Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιοι 22 Νοεμβρίου: μαρτύριο και το νόημα του πόνου

Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη αποστόλων, μαρτύρων και ασκητών στις 22 Νοεμβρίου. Ο Φιλήμων, ο Άρχιππος, η Απφία και ο Ονήσιμος τιμώνται ως μαθητές του Παύλου που υπέφεραν για την πίστη τους.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων22 Νοεμβρίου15:40Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη αποστόλων, μαρτύρων και ασκητών στις 22 Νοεμβρίου.
  • Ο Φιλήμων, ο Άρχιππος, η Απφία και ο Ονήσιμος τιμώνται ως μαθητές του Παύλου που υπέφεραν για την πίστη τους.
  • Η ομιλία αφηγείται τη διακονία του Φιλήμονα στη Γάζα και στις Κολοσσές και τα μαρτύρια του Αρχίππου, της Απφίας, του Φιλήμονα και του Ονησίμου.
  • Ο Μηνίγνος ο Κναφεύς συγκινείται από τη θαυματουργική απελευθέρωση φυλακισμένων χριστιανών κατά τον διωγμό επί Δεκίου.
  • Ο Μηνίγνος σχίζει τα διατάγματα κατά των χριστιανών, υπομένει βασανιστήρια και αποκεφαλίζεται· οι συμπιστοί του ανασύρουν και θάβουν τα λείψανά του.
  • Η δια βίου προσευχή, νηστεία και πειθαρχία του Αββά αποτελούν παράδειγμα ασκητικής επιμονής.
  • Με βάση τον Ισαάκ τον Σύρο και τον Μάξιμο τον Ομολογητή, η ομιλία παρουσιάζει τον πόνο ως μέρος της πνευματικής θεραπείας και προτρέπει σε ευγνωμοσύνη προς τον Θεό μέσα στις δοκιμασίες.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι

Σήμερα, 22 Νοεμβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Αποστόλων Φιλήμονος, Αρχίππου, Ονησίμου και Απφίας, των Αγίων Μαρτύρων Κικιλίας, Βαλεριανού και Τιβουρτίου, του Αγίου Μαξίμου του Καπιτουλαρίου, των Αγίων Μαρτύρων Μάρκου, Στεφάνου και άλλου Μάρκου, του Αγίου Μάρτυρος Προκοπίου του Παλαιστινού, του Αγίου Μάρτυρος Μενίγνου του Κναφέως, του Οσίου Αββά, του Οσίου Καλλίστου, των Αγίων Μαρτύρων Χριστοφόρου και Ευφημίας, των Αγίων Μαρτύρων Θαλελαίου και Ανθήμου, των Αγίων Μαρτύρων Θαδδαίου, Αγαπίωνος και Αγαπίου, του Αγίου Ιερομάρτυρος Συσινίου, του Αγίου Κλήμεντος του Θαυματουργού, του Βουλγαροκήρυκος,

του Αγίου Μιχαήλ Δουκός Φερίας του Ρώσου.

Ο Απόστολος Φιλήμων και οι Άγιοι Μάρτυρες Άρχιππος, Ονήσιμος και Απφία ήταν κατά τους χρόνους του βασιλέα Νέρωνος, υπήρξαν δε μαθητές του Αγίου Αποστόλου Παύλου, ο οποίος τους αναφέρει στην προς Φιλήμονα επιστολή λέγοντας: «Παύλος, δέσμιος Ιησού Χριστού και Τιμόθεος ο αδελφός, Φιλήμονι τω αγαπητώ και συνεργώ ημών και Απφία τη αγαπητή και Αρχίππω τω συστρατιώτη ημών και τη κατ' οίκον σου εκκλησία». Πολλούς δε και άλλους επαίνους πλέκει στον μακάριο Φιλήμονα, τον οποίο χειροτόνησε επίσκοπο της πόλεως Γάζης, η οποία βρίσκεται στην Παλαιστίνη. Αυτόν επαινεί και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, χαρακτηρίζοντάς τον άνθρωπο θαυμαστό, επαινετό,

αγαθό κατά τη γνώμη, ελεήμονα και βοηθό στις ανάγκες των χριστιανών. Εκεί στη Γάζα έδιωξε το σκοτάδι της αγνωσίας, σκορπίζοντας το φως της θεογνωσίας. Μετά πήγε στην πόλη Κολοσσές, όπου κήρυξε το λόγο της αληθείας μαζί με τον Άρχιππο και την Απφία. Επειδή οι ειδωλολάτρες γιόρταζαν στην πόλη εκείνη κάποια γιορτή της ψευδοθεάς τους Αρτέμιδος, συνέπεσε δε οι ανωτέρω Απόστολοι να λατρεύουν στην εκκλησία τον αληθινό Θεό, για το λόγο αυτό οι ειδωλολάτρες οργίστηκαν, όρμησαν, τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν στον άρχοντα Ανδροκλή. Πρώτα ο Άγιος Άρχιππος, επειδή αρνήθηκε να θυσιάσει στο είδωλο που ονομαζόταν Μηνάς, ρίφθηκε μέσα σε λάκκο, καταχώθηκε μέχρι τη μέση,

με βελόνες και τελευταία λιθοβολήθηκε και έτσι έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου. Ο Άγιος Φιλήμων και η Αγία Απφία, αφού δάρθηκαν δυνατά και υπέστησαν διάφορα άλλα βασανιστήρια, έλαβαν επίσης τους στεφάνους του μαρτυρίου. Ο δε Άγιος Ονήσιμος, που υπήρξε ο διακομιστής της προς Φιλήμονα επιστολής και ήταν δούλος του Αγίου Φιλήμονος, μετά το μαρτυρικό τέλος του Αποστόλου Παύλου, στάλθηκε από τον έπαρχο Τέρτυλλο ως κατάδικος από τη Ρώμη στους Ποτιόλους, όπου, αφού δάρθηκε δυνατά και του συνέτριψαν τα σκέλη, άφησε την πρόσκαιρη αυτή ζωή και απήλθε στην αιώνια και ουράνια. Εμμενά, εμμενά, εμμενά.

Ο Άγιος Μάρτυς Μένιγνος έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Δεκίου, τον 3ο μετά Χριστόν αιώνα, καταγόταν δε από την πόλη Πάριον του Ελλησπόντου, η οποία ονομάστηκε έτσι διότι κτίστηκε από τους Παρίους, τους κατοίκους της νήσου Πάρου. Κατά την τέχνη ήταν κναφεύς, δηλαδή λεύκαινε υφάσματα. Επειδή κατά τους χρόνους εκείνους άρχισε μεγάλος διωγμός κατά των Χριστιανών, ο άρχοντας του τόπου όπου έμενε ο Άγιος, όσους Χριστιανούς βρήκε, τους συνέλαβε, τους έδειρε και τους φυλάκισε, βάζοντας τα πόδια τους στο τιμωρητικό ξύλο. Το βράδυ όλοι οι δεσμώτες χριστιανοί προσευχήθηκαν και είπαν: «Δέσποτα Κύριε, ο των κορυφαίων Πέτρον διά του Αγίου Αγγέλου λύσας από τα δεσμά,

από την φυλακήν εξαγαγών αυτόν, Αυτός νυν εξαπόστειλον και εις ημάς την βοήθειά σου και λύτρωσε ημάς από την στρέβλωσιν ταύτην των ποδών και από την σκοτεινήν φυλακήν, όπως γνωρίσωσιν οι καταφρονούντες το Άγιον Σου όνομα, ότι Συ μόνος είσαι Θεός και Βασιλεύς αιώνιος». Και να, πρόφθασε ο Κύριος και ουράνιο φως έλαμψε στη φυλακή. Είπε δε προς αυτούς ο Δεσπότης: «Μη φοβάστε, διότι εγώ είμαι μαζί σας». Αμέσως λύθηκαν τα δεσμά και η φυλακή άνοιξε μόνη της. Ο δε Κύριος πρόσθεσε: «Βγείτε από εδώ και κηρύττετε παντού τη δύναμή μου». Έτσι οι Άγιοι βγήκαν από τη φυλακή. Το πρωί δε, όταν ήρθαν οι στρατιώτες και είδαν τις πόρτες της φυλακής απαραβίαστες,

δε βρήκαν κανένα, εκπλάγηκαν, βγήκαν και φώναζαν: «Ο Ναζωραίος Χριστός ήλθε τη νύχτα και έκλεψε τους φυλακισμένους». Κι άλλοι μεν θαύμαζαν για το γεγονός, άλλοι δε κορόιδευαν τους φύλακες. Καθώς άκουσε αυτά ο Μένιγνος, γέμισε πίστη και αγάπη προς τον Κύριο και φλεγόταν η καρδιά του από τον πόθο του μαρτυρίου. Άλλη φορά, καθώς ο Άγιος βρισκόταν στο ποτάμι και έπλενε, άκουσε κάποια φωνή που τον καλούσε στο μαρτύριο και του έλεγε: «Μένιγνε, έλα σε μένα και θα σου δώσω χάρη πολλή». Φοβήθηκε ο Άγιος, αλλά συνέχισε την εργασία του. Η δε φωνή του είπε και πάλι: «Μένιγνε, έλα σε μένα για να απολαύσεις τα αγαθά που ετοιμάστηκαν για αυτούς που αγαπάνε το όνομά μου».

Και χωρίς να περιμένει να ακούσει για τρίτη φορά τη φωνή αυτή, πήγε, παρέδωσε τα ξένα ενδύματα που είχε και ετοίμασε τον εαυτό του, περιμένοντας να έλθει ο άρχοντας. Όταν ο τελευταίος ήλθε και κάθισε στην έδρα του και διάβαζε τα βασιλικά έγγραφα, τα οποία πρόσταζαν να τιμωρούνται οι χριστιανοί, τότε ο Μένιγνος, έχοντας πάρει θάρρος θεϊκό, πήγε και άρπαξε τα έγγραφα από τα χέρια του άρχοντα, τα ξέσκισε και τα καταπάτησε λέγοντας: «Εν ονόματι του Ιησού Χριστού του Θεού, επιβαίνω επάνω εις ασπίδα και βασιλίσκον και καταπατώ τα παράνομα του βασιλέως προστάγματα». Καθώς είδαν και άκουσαν αυτά οι του παράνομου άρχοντα παρανομότεροι υπηρέτες, έριξαν τον Άγιο κάτω και τον καταπατούσαν. Μετά τον

έδειραν δυνατά και κατά διαταγή του άρχοντα τον κρέμασαν και με σιδερένιες χειράγρες του καταξέσχιζαν τις σάρκες. Κι ο μεν Μάρτυς υπέμενε καρτερικά προσευχόμενος. Ο δε άρχοντας, βλέποντας τη μεγάλη υπομονή του μάρτυρος, βλασφημούσε και θεομαχούσε. Πρόσταξε δε να κοπούν τα δάκτυλα εκείνα που έσχισαν τα προστάγματα του βασιλέα. Μετά τον φυλάκισε. Την επομένη τον έφερε για να τον ξαναεξετάσει. Ο Μάρτυς ομολόγησε και πάλι ενώπιον όλων το Χριστό και έτσι αποφασίστηκε να αποκεφαλιστεί. Μετά τον αποκεφαλισμό του Αγίου, ο άρχοντας διέταξε να τον αφήσουν άταφο και διόρισε στρατιώτες να φυλάγουν το λείψανο. Τη νύχτα όμως πήγαν αδελφοί του Αγίου,

ενώ οι φύλακες κοιμόνταν, πήραν το τίμιο λείψανο και, αφού πήγαν στον τόπο όπου ήθελε ο Άγιος να ενταφιαστεί, εκεί αποκοιμήθηκαν. Τότε ο Άγιος φάνηκε σε έναν από τους αδελφούς εκείνους και του είπε: «Αδελφέ, καθώς σπεύσατε να πάρετε το λείψανό μου, ξεχάσατε να πάρετε την κεφαλή μου με την οποία ομολόγησα τον Χριστό». Ξύπνησε εκείνος και διηγήθηκε στους άλλους το όραμα. Καθώς επέστρεφε, σκεπτόταν τι να κάνει, καθώς η νύχτα ήταν σκοτεινή. Όταν πλησίασε στον τόπο, ω του θαύματος, είδε αστέρι να λάμπει πάνω από την κεφαλή του μάρτυρος. Έτσι την πήρε και επέστρεψε. Οι αδελφοί θέλησαν να πάνε μακρύτερα για να ενταφιάσουν το λείψανο.

Φάνηκε σε αυτούς ο Άγιος και τους πρόσταξε να τον ενταφιάσουν εκεί που βρίσκονταν προς δόξαν του αληθινού Θεού.

Ο Όσιος Αββάς ήταν από το γένος των Ισμαηλιτών. Αφού άφησε γονείς, πατρίδα και πλούτο, έγινε μοναχός. Κατά την πολυετή μοναχική του ζωή πάντοτε έβαζε αρχή. Αγωνιζόταν κάθε μέρα σαν να ξεκινούσε τότε τη μοναχική του πολιτεία και έτσι διατηρούσε τον ζήλο του και πάντοτε προόδευε στην αρετή. Στα πόδια του δεν έβαλε ποτέ υποδήματα. Έτρωγε δε τόσο λίγο φαγητό όσο να δίνει λίγη δύναμη στο σώμα του. Ήταν ζωσμένος με βαρύ σίδερο και όμως σπανίως καθόταν. Το περισσότερο μέρος της μέρας και της νύχτας το περνούσε προσευχόμενος όρθιος ή γονατιστός, αρνιόταν δε εντελώς να πλαγιάσει σε κρεβάτι και κανείς δεν τον είδε πλαγιασμένο.

Έτσι, όταν έγινε ηγούμενος και προεστός των εκεί μοναχών, αποτελούσε ζωντανό πρότυπο και παράδειγμα ασκήσεως στους αδελφούς του. Έχοντας ζήσει τέτοια ζωή, πλήρης ημερών αναπαύτηκε εν Κυρίω.

Στο συναξάρι είδαμε τρεις κατηγορίες Αγίων: Αποστόλους, Μάρτυρα και Όσιο. Όλοι τους έφτασαν στον ουρανό, στην αγιότητα, έχοντας ακολουθήσει δρόμους τραχείς. Άλλοι με το μαρτύριο του αίματος και άλλος με το μαρτύριο της συνειδήσεως. Έτσι, για μια ακόμη φορά, επαληθεύτηκε ο λόγος του Αββά Ισαάκ του Σύρου ότι «Ουδείς ανήλθε μετά ανέσεως εις τον Ουρανό». Φαίνεται λοιπόν ότι το μαρτύριο, ο πόνος, είναι εκ των ων ουκ άνευ της χριστιανικής ζωής και απαραίτητο στοιχείο γνησιότητάς της. Ο πόνος είναι απαραίτητο φάρμακο για τη θεραπεία της ψυχής μας.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγει ότι η ηδονή, η ευχαρίστηση των αισθήσεων, είναι η μητέρα της αμαρτίας, του πνευματικού θανάτου. Αυτή η μητέρα του θανάτου θανατώνεται με την οδύνη, με τον πόνο. Ο πόνος δε είναι είτε θεληματικός, όταν με τη θέλησή μας κάνουμε το καλό, ή είναι ακούσιος πόνος που χωρίς να τον θέλουμε έρχεται. Μας έρχεται με τις θλίψεις, τα βάσανα της ζωής αυτής. Φαίνεται δε ότι επειδή χαριζόμαστε στον εαυτό μας και δεν αγωνιζόμαστε όσο θα μπορούσαμε, γι' αυτό η αθέλητη οδύνη που με τα βάσανα μας έρχεται είναι απαραίτητη για να καθαριστεί εντελώς η ψυχή. Αν αυτά τα έχουμε υπόψη όταν μας έρχονται τα δυσάρεστα,

θα απορούμε, δε θα αγανακτούμε, αλλά μάλλον θα ευχαριστούμε και θα δοξάζουμε το Θεό που με τα στρυφνά φάρμακα των θλίψεων κατεργάζεται τη σωτηρία μας.

Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι

Today, November 22, our Church commemorates the Holy Apostles Philemon, Archippus, Onesimus, and Apphia; Saints Cecilia, Valerian, and Tiburtius the Martyrs; Saint Maximus the Capitularius; Saints Mark, Stephen, and another Mark the Martyrs; Saint Procopius of Palestine the Martyr; Saint Menignus the Fuller the Martyr; the Venerable Abba and Callistus; Saints Christopher and Euphemia the Martyrs; Saints Thalelaeus and Anthimus the Martyrs; Saints Thaddaeus, Agapion, and Agapius the Martyrs; Saint Sisinius the Hieromartyr; Saint Clement the Wonderworker, who preached to the Bulgarians;

and Saint Michael Doukas Pherias the Russian.

The Apostle Philemon and Saints Archippus, Onesimus, and Apphia lived in the time of Emperor Nero. They were disciples of Saint Paul the Apostle, who mentions them in his letter to Philemon: “Paul, a prisoner of Jesus Christ, and Timothy our brother, to Philemon our beloved fellow worker, to our beloved Apphia, to Archippus our fellow soldier, and to the Church in your house.” Paul also has much praise for the blessed Philemon, whom he ordained bishop of Gaza in Palestine. Saint John Chrysostom praises him too, calling him a remarkable and praiseworthy man,

kindhearted, merciful, and ready to help Christians in need. There in Gaza, Philemon drove away the darkness of ignorance by spreading the light of the knowledge of God. He then went to Colossae, where he preached the word of truth with Archippus and Apphia. The pagans of that city were celebrating a festival for Artemis, whom they worshipped as a goddess. At the same time, the Apostles were worshipping the true God in the Church. The pagans grew angry, seized them, and brought them before the governor Androcles. First, Saint Archippus refused to sacrifice to the idol called Menas. He was thrown into a pit and buried up to his waist,

pierced with needles, and finally stoned. Thus he received the crown of martyrdom. Saint Philemon and Saint Apphia were severely beaten and subjected to other tortures, and they too received the crowns of martyrdom. Saint Onesimus, who had carried Paul’s letter to Philemon and had been Philemon’s slave, was sent as a prisoner by the prefect Tertullus from Rome to Puteoli after the Apostle Paul’s martyrdom. There he was severely beaten and his legs were crushed. He departed this passing life for the eternal and heavenly life. Amen, amen, amen.

Saint Menignus the Martyr lived in the third century after Christ, during the reign of Emperor Decius. He came from Parium on the Hellespont, a city named for its founders, who came from the island of Paros. By trade he was a fuller: he cleaned and whitened cloth. When a great persecution of Christians began, the local ruler arrested every Christian he could find. He had them beaten and imprisoned, with their feet locked in stocks. That night, all the imprisoned Christians prayed: “Sovereign Lord, You freed Peter, foremost among the Apostles, from his chains through Your holy angel

and led him out of prison. Send us Your help now. Free our feet from these painful stocks and bring us out of this dark prison, so that those who despise Your holy name may know that You alone are God and eternal King.” And the Lord came to their aid: a heavenly light shone in the prison. He said to them, “Do not be afraid, for I am with you.” At once their chains fell away, and the prison opened by itself. The Lord added, “Go out and proclaim My power everywhere.” So the Christians left the prison. In the morning, the soldiers came and found the prison doors untouched,

but no one inside. Astonished, they ran out crying, “Christ the Nazarene came in the night and stole the prisoners!” Some marveled at what had happened; others mocked the guards. When Menignus heard of it, he was filled with faith and love for the Lord, and his heart burned with longing for martyrdom. On another occasion, while he was washing cloth in the river, he heard a voice call him to martyrdom: “Menignus, come to Me, and I will give you abundant grace.” He was afraid, but went on working. Then the voice spoke again: “Menignus, come to Me and enjoy the good things prepared for those who love My name.”

Without waiting to hear the voice a third time, he returned the garments entrusted to him and prepared himself for the ruler’s arrival. When the ruler came, sat down, and began reading the imperial orders to punish Christians, Menignus was filled with courage from God. He seized the documents from the ruler’s hands, tore them up, and trampled them, saying, “In the name of Jesus Christ our God, I tread upon the asp and the basilisk, and I trample the king’s lawless commands.” When the lawless ruler’s servants saw and heard this, they threw the Saint to the ground and trampled him. Then they

beat him severely. At the ruler’s command, they hung him up and tore his flesh with iron claws. The Martyr endured it steadfastly, praying all the while. Seeing his patient endurance, the ruler blasphemed and railed against God. He ordered the fingers that had torn up the imperial commands to be cut off, then sent Menignus to prison. The next day, he brought him out for another hearing. Before everyone, the Martyr again confessed Christ, and he was sentenced to be beheaded. After the execution, the ruler ordered that his body be left unburied and posted soldiers to guard his remains. But that night, fellow Christians came

while the guards were asleep and took his precious remains. They carried them to the place where the Saint had wished to be buried, and there they fell asleep. The Saint appeared to one of them and said, “Brother, in your haste to take my body, you forgot my head, with which I confessed Christ.” The man awoke and told the others about the vision. As he went back, he wondered what to do in the darkness. When he drew near, he saw a star shining over the Martyr’s head. What a wonder! He took the head and returned. The brothers wanted to go farther away to bury the remains.

But the Saint appeared to them and told them to bury him where they were, to the glory of the true God.

The Venerable Abba was of Ishmaelite descent. He left his parents, his homeland, and his wealth to become a monk. Throughout his many years of monastic life, he always made a fresh start. Each day he struggled as though he were just beginning, and so he kept his zeal and continued to grow in virtue. He never wore shoes. He ate only enough to give his body a little strength. He wore a heavy iron chain around his waist, yet rarely sat down. He spent most of each day and night praying, either standing or kneeling. He refused to lie down on a bed, and no one ever saw him lying down.

When he became abbot and leader of the monks there, he was a living example of ascesis, the ascetic discipline he shared with his brothers. After such a life, he reposed in the Lord at a ripe old age.

In today’s accounts of the Saints, we have seen three kinds of holy people: Apostles, Martyrs, and a venerable monk. All reached heaven and holiness by difficult paths. Some endured the martyrdom of blood; another endured the martyrdom of conscience. Once again, the words of Abba Isaac the Syrian proved true: “No one has ascended to heaven in comfort.” It seems, then, that martyrdom and suffering are indispensable to Christian life and a mark of its authenticity. Pain is a necessary medicine for the healing of our souls.

Saint Maximus the Confessor says that pleasure, the enjoyment of the senses, is the mother of sin and spiritual death. This mother of death is put to death through suffering and pain. Sometimes we choose that pain willingly when we do what is good. At other times, it comes to us unbidden through the hardships and troubles of this life. It seems that because we go easy on ourselves and do not struggle as much as we could, the suffering that comes without our choosing it is necessary to cleanse the soul completely. If we keep this in mind when unpleasant things happen to us,

we will not resent them. Instead, we will marvel, give thanks, and glorify God, who works for our salvation through the bitter medicine of hardship.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ\22 11.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα