Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ορθόδοξοι άγιοι, θάρρος στην πίστη και αγάπη προς τον Χριστό

Ο Βασίλειος ο Ομολογητής υπέμεινε φυλάκιση και βασανιστήρια για την υπεράσπιση της τιμής των αγίων εικόνων επί Λέοντα Γ', μαζί με τον Προκόπιο τον Δεκαπολίτη. Μετά την απελευθέρωσή του, ο Βασίλειος επανέλαβε την ασκητική του ζωή και καθοδήγησε άλλους προς την αρετή και την Ορθόδοξη πίστη.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων28 Φεβρουαρίου14:20Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Βασίλειος ο Ομολογητής υπέμεινε φυλάκιση και βασανιστήρια για την υπεράσπιση της τιμής των αγίων εικόνων επί Λέοντα Γ', μαζί με τον Προκόπιο τον Δεκαπολίτη.
  • Μετά την απελευθέρωσή του, ο Βασίλειος επανέλαβε την ασκητική του ζωή και καθοδήγησε άλλους προς την αρετή και την Ορθόδοξη πίστη.
  • Ο Πρωτέριος αντιτάχθηκε στον Διόσκορο και στον Μονοφυσιτισμό παρά τον κίνδυνο δίωξης, και η Σύνοδος της Χαλκηδόνας τον διόρισε Πατριάρχη Αλεξανδρείας.
  • Οι οπαδοί του Τιμοθέου Αιλούρου σκότωσαν τον Πρωτέριο αφού εκείνος αναζήτησε καταφύγιο σε εκκλησία.
  • Η Μαρανά και η Κύρα εγκατέλειψαν προνομιούχες ζωές στη Συρία για να ζήσουν σε απομόνωση, υπομένοντας σκληρά καιρικά φαινόμενα, φορώντας βαριές αλυσίδες και ακολουθώντας μακρές νηστείες.
  • Η νηστευτική τους προσκύνηση στα Ιεροσόλυμα αντανακλούσε τη βαθιά αγάπη τους προς τον Χριστό.
  • Η ομιλία κλείνει με τη διδασκαλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου ότι η αγάπη προς τον Χριστό διαλύει τα αμαρτωλά πάθη και οδηγεί στην απάθεια.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 12 παράγραφοι

Έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Λέοντος του Τρίτου του Ισαύρου, που ήταν εικονομάχος και βασίλευσε κατά τον 8ο μετά Χριστόν αιώνα. Νέος δε στην ηλικία έγινε μοναχός και υποβαλλόταν σε αυστηρή άσκηση. Αφού λοιπόν πρώτα καλώς ως μοναχός αγωνίστηκε, μετά αντιστάθηκε με ανδρεία κατά της αιρέσεως των εικονομάχων και υπέρ του σεβασμού και προσκυνήσεως των Αγίων Εικόνων. Γι' αυτό συνελήφθη και βασανίστηκε. Οι εικονομάχοι τον ξέσχισαν σε όλο του το σώμα και τον έριξαν στη φυλακή. Όμως αυτός δεν υποχωρούσε από την καλή αυτή αντίσταση, κήρυττε την αλήθεια της Ορθοδοξίας μέχρι θανάτου, έχοντας ως συναγωνιστή τον Άγιο Προκόπιο τον Δεκαπολίτη,

τον οποίον η Εκκλησία μας εόρτασε χθες. Αφού ο Λέων Γ΄ απέθανε, ελευθερώθηκε ο Άγιος από τη φυλακή και συνέχιζε πάλι την προηγούμενη ασκητική του ζωή. Πολλούς δε αμαρτωλούς παρακινούσε στην αρετή με το λόγο και το παράδειγμά του και πολλούς κακοδόξους επέστρεφε στην Ορθόδοξη πίστη. Με τέτοιο λοιπόν τρόπο, αφού πολιτεύτηκε οσίως, χαίροντας και ευχαριστώντας το Θεό, απήλθε προς τον Κύριο, τον οποίον από παιδί αγάπησε.

Ο ιερομάρτυς Προτέριος ήταν πρεσβύτερος της εκκλησίας στην Αλεξάνδρεια κατά τον 5ο μετά Χριστόν αιώνα, κατά τους χρόνους των ευσεβεστάτων βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας. Αγωνίστηκε κατά της αιρέσεως των μονοφυσιτών, παρόλο που ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Διόσκορος ήταν υπέρμαχος της πλάνης. Αλλά ο Προτέριος αντιτάχθηκε κατά του προϊσταμένου του, χωρίς να φοβηθεί την εξουσία και τον κατατρεγμό του. Η διαγωγή του αυτή αναδεικνύεται λαμπρότερη όταν λάβουμε υπόψη ότι ο Διόσκορος τον είχε αναδείξει πατριαρχικό επίτροπο. Όταν όμως ο Πατριάρχης φάνηκε προστάτης του αιρετικού Ευτυχούς και έκανε όσα γνωρίζουμε στη Ληστρική Σύνοδο της Εφέσου, ο Προτέριος έκρινε ότι όφειλε να διαμαρτυρηθεί.

Όπως και έκανε, προτιμώντας να διωχθεί χάριν της αληθείας, παρά να κατέχει αξιώματα με ένοχη απέναντί της σιωπή. Η Τετάρτη Αγία Οικουμενική Σύνοδος, που έγινε το 451 στη Χαλκηδόνα απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, κατεδίκασε τον Διόσκορο και ανέδειξε Πατριάρχη Αλεξανδρείας τον Προτέριο. Αλλά οι μονοφυσίτες οπαδοί του Διοσκόρου δεν ήταν λίγοι στην Αλεξάνδρεια. Αυτοί προκαλούσαν ρήξεις και στάσεις και πολλές φορές επιχείρησαν να τον λιθοβολήσουν. Για να εννοηθεί η λύσσα και η μανία τους, αρκεί να λεχθεί ότι επιχείρησαν παρόμοια και κατά των πολιτικών και στρατιωτικών αρχόντων, επειδή αυτοί, ως αντιπρόσωποι του ευσεβούς Αυτοκράτορος Μαρκιανού

και της ευσεβεστάτης Πουλχερίας, υποστήριζαν τον Προτέριο. Μετά το θάνατο του Μαρκιανού, οι αιρετικοί πολέμιοι του Προτερίου πολλαπλασίασαν τη θρασύτητά τους και κατέφυγαν σε σατανικές επινοήσεις για να εκπληρώσουν τους άνομους σκοπούς τους. Επικεφαλής τους τέθηκε ένας από τους ιερείς της Αλεξανδρίας που ονομαζόταν Τιμόθεος. Τιτλοφορήθηκε δε χαρακτηριστικά Αίλουρος. Εργάστηκε με μύρια τεχνάσματα για να διεγείρει κατά του Προτερίου τους μοναχούς της Αλεξανδρίας και να τους καταστήσει ευνοϊκούς υπέρ της δικής του υποψηφιότητος για τον πατριαρχικό θρόνο. Οι μοναχοί παρασύρθηκαν και διέθεσαν υπέρ αυτού όλη την επιρροή τους. Φιλικά προς αυτόν ήταν και τα μανιακά στίφη του Αλεξανδρινού όχλου.

Επωφελήθηκαν από την απουσία από την Αλεξάνδρεια του στρατιωτικού διοικητού Διονυσίου, προκάλεσαν μεγάλη ταραχή και ανακήρυξαν Πατριάρχη τον Τιμόθεο τον Αίλουρο. Και έσπευσε μεν ο Διονύσιος να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια, αλλά οι στασιαστές πρόφτασαν να εκτελέσουν τον κατά του Προτερίου φονικό σκοπό τους. Βλέποντας εκείνος να κινδυνεύει η ζωή του, ζήτησε σωτηρία στο ναό και κρύφτηκε στην κολυμβήθρα του βαπτίσματος. Αλλά οι αιμοδιψείς διώκτες του τον ανακάλυψαν και, χωρίς να σεβαστούν ούτε το αξίωμα, ούτε την αθωότητα, ούτε την ιερότητα του χώρου, βύθισαν το ξίφος στον Άγιο ή, κατά άλλη άποψη, τον κατέσφαξαν με κοπτερά καλάμια. Μετά τον έδεσαν με σχοινί,

τον έσυραν στους δρόμους της πόλεως και ένα μέρος του σώματος το έδωσαν στα σκυλιά, το δε υπόλοιπο το κατέκαψαν και τη στάχτη την έριξαν στον αέρα. Αργότερα ο Τιμόθεος ο Αίλουρος καταδικάστηκε συνοδικώς, καθαιρέθηκε και εξορίστηκε στη Γάγγρα. Έκτοτε η μνήμη του παραμένει αμαυρωμένη, του δε Προτερίου λάμπει η μνήμη ως ιερομάρτυρος που μαρτυρεί και διδάσκει την αγάπη προς την Ορθοδοξία.

Οι Όσιες Μαράννα και Κύρα είχαν πατρίδα τη Βέρεια της Συρίας, ζούσαν δε κατά τον 5ο μετά Χριστόν αιώνα. Ήταν και οι δυο εξόχου και περηφάνου καταγωγής, είχαν ανατροφή ανάλογη με το γένος τους. Αυτές όμως, αφού καταφρόνησαν τη λαμπρότητα του γένους και όλα τα ευχάριστα και χαροποιά της ζωής αυτής, έκτισαν έξω από την πόλη περιτείχισμα, εισήλθαν σε αυτό και έφραξαν την είσοδο με πέτρες και πηλό. Βλέποντας αυτές δυο υπηρέτριές τους, δεν θέλησαν να τις αποχωριστούν, αποφάσισαν δε και αυτές να ζήσουν παρόμοια ζωή. Γι' αυτό τους πρότειναν οι Όσιες να κτίσουν έξω από το δικό τους περιτείχισμα μικρό κελί και εκεί να αγωνίζονται. Από κάποιο παράθυρο

νουθετούσαν στον πνευματικό αγώνα και δυνάμωναν την προς το Θεό αγάπη τους. Οι Όσιες Μαράννα και Κύρα ήταν χωρίς στέγη. Υπέμειναν τις βροχές και τα χιόνια το χειμώνα και το καύμα του ηλίου το καλοκαίρι. Την τροφή τους την έπαιρναν από κάποιο μικρό παράθυρο και από εκεί συνομιλούσε η Μαράννα μόνο με γυναίκες και μόνο κατά την Πεντηκοστή. Τον υπόλοιπο καιρό ησύχαζαν και δεν συνομιλούσαν. Την άσκησή τους μεγάλωναν σίδερα πολλά και βαριά που φορούσαν στο σώμα τους. Κατά τη διάρκεια της ζωής τους τρεις φορές νήστεψαν επί 40 μέρες, όπως ο Προφήτης Μωυσής και ο Θεσβήτης Ηλίας, και τρεις φορές νήστεψαν επί τρεις εβδομάδες, όπως ο Προφήτης Δανιήλ.

Κάποτε επιθύμησαν να δουν τους Αγίους Τόπους, πήγαν στα Ιεροσόλυμα, κατά δε την οδοιπορία δεν έφαγαν τίποτε. Αλλά ούτε και κατά την επάνοδο έφαγαν καθ' οδόν, αν και για να διανύσει κανείς το μεταξύ Βερίας της Συρίας και Ιεροσολύμων διάστημα χρειαζόταν, την εποχή εκείνη, χρόνο όχι μικρότερο των είκοσι ημερών. Τόσο πολύ κατέφλεξε των μακαρίων αυτών τις καρδιές ο Θείος Έρωτας, ο Πνευματικός Έρωτας του Νυμφίου Χριστού. Με τέτοια λοιπόν ενάρετη ζωή, αφού στόλισαν οι τρισόλβιες τον εαυτό τους και έγιναν έτσι στις άλλες γυναίκες παράδειγμα αρετής και ασκήσεως, απήλθαν προς ον ηγάπησαν, Νυμφίο Χριστό.

Αυτό που βλέπουμε στα συναξάρια των Αγίων της Εκκλησίας μας, και ίσως κατά τρόπο ιδιαίτερα χαρακτηριστικό στο συναξάρι των σήμερα εορταζομένων οσίων Μαράννας και Κύρας, είναι η αγάπη, ο πόθος του Θεού, ο θείος έρωτας. Ο έρωτας προς το Θεό εξανέμιζε κάθε άλλο έρωτα. Από αυτόν τον έντονο πόθο του Θεού κινούμενοι οι Άγιοι άφηναν καθετί άλλο που δεν ήταν ο Θεός για να επιτύχουν το Θεό. Έτσι άφηναν χρήματα, κτήματα, πατρίδες, δόξες επίγειες και εφήμερες, συγγενείς και πρόσωπα αγαπητά, τα πάντα. Ακόμη και τον ίδιο τους τον εαυτό, την άνεση, την καλοπέραση, την ασφάλεια, μέχρι και την ίδια τους τη ζωή.

Επιδίδονταν σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες και το μαρτύριο. Έτσι εξαφανίζονταν τα πάθη και άνθιζε η κατά Θεόν ζωή, η απάθεια. Αυτά εκφράζει με έμμετρο λόγο ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Γράφει λοιπόν ο Άγιος απευθυνόμενος προς τον Χριστό: «Αμήχανον το κάλλος σου, ασύγκριτον το είδος, η ωραιότης άφατος, υπέρ λόγον η δόξα. Το είδος, Δέσποτα Χριστέ, το αγαθόν και πράον, των γηγενών υπέρκειται τας εννοίας απάντων, και διά τούτο ο προς σε πόθος και η αγάπη πάσαν αγάπην των βροτών υπερνικά και πόθον. Καθώς γαρ υπέρκειται των ορωμένων, Σώτερ, κατά τοσούτον ο προς σε πόθος υπάρχει μείζων, συγκαλύπτει άπασαν ανθρωπίνην αγάπην και έρωτας των σαρκικών ηδονών αποτρέπει, επιθυμίας πάσας δε αποκρούεται τάχος. Σκότος γαρ όντως των παθών επιθυμία πέλει και νυξ βαθεία των αισχρών αμαρτιών αι πράξεις, φως δε ο έρως ο προς σε και η αγάπη, Σώτερ. Διό εξανατέλουσα εν ψυχαίς φιλοθέοις ευθύς ημέραν εμποιεί απαθείας, Θεέ μου, αποδιώκουσα παθών και ηδονών το σκότος». Είθε και εμείς να γίνουμε κάτοχοι αυτού του θείου έρωτος και αυτής της εν Θεώ απαθίας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 12 παράγραφοι

He lived in the time of Emperor Leo III the Isaurian, an iconoclast who reigned in the eighth century after Christ. He became a monk while still young and devoted himself to strict ascesis, or ascetic discipline. Having first struggled faithfully as a monk, he then bravely resisted the heresy of the iconoclasts and defended the reverence and veneration of the holy icons. For this he was arrested and tortured. The iconoclasts tore his body all over and threw him into prison. Yet he would not give up this righteous stand. He preached the truth of Orthodoxy even in the face of death, alongside Saint Procopius the Decapolite,

whom our Church commemorated yesterday. After Leo III died, the saint was released from prison and resumed his former ascetic life. By his words and example, he urged many sinners toward virtue and brought many who held false beliefs back to the Orthodox faith. Having lived in this holy way, rejoicing and giving thanks to God, he departed to the Lord, whom he had loved since childhood.

The hieromartyr Proterius was a priest of the Church in Alexandria in the fifth century after Christ, during the reign of the devout rulers Marcian and Pulcheria. He struggled against the heresy of the Monophysites, although Dioscorus, the Archbishop of Alexandria, championed that error. Proterius opposed his own superior without fearing his power or persecution. His conduct is all the more remarkable when we remember that Dioscorus himself had appointed him patriarchal vicar. But when the Patriarch showed himself to be a protector of the heretic Eutyches and did what we know he did at the Robber Council of Ephesus, Proterius judged that he had a duty to protest.

And protest he did, choosing persecution for the sake of the truth over holding office while remaining guiltily silent about it. The Fourth Holy Ecumenical Council, held in 451 at Chalcedon, across from Constantinople, condemned Dioscorus and appointed Proterius Patriarch of Alexandria. But Dioscorus had many Monophysite supporters in Alexandria. They stirred up conflict and rebellion and tried many times to stone Proterius. To understand their fury, it is enough to say that they even attempted the same against the civil and military authorities, because those officials, as representatives of the devout Emperor Marcian

and the most devout Pulcheria, supported Proterius. After Marcian’s death, Proterius’s heretical opponents grew bolder and resorted to satanic schemes to carry out their lawless aims. One of the priests of Alexandria, named Timothy, became their leader. He came to be known as Aelurus. Through countless intrigues, he worked to turn the monks of Alexandria against Proterius and win their support for his own claim to the patriarchal throne. The monks were led astray and placed all their influence behind him. The frenzied crowds of Alexandria were on his side as well.

Taking advantage of the absence of Dionysius, the military commander, from Alexandria, they caused a great disturbance and proclaimed Timothy Aelurus Patriarch. Dionysius hurried back to Alexandria, but the rebels had already carried out their murderous plan against Proterius. Seeing his life in danger, Proterius sought refuge in a church and hid in the baptismal font. But his bloodthirsty persecutors found him. Respecting neither his office, nor his innocence, nor the sanctity of the place, they plunged a sword into the saint—or, according to another account, slaughtered him with sharp reeds. Then they tied him with a rope,

dragged him through the streets of the city, gave part of his body to the dogs, burned the rest, and scattered the ashes into the air. Later, Timothy Aelurus was condemned by a Synod, removed from office, and exiled to Gangra. His memory has remained stained ever since, while the memory of Proterius shines as that of a hieromartyr whose witness teaches love for Orthodoxy.

Saints Marana and Cyra came from Beroea in Syria and lived in the fifth century after Christ. Both were born into distinguished, noble families and raised accordingly. But they turned away from the splendor of their birth and all the pleasures and comforts of this life. Outside the city, they built a walled enclosure, went inside, and sealed the entrance with stones and clay. When two of their servants saw this, they did not want to be parted from them and decided to live in the same way. So the saints suggested that they build a small cell outside their enclosure and undertake their spiritual struggle there. Through a small window,

Marana and Cyra guided them in that struggle and strengthened their love for God. The two saints lived without a roof, enduring rain and snow in winter and the burning sun in summer. They received their food through a small window. Through it, Marana spoke only to women, and only at Pentecost. At all other times, they lived in stillness and spoke to no one. They made their ascesis, their ascetic discipline, more demanding by wearing many heavy iron chains on their bodies. During their lives, they fasted for forty days on three occasions, like the Prophet Moses and Elijah the Tishbite. Three times they also fasted for three weeks, like the Prophet Daniel.

Once, longing to see the Holy Places, they went to Jerusalem and ate nothing on the journey. They ate nothing on the journey back either, though in those days the distance between Beroea in Syria and Jerusalem took no less than twenty days to travel. So deeply did divine love, that spiritual longing for Christ the Bridegroom, set the hearts of these blessed women aflame. Adorning themselves with such a virtuous life, these threefold-blessed women became examples of virtue and ascesis, or ascetic discipline, for other women. Then they departed to the One they loved, Christ the Bridegroom.

What we see in the lives of the saints of our Church, and perhaps especially clearly in the lives of Saints Marana and Cyra, whom we celebrate today, is love: longing for God, divine love. Love for God swept away every other longing. Moved by this intense desire for God, the saints left behind everything that was not God in order to reach Him. They left money, property, homelands, earthly and passing honors, relatives and loved ones—everything. They even gave up their own comfort, ease, and safety, and ultimately their very lives.

They gave themselves to great ascetic struggles and to martyrdom. In this way the passions faded away, and life in God blossomed into apatheia, freedom from the passions. Saint Symeon the New Theologian expresses this in verse. Addressing Christ, he writes: “Your beauty is beyond our grasp, Your form beyond compare; Your loveliness cannot be told, Your glory is beyond words. Your form, Master Christ, so good and gentle, surpasses the understanding of all who dwell on earth. And so longing and love for You overcome every human love and longing. For as You surpass all that can be seen, Savior, so much greater is our longing for You. It overshadows every human love, turns us away from desire for the pleasures of the flesh, and quickly drives away every craving. Desire born of the passions is truly darkness, and sinful deeds are deep night. But longing and love for You, Savior, are light. When that light rises in souls that love God, it brings at once the day of apatheia, freedom from the passions, my God, and drives away the darkness of passions and pleasures.” May we too come to possess this divine love and this freedom from the passions in God.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\28 02 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα