Όσιοι της Εκκλησίας, μαρτύριο και ο κίνδυνος του φθόνου
Η διάλεξη διακρίνει τρία ζεύγη Αγίων Κοσμά και Δαμιανού και επικεντρώνεται στους αδελφούς από τη Ρώμη. Οι Άγιοι Ανάργυροι θεράπευαν ανθρώπους και ζώα χωρίς αμοιβή, ζητώντας από όσους θεράπευαν να πιστέψουν στον Χριστό.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η διάλεξη διακρίνει τρία ζεύγη Αγίων Κοσμά και Δαμιανού και επικεντρώνεται στους αδελφούς από τη Ρώμη.
- Οι Άγιοι Ανάργυροι θεράπευαν ανθρώπους και ζώα χωρίς αμοιβή, ζητώντας από όσους θεράπευαν να πιστέψουν στον Χριστό.
- Κατηγορημένοι για μαγεία, παρουσιάστηκαν ενώπιον του αυτοκράτορα Καρίνου, τον θεράπευσαν και αργότερα σκοτώθηκαν από τον φθονερό δάσκαλό τους.
- Ο Άγιος Πέτρος διέφυγε την αιχμαλωσία με τη βοήθεια του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, διέθεσε τον πλούτο του και έζησε ως ασκητής υπό τον Άγιο Ιωαννίκιο.
- Ο Άγιος Κωνσταντίνος και συνοδοιπόροι του επέζησαν ναυαγίου κοντά στην Κύπρο, κήρυξαν τον Χριστό και μαρτύρησαν επειδή αρνήθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα.
- Τα λείψανά τους συνδέονταν με θεραπείες, γεγονός που οδήγησε έναν άρχοντα που θεραπεύτηκε από ασθένεια να χτίσει εκκλησία στη τιμή του Κωνσταντίνου.
- Επιστρέφοντας στους Κοσμά και Δαμιανό, η διάλεξη προειδοποιεί ότι ο φθόνος καταστρέφει την αγάπη και προτρέπει σε ταπείνωση, κοινή χαρά και λύπη και αγάπη προς τον πλησίον.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Και Δαμιανός έχει η Εκκλησία μας. Το πρώτο ήταν από τα μέρη της Ασίας. Κοιμήθηκαν ειρηνικά και εορτάζονται την 1η Νοεμβρίου. Το δεύτερο ήταν από τη Ρώμη και είναι οι σήμερα εορταζόμενοι Άγιοι. Και το τρίτο ήταν από την Αραβία. Είχαν μαρτυρικό τέλος και εορτάζονται στις 17 Νοεμβρίου. Οι σήμερα λοιπόν εορταζόμενοι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός έζησαν κατά τους χρόνους του Αυτοκράτορα Νουμεριανού, ο οποίος βασίλευσε μαζί με τον αδελφό του Καρίνο κατά το 284 μ.Χ. Κατάγονταν, όπως προαναφέρθηκε, από τη Ρώμη και ήταν αδελφοί.
Σπούδασαν και εξασκούσαν την ιατρική και θεράπευαν όχι μόνο ανθρώπους αλλά και άλογα ζώα. Για μισθό δε της θεραπείας ζητούσαν οι θεραπευόμενοι να πιστέψουν στο Χριστό, χωρίς να παίρνουν από αυτούς καμιά υλική μοιβή. Ο δε Θεός, βραβευτής της φιλάνθρωπης διαθέσεώς τους, ευλόγησε ή συμπλήρωσε την ιατρική τους, οπλίζοντάς τους και με θαυματουργική δύναμη. Όπου η ανθρώπινη τέχνη αδυνατούσε, έφερνε τη θεραπεία η χάρη του Θεού. Καθώς διαβλήθηκαν στον Βασιλέα Καρίνο ότι θεράπευαν και θαυματουργούσαν με μαγική τέχνη και μη θέλοντας άλλοι αντί αυτών να παραδοθούν, προσήλθαν αυτόκλητοι με τη δική τους θέληση
παραδόθηκαν στα χέρια του Καίσαρα. Όχι δε μόνο αυτοί δεν πείστηκαν να αρνηθούν το Χριστό, αλλά κατά μία άποψη και τον Καρίνο έπεισαν να αρνηθεί τη θρησκεία των ειδώλων, όταν αυτός θεραπεύθηκε από τους Αγίους. Όταν δηλαδή άρχισε να ερωτά τους Αγίους και να τους απειλεί ότι θα τους θανατώσει εάν δεν αρνούνταν το Χριστό, το πρόσωπό του γύρισε προς τα πίσω, όμως έγινε υγιής από τους Αγίους. Εξαιτίας του θαύματος αυτού πίστεψαν στον Χριστό και οι εκεί παρευρισκόμενοι και ο θεραπευμένος βασιλέας και οι οικείοι του. Με τιμές δε απέλυσε τους Αγίους. Τέτοια κατορθώματα κίνησαν τον φθόνο των άλλων ιατρών και του δασκάλου τους.
Ευχαριστώ. Διότι ήταν χριστιανοί. Κάποια μέρα λοιπόν, κατά την οποία ήταν μαζί του, πάνω σε ένα βουνό για να μαζέψουν θεραπευτικά βότανα, τους θανάτρωσε με πέτρες ή σπρώχνοντάς τους με ορμή από υψηλό γκρεμό.
Πέτρος, ο οποίος επίσης σήμερα εορτάζεται, έζησε κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου και Ειρήνης της ευσεβέστατης Αυγούστας κατά τον 8ο μετά Χριστόν αιώνα. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος είχε το αξίωμα του πατρικίου και ήταν στρατηγός. Από τη νεαρή του ηλικία, φοιτώντας ο Άγιος στα σχολεία, έγινε κάτοχος της γραμματικής και της φιλοσοφίας. Κατόπιν νυμφεύθηκε και έγινε δομέστικος των σχολών και πατρίκιος. Όταν δε κατά το 802 ο Νικηφόρος έγινε αυτοκράτορας, τον πήρε μαζί του στον πόλεμο που είχε κατά των Βουλγάρων. Εκεί ο Όσιος συνελήφθηκε από τους εχθρούς και ρίχθηκε στη φυλακή για να τιμωρηθεί.
Παρουσιάστηκε ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, τον ελευθέρωσε, τον συνόδευσε μέχρι την περιοχή των Ρωμαίων και έτσι ήλθε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έδωσε ελεημοσύνη την περισσότερη περιουσία του, καταφρονώντας δε ως σκύβαλα όλα τα του κόσμου, πήγε στο όρος του Ολύμπου της Μικράς Ασίας, όπου αφού φόρεσε το αγγελικό σχήμα των μοναχών, μόνασε κοντά στον Όσιο και Μεγάλο Ιωαννίκιο και ασκήθηκε στις αρετές με κάθε ταπεινοφροσύνη. Ο γέροντας Ιωαννίκιος τον είχε περί πολλού. Τον αγαπούσε για την αγαθότητα και τον τιμούσε για την αρετή του. Μετά 34 χρόνια, κατά το έτος 847,
μετά την τελευτή του Οσίου Ιωαννικίου, Όσιος Πέτρος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και μετά έφυγε και πήγε στο ναό που ο ίδιος έκτησε, τον καλούμενο του Εβάνδρου. Έκτισε μικρή καλύβα και πέρασε εκεί οκτώ έτη. Αυτός ο Όσιος φορούσε τρίχινα φορέματα, υποδήματα δε στα πόδια του δε φόρεσε ποτέ, καθ' όλο το διάστημα της ασκήσεώς του. Ξήρανε δε το σώμα του με νηστείες, αγρυπνίες και άλλες σκληραγωγίες, πολλούς δε ψυχικά και πνευματικά ανάπαυσε. Αφού λοιπόν με καλό και θεάρεστο τρόπο έζησε στον κόσμο αυτό, αναπαύτηκε εν Κυρίω. Λέγουν δε ότι κάτω από το τρίχινο φόρεμα φορούσε άλλο πλεγμένο με ψάθα.
Το οποίο και ενταφιάστηκε.
Ο σήμερα εορταζόμενος Άγιος Μάρτυς Κωνσταντίνος και οι Άγιοι Μάρτυρες 300 τον αριθμό, οι οποίοι άθλησαν μαζί του, κατάγονταν από διάφορα μέρη. Είχαν πάει στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν και αφού προσκύνησαν σε όλα εκείνα τα Άγια Μέρη πήγαν στην παράλιο Ιόππη, τη σημερινή Γιάφα. Βρήκαν πλοίο στο οποίο επιβιβάστηκαν και πλέοντας πλησίασαν στην Κύπρο, στο λιμάνι της Πάφου. Όμως από το δυνατό άνεμο το πλοίο συντρίφθηκε. Οι δε Άγιοι με τη χάρη του Θεού διασώθηκαν και διαμοιράστηκαν σε όλο το νησί της Κύπρου. Ο Άγιος Κωνσταντίνος μαζί με άλλους τρεις πήγαν σε κάποιο μέρος που λεγόταν της Τραχιάδος.
Περιέρχονταν δε αποστολικώς τη χώρα, κηρύσσοντας το Χριστό Θεό αληθινό. Όταν άκουσε αυτό ο ηγεμόνας της Κύπρου Σαββίνος, πρόσταξε να φέρουν μπροστά του τους Αγίους, οι οποίοι καθώς εξετάστηκαν, ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό. Επειδή δε αρνήθηκαν να επακούσουν στις προσταγές του ηγεμόνα και να αρνηθούν το Χριστό, μαστιγώθηκαν και μετά κλείστηκαν στη φυλακή. Την άλλη μέρα ο Σαββίνος διέταξε να τους παρουσιάσουν και πάλι μπροστά του. Επειδή δε και πάλι δεν πείθονταν να θυσιάσουν στα είδωλα, δόθηκε η διαταγή να τους κρεμάσουν με το κεφάλι προς τα κάτω και να καταξεσχίσουν τις σάρκες τους. Έπειτα απλώθηκαν πάνω σε πυρακτωμένες πλάκες, αλλά με τη χάρη του Θεού έμειναν
αβλαβείς και έτσι κλείστηκαν και πάλι στη φυλακή. Μετά παρέλευση μερικών ημερών, κατά διαταγή του ηγεμόνα, τους οδήγησαν εκ νέου στο κριτήριο. Επειδή δε κατά την εξέταση βρέθηκαν ασάλευτοι, μάλλον δε σταθερότεροι στην πίστη του Χριστού, δόθηκε η απόφαση και έκοψαν τις τίμιες τους κεφαλές. Μερικοί ευλαβείς χριστιανοί πήραν τη νύχτα τα σώματα των Αγίων και με ευλάβεια τα ενταφίασαν σε ένα χωριό που λεγόταν Ορμήδεια. Μετά από αρκετά χρόνια φανερώθηκαν τα Άγια τους λείψανα και αποτέλεσαν πηγή αμέτρητων καθημερινών θαυμάτων και θεράπευαν διάφορες παθήσεις. Ο τότε ηγεμόνας της Κύπρου
από δυσεντερία και κωφότητα. Προσήλθε με πόθο στα λείψανα των Αγίων και, ω του θαύματος, αμέσως έλαβε την υγεία του και δόξασε το Θεό, ο οποίος αντιδοξάζει εκείνους που τον δοξάζουν και χύνουν το αίμα τους γι' αυτόν. Αυτός λοιπόν ο άρχοντας, επειδή θεραπεύτηκε από τις αρρώστιές του, έκτισε από τα θεμέλια μεγάλη εκκλησία στο όνομα του Αγίου Κωνσταντίνου του Θαυματουργού. Αλλά και όσοι άλλοι ασθενείς προσέρχονται με πολλή ευλάβεια, γιατρεύονται από κάθε είδους αρρώστια με τις πρεσβείες του Αγίου αυτού Μεγαλομάρτυρος Κωνσταντίνου.
Επανέλθουμε όμως στους σήμερα εορταζομένους Αγίους Αναργύρους. Αν και το σημαντικότερο είναι οι κατά Θεόν, οι ένθεοι, η θεανθρώπινη ζωή τους, εντύπωση όμως προκαλεί και ο τρόπος της τελευτής τους και ο φθόνος που προκάλεσε τη θανάτωσή τους.
Πράγματι δαιμονική κατάσταση. Φοβερό και καταστροφικό το πάθος αυτό της ζηλοφθονίας. Ύπουλο αλλά και ευρύτατα διαδεδομένο. Η αμαρτωλή ζωή και τα δεινά του ανθρώπου αρχίζουν σαν αποτέλεσμα του φθόνου του διαβόλου. Ο πρώτος φόνος γίνεται από ζηλοφθονία.
Εν τη αφελότητή του, υποδέχεται το νεογέννητο αδερφάκι του σαφείς εκδηλώσεις ζήλιας. Από εκεί και πέρα, καθώς το πάθος αυτό είναι γνήσιο τέκνο του εγωισμού, το συναντά κανείς σε πολλές περιοχές των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Στην οικογένεια, το σχολείο, το παιχνίδι, τον αθλητισμό, το επάγγελμα, την πολιτική. Λυμαίνεται με εύσχημους και μη τρόπους την κοσμική αλλά και την εκκλησιαστική ζωή. Είναι τόσο διαδεδομένο που, όπως λένε αυτοί που ξέρουν από πνευματική ζωή, συναντάται και μεταξύ των πνευματικά προχωρημένων. Αν κοιτάξουμε με ειλικρίνεια την καρδιά μας, όχι σε πράγματα που δεν μας ενδιαφέρουν
σε εκείνα που τα επιθυμούμε νομίζουμε ότι δεν θα αργήσουμε να το επισημάνουμε. Κύριο δε γνώρισμά του είναι το μίσος κατά παντός που καταστρέφει το υπερήφανο αίσθημα υπεροχής μας. Ανεχόμαστε ίσως οι άλλοι να είναι καλοί, να αγαπώνται, να τιμώνται κτλ. Όχι όμως και πιο πολύ από εμάς. Πώς θα μπορέσουμε να γλιτώσουμε από το πάθος αυτό που καταστρέφει την αγάπη και φθείρει την ψυχή μας, όπως η σκουριά το σίδερο κατά τον Μέγα Βασίλειο ή όπως ο σκόρος τα ενδύματα κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο; Αν με τη χάρη του Θεού αγαπήσουμε την ταπείνωση, αν ποθήσουμε όλοι οι άλλοι και σε όλα να είναι καλύτεροι από μας,
αν μάθουμε να βλέπουμε τους άλλους όχι ως ξένους, αλλά ως μέλη του ιδίου σώματος του Χριστού και έτσι το δικό τους καλό το αισθανόμαστε ως δικό μας και το δικό τους κακό επίσης δικό μας, τότε θα είναι εύκολο να είμαστε τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι, να κλαίουμε μετά των κλαιόντων και να χαίρουμε μετά των χαιρόντων και γενικώς να αγαπούμε τον πλησίον μας ως εαυτόν.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
Our Church has three pairs of Saints Cosmas and Damian. The first came from Asia. They reposed in peace and are commemorated on November 1. The second came from Rome, and they are the saints we celebrate today. The third came from Arabia. They died as martyrs and are commemorated on November 17. The Holy Unmercenaries Cosmas and Damian, whom we celebrate today, lived in the time of Emperor Numerian, who ruled alongside his brother Carinus in AD 284. As I mentioned, they came from Rome and were brothers.
They studied medicine and practiced it, healing animals as well as people. The only payment they asked of those they healed was that they believe in Christ; they took no material reward. God, rewarding their compassion, blessed their medical skill and gave them the power to work miracles. Where human skill could do no more, the grace of God brought healing. They were accused before Emperor Carinus of healing and working wonders by magic. Unwilling to let anyone else be handed over in their place, they came forward of their own free will
and surrendered themselves to the emperor. They could not be persuaded to deny Christ. According to one account, they even persuaded Carinus to renounce the worship of idols after they healed him. As he questioned the saints and threatened to put them to death unless they denied Christ, his face twisted backward. The saints healed him. Because of this miracle, those present, the healed emperor, and his household believed in Christ. He then released the saints with honor. Such deeds stirred the envy of the other physicians and of their teacher.
Thank you. For they were Christians. One day, while the brothers were with their teacher on a mountain gathering medicinal herbs, he killed them with stones or by pushing them over a high cliff.
Saint Peter, who is also celebrated today, lived in the eighth century, in the time of Constantine and the devout Empress Irene. His father, Constantine, held the rank of patrician and was a general. From his youth, Saint Peter studied grammar and philosophy. He later married and became commander of the imperial guard and a patrician. When Nikephoros became emperor in 802, he took Peter with him to war against the Bulgarians. There the saint was captured by the enemy and thrown into prison to be punished.
Saint John the Evangelist appeared to him, freed him, and accompanied him as far as Roman territory. Peter then came to Constantinople. There he gave most of his wealth to the poor. Counting all worldly things as refuse, he went to Mount Olympus in Asia Minor. He received the monastic habit, became a monk under Saint Joannicius the Great, and pursued the virtues with all humility. Elder Joannicius held him in high regard. He loved him for his goodness and honored him for his virtue. After thirty-four years, in 847,
following the repose of Saint Joannicius, Saint Peter went to Constantinople. He then moved to a church he had built himself, known as Evandrou. He built a small hut and spent eight years there. Throughout his ascetic life, he wore garments of haircloth and never wore shoes. Through fasting, vigils, and other hardships he wore down his body, while bringing comfort to many people in soul and spirit. Having lived in a good and God-pleasing way, he reposed in the Lord. They say that beneath his haircloth garment he wore another woven from straw.
That garment was buried with him.
Saint Constantine the Martyr, whom we celebrate today, and the three hundred holy martyrs who suffered with him came from various places. They had gone to Jerusalem as pilgrims. After venerating all the holy sites there, they went to the coastal town of Joppa, now Jaffa. They boarded a ship and sailed toward the harbor of Paphos in Cyprus. But a strong wind wrecked the ship. By the grace of God, the saints survived and scattered across the island. Saint Constantine and three others went to a place called Trachiados.
They traveled through the country like the apostles, proclaiming Christ as the true God. When Sabinus, the ruler of Cyprus, heard this, he ordered the saints brought before him. Under questioning, they confessed their faith in Christ. Because they refused to obey his command to deny Christ, they were whipped and imprisoned. The next day Sabinus had them brought before him again. When they still refused to sacrifice to idols, he ordered them hung upside down and their flesh torn. They were then laid on red-hot plates, but by the grace of God they remained
unharmed, and were put back in prison. Several days later, the ruler ordered them brought before the court again. Under questioning, they proved unshaken—more steadfast than ever in their faith in Christ. So they were sentenced to death and beheaded. That night, some devout Christians took the saints’ bodies and buried them reverently in a village called Ormideia. Many years later, their holy relics were revealed. They became a source of countless daily miracles and healed many illnesses. The ruler of Cyprus at that time was suffering
from dysentery and deafness. He came with longing to the saints’ relics and, wonder of wonders, was healed at once. He glorified God, who honors those who glorify Him and shed their blood for Him. In gratitude for his healing, the ruler built a large church from the foundations up in the name of Saint Constantine the Wonderworker. All who come there in illness with deep reverence are also healed of every kind of disease through the intercessions of this great martyr, Saint Constantine.
But let us return to the Holy Unmercenaries whom we celebrate today. What matters most is their life in God, filled with His presence and shaped by Christ the God-Man. Yet the manner of their death also strikes us, as does the envy that led to their murder.
Envy is truly a demonic state. This passion is terrible and destructive: subtle, yet widespread. Humanity’s sinful life and suffering began through the envy of the devil. The first murder, too, was committed out of envy.
Even a young child, in all his innocence, may greet a newborn brother or sister with unmistakable signs of jealousy. From there, because this passion is born of self-centeredness, we find it in so many human relationships: in the family, at school, in games and sports, at work, and in politics. Openly or under a respectable appearance, it ravages life in the world and in the Church. It is so widespread that, as those experienced in spiritual life tell us, it can be found even among those who have made spiritual progress. If we look honestly into our hearts, especially in matters we care about
and desire, I think we will soon notice it. Its chief mark is hatred for anyone who threatens our proud sense of superiority. We may tolerate others being good, loved, and honored—but not more than we are. How can we escape this passion, which destroys love and eats away at our soul like rust at iron, as Saint Basil the Great says, or like moths at clothing, as Saint John Chrysostom says? If, by the grace of God, we come to love humility, and if we long for everyone else to be better than we are in every way,
if we learn to see others as members of the same body of Christ rather than as strangers, and to feel their good as our own good and their suffering as our own, then it will be easy to give one another the first place in honor, to weep with those who weep, to rejoice with those who rejoice, and, in all things, to love our neighbor as ourselves.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\01 07 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.