άλλη στη Μονή του Κύκκου στην Κύπρο και η τρίτη βρισκόταν στη Μονή Σουμελά κοντά στην Τραπεζούντα, η οποία ονομάζεται Οδηγήτρια. Αυτοί λένε ότι ο Απόστολος Λουκάς την έφερε πάντα μαζί του. Μετά την τελευτή του στη Θήβα της Βοιωτίας κάποιος χριστιανός ονόματι Ανανίας την πήρε και την πήγε στην Αθήνα. Για δε τα πάμπολλα θαύματα που καθημερινά έκαμνε η εικόνα αυτή

όσους με πίστη πρόστρεχαν σ' αυτή, οι Αθηναίοι έκτισαν ωραιότατο ναό έξω από την πόλη και την έβαλαν εκεί, όπου παρέμεινε μέχρι την εποχή του βασιλέα Θεοδοσίου του Μεγάλου, που βασίλευσε κατά τα τέλη του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος. Κατά τον καιρό εκείνο κάποιος Βασίλειος, γέννημα και θρέμμα των Αθηνών, ευσεβής στο Θεό, ευλαβής στη Θεοτόκο και πρόθυμος εργάτης των εντολών του Κυρίου, αφού έγινε τριάντα ετών χειροτονήθηκε ιερέας. Ήταν δε μαζί του κι ένας ανεψιός του ονόματι Σωτήριχος, ο οποίος χειροτονήθηκε διάκονος. Μια νύχτα ο Βασίλειος είδε κατά τον ύπνο του την Κυρία Θεοτόκο, η οποία του είπε με τον ανεψιό του Σωτήριχο να γίνουν μοναχοί,

μετονομαστούν Βαρνάβας και Σοφρόνιος και ότι θα ήταν μαζί τους όλες τις ημέρες της ζωής τους. Ο Βασίλειος φανέρωσε το όραμα στο Σωτήριχο, πίστεψαν σε αυτό και οι δυο και αφού μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς αναχώρησαν από την πόλη. Πήγαν στο ναό που ήταν η Οδηγήτρια και προσευχήθηκαν. Από δε την εικόνα άκουσαν φωνή που τους έλεγε να την ακολουθήσουν κατά ανατολάς και θα τους συνόδευε προς το όρος του Μελά που αγάπησε. Και με τη φωνή είδαν την Αγία Εικόνα να βγαίνει από το ναό, βασταζόμενη από δύο αγγέλους, να υψώνεται και να χάνεται. Περπατώντας νυχτώθηκαν και κατά τον ύπνο ο Βασίλειος είδε ότι ανέβηκε σε υψηλό και δασώδες όρος

ξαναείδε την εικόνα να λάμπει περισσότερο από τον ήλιο, άκουσε δε φωνή που του είπε: «Τρέχε να φτάσεις με τη δική μου οδηγία στο όρος που βλέπεις, εκεί πέρα όπου εγώ αναπαύομαι, διότι όταν μου οικοδομήσεις εκεί ναό, θα συναθροιστούν πολλοί για την αγάπη της ασκήσεως και θα βρουν ανάπαυση στις ψυχές τους». Κατόπιν πήγαν σε ένα μοναστήρι όπου ο ηγούμενος Θεόδουλος, καθώς του αποκαλύφθηκε ο ερχομός τους, τους δέχθηκε με προθυμία και τους έκανε μοναχούς, μετονομάζοντάς τους Βαρνάβα και Σοφρόνιο. Συνέχισαν το δρόμο τους και αργότερα ο Σοφρόνιος χειροτονήθηκε ιερέας. Στη Λάρισα προσκύνησαν το λείψανο του Αγίου Αχιλλίου και στη Θεσσαλονίκη κατασπάστηκαν τη θήκη του μυροβλύτου Αγίου Δημητρίου.

Πήγαν στο Άγιον Όρος για να μάθουν τη μοναχική τάξη και έκαναν εκεί αρκετό καιρό. Κατόπιν πήγαν στο περίφημο για τα μοναστήρια του Παπίκιον Όρος. Ύστερα πέρασαν τον Εύρωπο ποταμό και με προσευχή τους γλίτωσαν την περιοχή από καταστροφική ακρίδα. Σε άλλη περιοχή θεράπευσαν ένα μοναχό που για πολλά χρόνια ήταν παράλυτος. Από τη Θράκη κατέβηκαν στην Έφεσο, όπου με προσευχή τους άνοιξαν τις κλειστές πόρτες του ναού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και μετά επισκέφθηκαν μοναχούς του Όρους Λάτρου και του Γαλησίου Όρους. Πέρασαν στη συνέχεια από τη Σμύρνη, τη Μυτιλήνη, την Καλλίπολη και στη Λάμψακο προσκύνησαν το ιερό σώμα του θαυματουργού Παρθενίου.

Επισκέφτηκαν την Κωνσταντινούπολη και κατόπιν με πλοίο έφτασαν στην Τραπεζούντα. Μετά από θείο όραμα αναζήτησαν και βρήκαν τον ποταμό Πυξίτη και άρχισαν να ανεβαίνουν προς τις πηγές του. Ανέβηκαν στο όρος Μελάς και βρήκαν σπήλαιο, από δε την κορυφή του όρους άστραψε φως και είδαν πάνω σε ένα υψηλό βράχο τη σεβασμία εικόνα της Θεοτόκου. Χάρηκαν υπερβολικά και δόξασαν το Θεό. Άρχισαν να καθαρίζουν το σπήλαιο και μετά από προσευχή σχίστηκε ο βράχος και άρχισε να βγαίνει νερό. Στη συνέχεια, κτίστηκε το παρεκκλήσι του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ και ο Ναός της Θεοτόκου, ο οποίος και εγκαινιάστηκε το 386.

Θαύματα που έκαμνε η Αγία εικόνα της Θεοτόκου, αλλά και η αγγελική ζωή των Οσίων, αύξησαν τον αριθμό των μοναχών και των προσκυνητών του Μοναστηριού, για τους οποίους κτίστηκε ξενώνας. Ακόμη προστέθηκαν οι ναοί των Αγίων Ισαποστόλων Βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης και της Αγίας Βαρβάρας. Πέρασαν τα χρόνια και τον Αύγουστο του 412 παρουσιάστηκε η Θεοτόκος στον Όσιο Βαρνάβα και του προγνώρισε την τελευτή τη δική του και του ανεψιού του. Την τρίτη μέρα μετά την κοίμηση της Θεοτόκου, ο Όσιος Βαρνάβας, αφού είχε αφήσει γραπτή πνευματική διαθήκη στους αδελφούς της Μονής, φόρεσε την ιερατική του στολή, ασπάστηκε την Αγία Εικόνα της Θεοτόκου, μπήκε στο κοιμητήριο και

εκεί παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Παρόμοια ήταν και τα τελευταία του Οσίου Σοφρονίου. Αργότερα, με τις επιδρομές των βαρβάρων, η Μονή άρχισε να φθίνει, μέχρι που ερημώθηκε σχεδόν εντελώς. Κατά τον 7ο αιώνα έγινε ανοικοδόμηση της Μονής από τον Όσιο Χριστοφόρο. Αυτός ήταν αγράμματος γεωργός σε χωριό της Τραπεζούντος. Σε αυτόν παρουσιάστηκε η Θεοτόκος ενώ όργωνε και τον πρόσταξε να πάει στο όρος του Μελά για να ανακαινίσει το μοναστήρι της. Μετά από θεία αποκάλυψη στον Επίσκοπο της Τραπεζούντος, ο Χριστοφόρος χειροτονήθηκε ιερέας, πήγε στο μοναστήρι και με θαυμαστή επέμβαση της Παναγίας απόκτησε την ικανότητα να διαβάζει και να

έμαθε απ' έξω όλη τη Θεία Γραφή. Ο αριθμός των μοναχών άρχισε να μεγαλώνει και έτσι η Θεοτόκος ανόρθωσε πάλι τον βασιλικό της οίκο και τον αποκατέστησε στην αρχική ωραιότητα και ευπρέπεια. Ο δε Όσιος Χριστοφόρος, όταν ήλθε η ώρα να απέλθει από τη ζωή αυτή, αφού νουθέτησε τους αδελφούς, μπήκε στο κοιμητήριο και εκεί παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού κατά τη 19η του Αυγούστου μηνός. Από τότε η Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά δεν γνώρισε άλλη καταστροφή μέχρι τους πρόσφατους χρόνους, όταν το 1923 ακολούθησε τη γενική καταστροφή του Ελληνισμού του Πόντου και όλης της Μικράς Ασίας.

Την από εκεί εκρίζωση του Ελληνισμού, κατά παραχώρηση Θεού για τις αμαρτίες μας, περιήλθε στα χέρια των Τούρκων. Μετά την επανοικοδόμησή της από τον Ιερό Χριστοφόρο, επί 1278 έτη γνώρισε πνευματικά μεγαλεία, πλούτη, δόξες και τιμές. Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και της Τραπεζούντος, οι Μεγάλοι Κομνηνοί από τον Ιωάννη έως τον τελευταίο, τον Δαβίδ, έδειξαν την ευσέβειά τους προστατεύοντας τη Μονή και προσφέροντας σε αυτή πλούτη και προνόμια, διότι με τα θαύματα της Παναγίας δόξασαν τη λαμπρή τους σταδιοδρομία. Ο Μανουήλ Κομνηνός πρόσφερε σταυρό μεγάλης αξίας με τίμιο ξύλο.

Αλέξιος Κομνηνός ο οποίος λυτρώθηκε με την προστασία της Θεοτόκου από βέβαιο πνιγμό και κατανίκησε τους εχθρούς του σε κάποια εκστρατεία, όταν επέστρεψε, πρόσφερε στη Μονή πλούσια δώρα, επισκεύασε τις παλιές οικοδομές, έκτισε νέους πύργους και χάρισε σε αυτή πλούσιες εκτάσεις με όλα τα έσοδά τους μαζί με 48 χωριά τα οποία υπήρχαν μέσα στην περιοχή αυτή. Ο Αλέξιος Κομνηνός θεωρείται ως νέος κτήτορας της Μονής, σωζόταν δε σε αυτή μέχρι το 1650 επιγραφή που έλεγε «Κομνηνός Αλέξιος, κτήτωρ πέφυκε της Μονής ταύτης νέος». Το παράδειγμα του Αλεξίου ακολούθησαν πολλοί άλλοι αυτοκράτορες και η Μονή έφτασε στο αποκορύφωμα της δόξας της.

Δυστυχώς, τις ημέρες της δόξας ακολούθησαν ημέρες δυστυχίας. Οκτώ χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, το 1461, έπεσε και η Τραπεζούς και χάθηκε και η τελευταία ελληνική αυτοκρατορία των Κομνηνών. Ακολούθησαν τα έτη της δουλείας και της δυστυχίας. Η Μονή κινδύνευσε, αλλά καθώς ήταν αποτραβηγμένη από τον κόσμο δεν θίχθηκε από τους Τούρκους. Κινδύνευσε σοβαρά το 1522, όταν ο Σουλτάνος Σελίμ ο Πρώτος, που βρισκόταν σε κυνήγι, είδε τη Μονή, φθόνησε το μεγαλείο της και διέταξε την καταστροφή της.

Την ίδια στιγμή κυλίστηκε στο έδαφος, σπάρασε και έβγαζε αφρούς από το στόμα. Προσπάθησε να μιλήσει, αλλά δεν μπορούσε. Δοκίμαζε να σηκώσει τα χέρια του, αλλά έπεφταν βαριά σαν μολυβένια. Δεν συνήλθε παρά μόνο όταν κατάλαβε το σφάλμα του και ζήτησε συγχώρηση από την Παναγία. Μετά από λίγες μέρες εξέδωσε χρυσόβουλο που αναγνώριζε και επικύρωνε όλα τα προνόμια τα οποία είχαν χορηγηθεί από τους Κομνηνούς. Επιπλέον, διέταξε να ανάψουν μπρος στην εικόνα της Παναγίας πέντε τεράστιες λαμπάδες τις οποίες απέστειλε. Οι τρεις από αυτές σώζονταν μέχρι την ημέρα της καταστροφής. Πρότεινε δε να επενδύσει τη σκεπή όλη της εκκλησίας με ασήμι. Κατόπιν όμως των ενστάσεων των μοναχών, οι οποίοι φοβούνταν επιδρομές ληστών, την επένδυσε με μόλυβδο. Ο Σελίμ ο Δεύτερος διαδέχθηκε τον πρώτο

Άλλοι μεταγενέστεροι Σουλτάνοι ευνόησαν ακόμη περισσότερο τη Μονή και παρεχώρησαν νέα προνόμια σε αυτή. Αντιλαμβάνεται ο καθένας πόσο μεγάλη σημασία είχε η εύνοια αυτή των Σουλτάνων σε εποχή κατά την οποία ο Ελληνισμός πιεζόταν από την πιο μαύρη δουλεία που γνώρισε ποτέ. Η χριστιανική θρησκεία και η ελληνική παιδεία παντού διώκονταν και μόνο στην Παναγία του Σουμελά, χάρη στα προνόμιά της, διδασκόταν από τους ευσεβείς μοναχούς και διασωζόταν στη μακρινή αυτή γωνιά η παράδοση της πίστεως, του έθνους, της γλώσσας, των ηθών και των γραμμάτων. Κάτω από τις συνθήκες αυτές διατηρήθηκε η Μονή μέχρι το έτος 1923.

Οπότε, μετά την ελληνική καταστροφή στη Μικρά Ασία, διώχθηκαν από εκεί οι μοναχοί, οι οποίοι φεύγοντας έκρυψαν ό,τι μπορούσαν κάτω από τη γη. Σε κάποιο σημείο έκρυψαν τα πολυτιμότερα κειμήλια, την εικόνα της Παναγίας, έργο του Ευαγγελιστού Λουκά, τον βαρύτιμο σταυρό των Κομνηνών και το Ευαγγέλιο το γραμμένο με το χέρι του Αγίου Χριστοφόρου πάνω σε πολύτιμη μεμβράνη. Μετά την αποκατάσταση της ελληνοτουρκικής φιλίας, κατά το έτος 1931, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε της Ελλάδος, ενημερωμένος από τον τότε Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο, τον μετέπειτα Αθηνών, επωφελούμενος επίσκεψη του Τούρκου Πρωθυπουργού Ισμέτ Ινονού,

πέτυχε τη χορήγηση άδειας για την αποστολή στη Μονή μοναχού, ο οποίος θα παραλάμβανε από την κρύπτη τους τα εν λόγω κειμήλια. Όταν επετεύχθη αυτό, επαναφέρθηκαν τα ιερά αυτά κειμήλια στην Ελλάδα και η μεν ιερή εικόνα τοποθετήθηκε με βασιλική μεγαλοπρέπεια στο νέο ναό που επί τούτο ανεγέρθηκε από τους Ποντίους προς τιμή της Παναγίας του Σουμελά στις κορυφές του Βερμίου στη Μακεδονία, όπου και ανεγέρθηκε νέα μονή. Ο δε σταυρός των Κομνηνών και το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου φυλάγονται ακόμη στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.

Η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας. Είναι ο μακαρισμός μιας άγνωστης ενθουσιασμένης γυναίκας της μητέρας του Κυρίου, στον οποίο όμως αυτός αντέτεινε ένα άλλο, μεγαλύτερο ακόμη μακαρισμό. Μενούνγε, μακάριοι οι ακούοντες τον λόγο του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν. Μακάριοι είναι εκείνοι που δέχονται το Λόγο του Θεού και τον φυλάττουν, δηλαδή τον τηρούν, τον εφαρμόζουν. Κάτι παρόμοιο είχε πει σε άλλη περίπτωση. Όταν του είπαν ότι τον ζητούσαν η μητέρα και οι νομιζόμενοι αδελφοί του, απάντησε δείχνοντας τους μαθητές του: «Ιδού η μήτηρ και οι αδελφοί μου. Όστις γαρ αν ποιήσει το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και

αδελφή και μήτηρ εστίν». Η τήρηση των εντολών του Θεού αποτελεί την προϋπόθεση, την κατάλληλη προετοιμασία για να έλθει μέσα μας το Πνεύμα του Θεού και να μορφώσει εκεί τον Χριστό. Με αυτή την έννοια και κατά αυτόν τον τρόπο κυοφορείται μέσα μας ο Χριστός και γινόμαστε καθένας μας μητέρα του Χριστού.

Διδασκαλία ότι μπορούμε να γίνουμε μητέρες του Χριστού είναι διάχυτη στην Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Ο προφήτης Ησαΐας λέγει: «Δια τον φόβο σου, Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν πνεύμα σωτηρίας σου». Δηλαδή η καρδιά του ανθρώπου είναι η πνευματική μήτρα στην οποία με το φόβο του Θεού συλλαμβάνεται κυοφορείται, μορφοποιείται και γεννάται η σωτηρία. Και ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ότι αυτό που έγινε σωματικά στην Αειπάρθενο Μαρία, τούτο επί πάσης ψυχής κατά λόγον παρθενευούσης γίνεται. Εισέρχεται μέσα της ο Κύριος όχι σωματικά αλλά πνευματικά. Και ο Άγιος Μάξιμος γράφει ότι ο Θεός, ο οποίος γεννήθηκε κατά σάρκα μια και μοναδική φορά, πάντοτε θέλει να γεννάται κατά πνεύμα σε αυτούς που θέλουν και γίνεται βρέφος, εαυτόν εν εκείνοις διαπλάττων ταις αρεταίς. Είναι μεγάλη υπόθεση να έχεις τη βοήθεια της Μητέρας του Θεού, μεγαλύτερη όμως το να είσαι μητέρα του Θεού.

Αγγλική μετάφρασηEN · 20 παράγραφοι

On the eighteenth of August, our Church commemorates the Holy Martyrs Florus and Laurus; the Holy Penetes, who smashed the idols; the Holy Martyrs Hermus, Serapion, and Polyaenus; Saint Juliana the Martyr, near Strobilos; Saint Leo the Martyr; the Four Venerable Saints; Saints George and John, Patriarchs of Constantinople; the Venerable Barnabas and Sophronius of Athens and Christopher of Trebizond; and the Venerable Sophronius of Saint Anne’s.

It is said that Luke the Evangelist showed only three of the icons he painted to the Lady Theotokos. She accepted them and spoke the well-known words: “May the grace of Him who was born of me be with them through me.” Of these three icons, one is at the Great Cave Monastery in the Peloponnese, another at Kykkos Monastery in Cyprus, and the third was at Soumela Monastery near Trebizond. This third icon is called the Hodegetria. Tradition says that the Apostle Luke always carried it with him. After his death in Thebes of Boeotia, a Christian named Ananias took it to Athens. Because the icon worked so many miracles each day

for those who came to it in faith, the Athenians built a beautiful church outside the city and placed it there. It remained there until the reign of Emperor Theodosius the Great, toward the end of the fourth century after Christ. At that time, there was a man named Basil, born and raised in Athens. He was devout toward God, devoted to the Theotokos, and eager to keep the Lord’s commandments. When he reached the age of thirty, he was ordained a priest. With him was his nephew, Soterichos, who was ordained a deacon. One night, Basil saw the Lady Theotokos in a dream. She told him that he and his nephew Soterichos should become monks,

take the names Barnabas and Sophronius, and know that she would be with them all the days of their lives. Basil told Soterichos about the vision. They both believed it, distributed their possessions to the poor, and left the city. They went to the church where the Hodegetria icon was kept and prayed. Then they heard a voice coming from the icon, telling them to follow it eastward. It would guide them to Mount Mela, which she had chosen. As they heard the voice, they saw the holy icon leave the church, borne by two angels. It rose into the air and disappeared. They walked until nightfall, and while Basil slept, he dreamed that he had climbed a high, wooded mountain.

There he saw the icon again, shining more brightly than the sun, and heard a voice say: “Hurry, and let me guide you to the mountain you see, where I have chosen to dwell. When you build a church for me there, many will gather for love of ascesis, the ascetic life, and find rest for their souls.” Afterward, they went to a monastery. Its abbot, Theodoulos, had been told of their coming in a revelation. He welcomed them gladly and made them monks, giving them the names Barnabas and Sophronius. They continued their journey, and later Sophronius was ordained a priest. In Larissa, they venerated the relic of Saint Achillios. In Thessaloniki, they kissed the reliquary of Saint Demetrios, from whose relics myrrh flows.

They went to the Holy Mountain to learn the monastic way of life and stayed there for some time. Then they went to Mount Papikion, renowned for its monasteries. After crossing the Evros River, their prayers spared the region from a devastating plague of locusts. Elsewhere, they healed a monk who had been paralyzed for many years. From Thrace they traveled down to Ephesus, where their prayers opened the locked doors of the church of Saint John the Theologian. They then visited monks on Mount Latros and Mount Galesion. Continuing through Smyrna, Mytilene, and Gallipoli, they reached Lampsacus, where they venerated the sacred body of the wonderworker Parthenios.

They visited Constantinople and then sailed to Trebizond. Following a divine vision, they sought out and found the Pyxites River and began to climb toward its springs. On Mount Mela they found a cave. Light flashed from the mountain’s summit, and on a high rock they saw the revered icon of the Theotokos. They rejoiced greatly and glorified God. They began clearing the cave, and after they prayed, the rock split open and water began to flow. Then the chapel of the Archangel Michael and the church of the Theotokos were built. The church was consecrated in the year 386.

The miracles worked by the holy icon of the Theotokos, together with the angelic way of life of the venerable monks, drew growing numbers of monks and pilgrims to the monastery. A guesthouse was built for them. Churches dedicated to Saints Constantine and Helen, Equals to the Apostles, and to Saint Barbara were also added. Years passed. In August of 412, the Theotokos appeared to the Venerable Barnabas and foretold both his death and his nephew’s. On the third day after the Dormition of the Theotokos, Barnabas left a written spiritual testament for the brothers of the monastery. He put on his priestly vestments, kissed the holy icon of the Theotokos, and entered the burial place.

There he gave up his soul into the hands of God. The Venerable Sophronius spent his final moments in much the same way. Later, attacks by invading peoples brought the monastery into decline, until it was almost entirely deserted. In the seventh century, the Venerable Christopher rebuilt it. He had been an uneducated farmer in a village near Trebizond. The Theotokos appeared to him while he was plowing and commanded him to go to Mount Mela to restore her monastery. After the bishop of Trebizond received a divine revelation, Christopher was ordained a priest and went to the monastery. Through the miraculous help of the Most Holy Theotokos, he gained the ability to read and

learned all of Holy Scripture by heart. The number of monks began to grow. In this way, the Theotokos raised up her royal house again and restored its original beauty and dignity. When the Venerable Christopher’s time came to leave this life, he gave counsel to the brothers, entered the burial place, and there gave his holy soul into the hands of God on the nineteenth of August. From then until recent times, the Holy Monastery of Panagia Soumela suffered no further destruction. In 1923, however, it shared in the widespread devastation that befell the Greeks of Pontus and all Asia Minor.

With the uprooting of the Greek people from that region, which God permitted because of our sins, the monastery passed into Turkish hands. After the Venerable Christopher rebuilt it, the monastery enjoyed 1,278 years of spiritual greatness, wealth, glory, and honor. The emperors of Byzantium and Trebizond, the Grand Komnenoi from John to the last of them, David, showed their devotion by protecting the monastery and granting it wealth and privileges. They regarded the miracles of the Most Holy Theotokos as a glory throughout their illustrious reigns. Manuel Komnenos gave a cross of great value containing wood from the Holy Cross.

Alexios Komnenos was saved from certain drowning through the protection of the Theotokos. He also defeated his enemies on a campaign. When he returned, he gave the monastery rich gifts, repaired its old buildings, built new towers, and granted it extensive lands with all their revenues, including the forty-eight villages within them. Alexios Komnenos is regarded as a new founder of the monastery. Until 1650, an inscription remained there saying, “Alexios Komnenos became a new founder of this monastery.” Many other emperors followed his example, and the monastery reached the height of its glory.

Sadly, the days of glory were followed by days of hardship. Eight years after the fall of Constantinople, Trebizond also fell in 1461, and the last Greek empire of the Komnenoi came to an end. Years of subjugation and suffering followed. The monastery was in danger, but because it stood apart from the world, the Turks left it untouched. It faced grave danger in 1522, when Sultan Selim I saw it while hunting. Envious of its splendor, he ordered its destruction.

At that very moment, he fell to the ground, convulsing and foaming at the mouth. He tried to speak but could not. He tried to lift his hands, but they fell as though weighted with lead. He recovered only when he understood his error and asked forgiveness of the Most Holy Theotokos. A few days later, he issued an imperial decree recognizing and confirming every privilege the Komnenoi had granted the monastery. He also sent five enormous candles and ordered them lit before the icon of the Most Holy Theotokos. Three of them survived until the monastery’s destruction. He proposed covering the entire church roof with silver. The monks objected, fearing attacks by robbers, so he covered it with lead instead. Selim II succeeded Selim I.

Other sultans in later years showed the monastery even greater favor and granted it new privileges. We can understand how much that favor mattered at a time when the Greek people suffered under the harshest subjugation they had ever known. Christianity and Greek education were persecuted everywhere. Yet at Panagia Soumela, thanks to its privileges, devout monks continued to teach and preserve, in that distant corner, the traditions of the faith, the people, the language, their customs, and their learning. The monastery endured under these conditions until 1923.

After the catastrophe that befell the Greeks of Asia Minor, the monks were driven from the monastery. As they fled, they buried whatever they could. In one place, they hid their most precious treasures: the icon of the Most Holy Theotokos, painted by Luke the Evangelist; the valuable cross of the Komnenoi; and the Gospel handwritten by Saint Christopher on costly parchment. After relations between Greece and Turkey improved, Eleftherios Venizelos, then prime minister of Greece, learned about the relics from Chrysanthos, then Metropolitan of Trebizond and later of Athens. In 1931, during a visit by Turkish Prime Minister İsmet İnönü, Venizelos

secured permission to send a monk to the monastery to retrieve the relics from their hiding place. The sacred treasures were brought back to Greece. The holy icon was placed with royal splendor in a new church built for it by the Pontic Greeks in honor of Panagia Soumela, high on Mount Vermio in Macedonia. A new monastery was also established there. The cross of the Komnenoi and the Gospel of the Venerable Christopher are still kept in the Byzantine Museum of Athens.

“Blessed is the womb that bore You and the breasts at which You nursed!” An unknown woman, overcome with admiration, spoke this blessing of the Lord’s mother. But He answered with an even greater blessing: “Rather, blessed are those who hear the word of God and keep it.” Blessed are those who receive the Word of God and guard it by obeying it and putting it into practice. He said something similar on another occasion. When He was told that His mother and those thought to be His brothers were looking for Him, He pointed to His disciples and replied: “Here are My mother and My brothers. For whoever does the will of My Father in heaven is My brother

and sister and mother.” Keeping God’s commandments prepares us to receive the Spirit of God within us, where the Spirit forms Christ. In this sense, and in this way, Christ is carried within us, and each of us becomes a mother of Christ.

The teaching that we can become mothers of Christ runs throughout Holy Scripture and the Fathers. The prophet Isaiah says: “For fear of You, O Lord, we conceived, labored, and gave birth to the spirit of Your salvation.” In other words, the human heart is a spiritual womb. Through the fear of God, salvation is conceived there, carried, formed, and brought to birth. Saint Gregory of Nyssa says that what happened bodily in the Ever-Virgin Mary happens, in a spiritual way, in every soul that remains pure. The Lord enters that soul spiritually, not bodily. And Saint Maximus writes that God, who was born in the flesh once and only once, always desires to be born spiritually in those who are willing. He becomes an infant, taking shape within them through the virtues. It is a great thing to have the help of the Mother of God; it is greater still to be a mother of God.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\18 08.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα