Νεομάρτυς Μάρκος της Σμύρνης: μετάνοια και μαρτύριο
Γεννήθηκε στη Σμύρνη από ευσεβείς γονείς, ταξίδεψε στη Νέα Έφεσο για εμπόριο και παντρεύτηκε στη Χίο το 1788. Αφού διέπραξε μοιχεία, συνελήφθη μαζί με τη γυναίκα και οι δύο αρνήθηκαν τη χριστιανική πίστη ενώπιον του δικαστή.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Γεννήθηκε στη Σμύρνη από ευσεβείς γονείς, ταξίδεψε στη Νέα Έφεσο για εμπόριο και παντρεύτηκε στη Χίο το 1788.
- Αφού διέπραξε μοιχεία, συνελήφθη μαζί με τη γυναίκα και οι δύο αρνήθηκαν τη χριστιανική πίστη ενώπιον του δικαστή.
- Βασανισμένος από τη συνείδησή του, εξομολογήθηκε σε πνευματικό πατέρα, κατέφυγε στα ενετικά νησιά και επέστρεψε στα μυστήρια.
- Επιθυμώντας να ομολογήσει τον Χριστό εκεί όπου τον είχε αρνηθεί, πήγε στη Νέα Έφεσο, αλλά ο πνευματικός του πατέρας τον παρότρυνε να μην θέσει σε κίνδυνο τους τοπικούς χριστιανούς.
- Στη Χίο, ομολόγησε ανοιχτά τον Ιησού Χριστό, υπέμεινε φυλάκιση και ξυλοδαρμούς και παρέμεινε σταθερός σε επαναλαμβανόμενες ανακρίσεις.
- Οι χριστιανοί προσεύχονταν και νήστευαν για τον Μάρκο, ο οποίος μετάλαβε πριν την τελευταία ανάκρισή του και εκτελέστηκε με ξίφος στις 5 Ιουνίου.
- Η ομιλία αφηγείται θεραπείες που συνδέονται με τα λείψανα του Μάρκου και καταλήγει με την πρόσκληση του Αγίου Νικοδήμου να τιμήσουμε τους μάρτυρες μένοντας πιστοί στην Ορθοδοξία.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι
Ο Νεομάρτυς του Χριστού Μάρκος γεννήθηκε στη μεγαλούπολη της Σμύρνης από γονείς ευσεβείς και θεοφοβούμενους. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χατζή Κωνσταντής, από τη Θεσσαλονίκη καταγόμενος, και η μητέρα του Μαρία, Σμυρναία κατά το γένος. Είχε δε αυτός κι αδελφό ιερομόναχο, ονόματι Παΐσιο, ο οποίος έκανε και ψάλτη στη Νέα Έφεσο. Εκεί πήγαινε και ο Μάρκος, ασκώντας μικρό εμπόριο. Το 1788 νυμφεύτηκε στη Χίο. Συνέβη όμως στη Νέα Έφεσο να πέσει στο αμάρτημα της μοιχίας. Ο αγάς του τόπου συνέλαβε τους μοιχευομένους, οι οποίοι, όταν οδηγήθηκαν στο κριτήριο, εξόμωσαν και οι δυο την πίστη του Χριστού.
Έκτοτε ο Μάρκος παρέμενε στο σπίτι του αγά ως γιος του. Όμως άρχισε να αισθάνεται βαρύ τον έλεγχο της συνειδήσεώς του. Με δάκρυα και συντριβή πήγε κρυφά σε πνευματικό πατέρα και εκείνος τον παρηγόρησε, λέγοντάς του να ελπίζει στην ευσπλαχνία του Θεού. Με τη βοήθεια του πνευματικού αυτού, ο Μάρκος έφυγε από εκεί και μέσω της Σμύρνης πήγε στα νησιά της Βενετίας, όπου χρίστηκε με το Άγιο Μύρο και αξιώθηκε να μεταλάβει τα άχραντα μυστήρια. Αφού έγινε αυτό και ήδη πορευόταν το δρόμο της μετανοίας, η Χάρη του Θεού ενέπνευσε στην καρδιά του τον λογισμό του μαρτυρίου και αυτή, ως αγαθή, δέχτηκε τον σπόρο και με την πάροδο του χρόνου βλάστησε και καρποφόρησε. Στο εξής
άλλο δεν λογιζόταν παρά τον υπέρ Χριστού θάνατο. Πήρε λοιπόν την απόφαση και ξεκίνησε για τη Νέα Έφεσο, για να ομολογήσει την πίστη του εκεί όπου την αρνήθηκε. Βρήκε τον πνευματικό του πατέρα που πρώτος τον οδήγησε στη μετάνοια, εκείνος όμως τον εμπόδισε να προχωρήσει στο μαρτύριο, διότι θα προξενούσε μεγάλη καταστροφή, καθώς τότε οι Αγαρηνοί ήταν ιδιαίτερα εξαγριωμένοι εναντίον των Χριστιανών. Έτσι πήγε στη Χίο. Εκεί, μετά καιρό, με θερμό τον πόθο να πεθάνει για τον Χριστό, πήγε στον κριτή, στον οποίον είπε ότι παρουσιάστηκε για να ομολογήσει ότι έσφαλε με το να δεχθεί τη μουσουλμανική πίστη και τώρα ομολογεί Θεό αληθινό τον Ιησού Χριστό,
που καταδέχθηκε να σταυρωθεί για τις δικές μας αμαρτίες. Συγχρόνως έριξε κατά γης το σαρίκι που φορούσε στο κεφάλι και αντί για εκείνο φόρεσε σκούφο αγιορείτικο. Ο κριτής τον άκουσε με έκπληξη. Προσπάθησε με προειδοποιήσεις για το επικίνδυνο του πράγματος και υποσχέσεις να μεταστρέψει τον μάρτυρα. «Εκείνο όμως, μια χάρη σου ζητώ», του είπε, «να με αποστείλεις στον Ιησού Χριστό μου. Ζητώ δε τούτο και ποθώ να προσφέρω το αίμα μου γι' αυτόν, διότι τον λύπησα πολύ με την άρνησή μου». Έτσι τον έριξαν στη φυλακή και τα πόδια του έσφιξαν στην ποδοκάκη. Όμως ο Άγιος, γεμάτος πνευματική χαρά, έψαλε ύμνους προς την Κυρία Θεοτόκο και δόξαζε τον Θεό.
Ακολούθησε βασανισμός και χτυπήματα μέχρι να φύγει που ο Μάρκος έφτυνε αίμα. Αξιώθηκε όμως και θεία παρηγοριά. Είδε κατά τη διάρκεια ελαφρού ύπνου τρεις ωραιότατους χρυσοστολισμένους έφιππους νέους, πιθανώς ήταν και εκείνοι οι νεομάρτυρες, οι οποίοι τον ανέβασαν σε ένα άλλο, όμοιο με τα δικά τους, άλογο και τον κάλεσαν να τους φτάσει. Ξημέρωσε και οι βασανιστές έσυραν βίαια τον Άγιο και, χτυπώντας τον, στο κριτήριο για δεύτερη εξέταση. Όμως το αρνίον του Χριστού, αν και φρικτά υπέφερε από τους ραβδισμούς, δεν έβγαλε ούτε την παραμικρή λέξη. Και πάλι ο μάρτυς, σταθερός στην πίστη του, διακήρυξε ότι ποθούσε τον υπέρ Χριστού θάνατο. Τον κτύπησαν, τον έσπρωξαν, τον γκρέμισαν από τη σκάλα.
Ο αρχιφύλακας έκλεισε με βία στο τιμωρητικό ξύλο τα πόδια του Αγίου και τον έκανε να πονέσει πολύ. Εκείνος του είπε: «Αν ήξερες τα μέρη που πηγαίνω, θα σήκωνες το ξύλο αυτό και θα με ακολουθούσες». Τον δε Θεό δόξαζε λέγοντας: «Δόξα σοι, βασιλεύ του ουρανού και της γης, που με αξίωσες να λάβω για το όνομά σου το Άγιο τέτοιες τρυφές». Την επομένη, όπως και τις προηγούμενες μέρες, κοινώνησε ο μακάριος τα άχραντα μυστήρια και ενισχύθηκε τέλεια στον αγώνα του. Μετά πήγαν οι υπηρέτες της πλάνης και με τη συνηθισμένη τους βαρβαρότητα, δέρνοντας και σπρώχνοντας και βρίζοντάς τον, τον οδήγησαν για τρίτη φορά στο κριτήριο. Εν τω μεταξύ
η είδηση της υπέρ Χριστού αθλήσεως του Μάρκου κοινολογήθηκε σε όλη την πόλη. Έτσι, πολλοί χριστιανοί, αμέσως από την πρώτη μέρα, άρχισαν να νηστεύουν, να ξεροφάγουν και να προσεύχονται στον Άγιο Θεό να ενισχύσει τον αθλητή του να τελειώσει καλώς τον αγώνα του. Πολλές εκκλησίες έκαναν λειτουργίες και πολλοί ευλαβείς ιερείς έκαναν παρακλήσεις για ενίσχυση του νέου αθλητού και όλων οι καρδιές έτρεμαν μέχρι που να δουν το επιθυμητό τέλος, να νικήσει δηλαδή η δύναμη του Εσταυρωμένου στην ασθένεια της σαρκός. Και αυτό έγινε με τη χάρη του Χριστού, διότι και την τρίτη φορά ο μάρτυς βρέθηκε σταθερός και αμετάθετος στην καλή του ομολογία και με τη λαμπρή
θαρραλέα και θεόσοφη απάντησή του καταντρόπιασε τους προστάτες της πλάνης, οι οποίοι, αφού απελπίστηκαν εντελώς, από κοινού τον έκριναν ένοχο θανάτου και ο κριτής αποφάσισε τον διά ξίφους θάνατο. Βγήκε λοιπόν ο αθλητής από το κριτήριο και γεμάτος χαρά πορεύτηκε προς τον τόπο της σφαγής του. Εκεί, όπου μαζεύτηκε πλήθος ευσεβών που προσεύχονταν για την ενδυνάμωσή του, ο Άγιος γονάτισε μόνος του, έσκυψε το κεφάλι και είπε στον δήμιο: «Κτύπα καλά». Εκείνος με επανειλημμένα κτυπήματα τελείωσε το έργο του και έτσι ο γενναίος και αήττητος και πανέφημος Μάρκος έτυχε του ποθουμένου και μακάριου τέλους την 5η Ιουνίου, ημέρα Τετάρτη και
ώρα δευτέρα της ημέρας έλαβε από τον αγωνοθέτη Χριστό το στέφανο της αθλήσεως και συναριθμήθηκε με τους πολυάθλους μάρτυρες. Η χαρά του φιλόχριστου λαού υπήρξε μεγάλη. Όλοι δόξαζαν τον Θεό. Την υπόλοιπη μέρα την πέρασαν αργοί και έκαναν γιορτή, διηγούμενοι μεταξύ τους του μάρτυρος τα αγωνίσματα και κατορθώματα. Επίσης, χριστιανοί, για να αποκτήσουν κάτι από τον μάρτυρα, δίνοντας όσα τους ζητούσαν, άλλοι έπαιρναν αίμα, άλλοι κομμάτια από το ένδυμα και άλλοι μέρη από το μαρτυρικό σώμα που κόπηκαν από το σπαθί. Όλα ανέδιδαν άρρητη ευωδία, ακολούθησαν δε πάμπολλα θαύματα. Με πολλή συντομία αναφέρουμε μερικά.
Χριστιανός που είχε τα πόδια υπερβολικά πρησμένα, με πόνους και ακινησία, θεραπεύτηκε αμέσως, καθώς αλείφθηκε σταυροειδώς με το μαρτυρικό αίμα. Παρόμοια θεραπεύτηκε κόρη, της οποίας το δεξί χέρι πονούσε και είχε στραβώσει. Άλλη κοπέλα που έπασχε από βαριά αρρώστια των πνευμόνων και μικρό παιδί που ήταν κωφό εκ γενετής έγιναν καλά με το αίμα του Αγίου. Χριστιανή από τη Χίο που έπασχε από σοβαρή ψυχοπάθεια και ήταν κλεισμένη σε φρενοκομείο θεραπεύτηκε τελείως, αφού προσκύνησε και ασπάσθηκε κομμάτι από το ένδυμα του μάρτυρος. Άλλη γυναίκα, με αιματεμέσεις και πόνους, που δεν μπορούσε να βρει θεραπεία από τους γιατρούς, έγινε καλά,
ήπιε νερό αγιασμένο με το μαρτυρικό αίμα. Με τη χάρη που είχε το αίμα του μάρτυρος έγινε καλά και ένα μικρό παιδί που μετά από μια πτώση έμεινε με πόνους και τελείως ακίνητο. Αναρίθμητα είναι τα θαύματα τα οποία τελούνται με τη χάρη του καλλινίκου μάρτυρος, χάρη την οποία πήρε από τον δωρεοδότη και αγαθοδότη Κύριο και τα οποία καταδεικνύουν ότι ο Θεός αντιδοξάζει αυτούς που με τον κόπο και το αίμα της αγάπης τους τον δοξάζουν.
Η μέχρι θανάτου πίστη του σήμερα εορταζομένου Αγίου Νεομάρτυρος Μάρκου δίνει και σε μας ένα δυνατό μήνυμα. Το ότι θα πρέπει, το ότι αξίζει και εμείς μέχρι θανάτου να εμμένουμε στην Αγία Ορθοδοξία, στη μόνη πίστη που οδηγεί στη σωτηρία. Και αν τη σταθερότητα αυτή θα πρέπει να δείξουμε όταν μας πιέζουν να αλλάξουμε την πίστη μας, πολύ περισσότερο θα πρέπει να μείνουμε αμετακίνητοι στην Ορθοδοξία όταν απλώς μας προτρέπουν ή μας δελεάζουν να προχωρήσουμε σε κάποια πλάνη ή στο συνονθύλευμα των αιρέσεων της νέας εποχής. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης μάς παρουσιάζει τους Αγίους Νεομάρτυρες να μας λέγουν,
να μας προτρέπουν: «Αν εσείς, αδελφοί, τιμάτε εμάς ως νέους μάρτυρας του Χριστού, αν εσείς μας επαινείτε και ως Αγίους μας δοξολογείτε με εγκώμια και τροπάρια και με ιεράς ακολουθίας, διότι υπεμείναμε γενναίως τόσα μαρτύρια και εχύσαμε το αίμα μας διά την πίστη και αγάπη του Χριστού, σας ευχαριστούμε και διά τούτο θέλομεν πρεσβεύειν πάντοτε προς τον Θεόν διά την σωτηρία σας.
Πλέον όμως ευάρεστος και μεγαλυτέρα τιμή, όπου μπορείτε να προσφέρετε εις εμάς, είναι το να μας μιμηθείτε με το έργον και να υπομείνετε κι εσείς μαρτύριον διά το όνομα του Χριστού, όταν ήθελε το καλέσει ο καιρός και η χρεία. Τιμή μάρτυρος, μίμησις μάρτυρος. Και λοιπόν...
καμιά φορά αν τύχει να σας φθονήσουν οι αλλόπιστοι, ή να σας συκοφαντήσουν, ή να σας βιάσουν, ή με άλλον οιονδήποτε τρόπον να σας παρακινήσουν να αρνηθείτε τον Χριστόν και να δεχτείτε την εδική των θρησκείαν, φυλαχθείτε, αδελφοί γλυκύτατοι, δι' αγάπη Χριστού, όστις σας εξαγόρασε με το ίδιον του αίμα. Φυλαχθείτε διά την πολύτιμον σωτηρία των ψυχών σας. Τριπλασιάζομεν την φωνήν. Φυλαχθείτε να μην αρνηθείτε την ορθόδοξον πίστη σας και να ομολογήσετε την εκείνων θρησκείαν. Μη τυφλωθείτε τόσον όπου να προτιμήσετε το σκότος από το φως, το ψεύδος από την αλήθεια, το χαλκούν και κάλπικο νόμισμα από το καθαρόν και δοκιμασμένον μάλαγμα, το γυαλί και άτιμον χαλίκι
από το ατίμητον πετράδι, με έναν λόγον, τον Άδην από τον ουρανόν και την κόλασιν από τον παράδεισον. Μην το καταδεχθείτε ποτέ, μην αφήσετε την αγιωτάτην πίστη σας, ήτις κάμνει εκείνους όπου την πιστεύουν από ανθρώπους αγγέλους, από επιγείους ουρανίους, από υλικούς υιούς Θεού κατά χάριν, λαμπροτάτους ηλίους, κληρονόμους της Ουρανών Βασιλείας. Και απλώς ειπείν, μη το στέρξετε ποτέ, ποτέ, αδελφοί, να αρνηθείτε τον πραότατον, τον γλυκύτατον Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Υιόν του Θεού και Θεόν, δι' ου εκτίστησαν όλα τα πάντα, ουράνια, επίγεια και καταχθόνια, τον πλάστη σας, τον προνοητή σας, τον πατέρα σας, τον διδάσκαλό σας,
εγένετο άνθρωπος και έπαθε και σταυρώθη και απέθανε και ανέστη διά την σωτηρίαν την εδικήν σας, όστις σας έπλυνε με το θείον του βάπτισμα, σας έθρεψε με το σώμα του, σας επότισε με το αίμα του, όστις σας εξηγόρασεν από τας χείρας του διαβόλου, σας ελύτρωσεν από την κόλαση και σας έκαμε κληρονόμους της βασιλείας του. Αλλ' ουδέ με λόγον ψιλόν πρέπει να στέρξετε, αλλ' ουδέ με νεύμα μόνον απλούν, να φανείτε πως αρνείστε τον Χριστόν και δέχεστε άλλην θρησκείαν, καν μύρια βάσανα σας κάμουν, καν χιλίους θανάτους σας δώσουν.
Διότι κι ο ψιλός εκείνος λόγος και το απλούν ετούτο νεύμα σας χωρίζουν από τον Χριστόν και την Βασιλεία Του και σας καταδικάζουν εις την αιώνιον συν
Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι
The New Martyr of Christ, Mark, was born in the great city of Smyrna to devout, God-fearing parents. His father was called Hadji Konstantis and came from Thessaloniki. His mother, Maria, was from Smyrna. He also had a brother, a priest-monk named Paisios, who served as a chanter in New Ephesus. Mark went there too, carrying on a small trade. In 1788 he married on Chios. But in New Ephesus he fell into the sin of adultery. The local agha arrested him and the woman. When they were brought before the judge, both renounced their faith in Christ.
From then on, Mark lived in the agha’s house as his son. But his conscience began to weigh heavily on him. In tears and with a broken heart, he secretly went to a spiritual father, who comforted him and told him to hope in God’s mercy. With this spiritual father’s help, Mark left and traveled through Smyrna to the Venetian islands. There he was anointed with Holy Chrism and was counted worthy to receive the spotless Mysteries. Now that he had set out on the path of metanoia, of repentance, the grace of God planted in his heart the thought of martyrdom. His heart received that seed, and in time it sprouted and bore fruit. From then on,
he thought of nothing but dying for Christ. So he resolved to go to New Ephesus and confess his faith in the place where he had denied it. He found the spiritual father who had first led him to repentance, but the spiritual father held him back from seeking martyrdom there. It would bring great harm, for at that time the Muslims were especially enraged against the Christians. So Mark went to Chios. After some time, still longing to die for Christ, he went before the judge. He said he had come to confess that he had been wrong to accept the Muslim faith, and that he now confessed Jesus Christ as the true God,
who had willingly endured crucifixion for our sins. At the same time, he threw the turban from his head to the ground and put on a cap from Mount Athos. The judge listened in astonishment. He tried to change the martyr’s mind with warnings of the danger and with promises. But Mark said to him, “I ask you for just one favor: send me to my Jesus Christ. I long to offer my blood for Him, because I grieved Him so deeply by denying Him.” They threw him into prison and fastened his feet in the stocks. But the Saint, filled with spiritual joy, sang hymns to the Lady Theotokos and glorified God.
Then came torture and beatings, until Mark was spitting blood. Yet he was also granted divine comfort. As he lightly slept, he saw three beautiful young men on horseback, adorned with gold, perhaps themselves new martyrs. They lifted him onto another horse like their own and called him to catch up with them. At daybreak, the torturers dragged the Saint back before the judge for a second hearing, striking him as they went. Though the lamb of Christ suffered terribly under their blows, he did not utter a word. Once again, steadfast in his faith, the martyr declared that he longed to die for Christ. They struck him, shoved him, and threw him down the stairs.
The chief jailer forced the Saint’s feet into the wooden stocks, causing him great pain. Mark told him, “If you knew where I am going, you would pick up these stocks and follow me.” And he glorified God, saying, “Glory to You, King of heaven and earth, who have counted me worthy to receive such delights for Your holy name.” The next day, as on the days before, the blessed Mark received the spotless Mysteries in Holy Communion and was fully strengthened for his struggle. Then the servants of falsehood came. With their usual cruelty, they beat, shoved, and insulted him as they led him before the judge for the third time. Meanwhile,
news of Mark’s struggle for Christ spread throughout the city. From the very first day, many Christians began to fast, eat only plain dry food, and pray to the holy God to strengthen His champion to finish his struggle well. Many churches celebrated the Divine Liturgy, and many devout priests offered the Paraklesis, the supplicatory canon, to strengthen the new champion. Everyone’s heart trembled as they waited for the hoped-for end: that the power of the Crucified One would triumph through the weakness of the flesh. And by the grace of Christ, that is what happened. At his third hearing, the martyr remained steadfast and unwavering in his faithful confession, and with his radiant,
courageous, and God-given answer, he put the defenders of falsehood to shame. At last they gave up and together judged him worthy of death. The judge sentenced him to die by the sword. So the champion left the court and went joyfully to the place of execution. A crowd of faithful people had gathered there, praying that he would be strengthened. The Saint knelt of his own accord, bowed his head, and said to the executioner, “Strike well.” With repeated blows, the executioner completed his work. Thus the brave, unconquered, and renowned Mark attained the blessed end he had longed for on Wednesday, June 5, and
at the second hour of the day received from Christ, the One who crowns the victors, the crown of his struggle. He was numbered among the martyrs who had endured so much. The people who loved Christ rejoiced greatly. All glorified God. They set aside the rest of the day for celebration, telling one another of the martyr’s struggles and victories. Christians also sought something belonging to him. Giving what was asked of them, some obtained his blood, others pieces of his clothing, and still others pieces of his martyred body that had been cut by the sword. All gave off an indescribable fragrance, and countless miracles followed. We will mention just a few.
A Christian whose legs were terribly swollen, painful, and unable to move was healed at once when he was anointed with the martyr’s blood in the sign of the Cross. A young woman whose right hand was painful and twisted was healed in the same way. Another young woman with a severe lung disease, and a small child who had been deaf from birth, were healed through the Saint’s blood. A Christian woman from Chios who suffered from a severe mental illness and had been confined to an asylum was completely healed after venerating and kissing a piece of the martyr’s clothing. Another woman, who was vomiting blood and in pain and had found no cure from doctors, was healed
after drinking water blessed with the martyr’s blood. Through the grace bestowed upon the martyr’s blood, a small child was also healed after a fall had left the child in pain and completely unable to move. Countless miracles are worked through the grace of this victorious martyr, grace he received from the Lord, the giver of every good gift. They show that God glorifies in return those who glorify Him through the labor and blood of their love.
The faith unto death of the Holy New Martyr Mark, whom we celebrate today, gives us a powerful message: we too must remain faithful to Holy Orthodoxy until death, for it is the one faith that leads to salvation. If we must show such steadfastness when we are pressured to change our faith, how much more firmly must we remain in Orthodoxy when we are merely urged or enticed toward some false belief or the mixture of heresies of the New Age. Saint Nicodemus the Hagiorite presents the Holy New Martyrs as speaking to us,
urging us: “Brothers and sisters, if you honor us as new martyrs of Christ, if you praise us as Saints in hymns, troparia, and sacred services because we bravely endured so much suffering and shed our blood for faith in Christ and love for Him, we thank you. For this we will always intercede with God for your salvation.
But the greater honor you can offer us, and the one more pleasing to God, is to follow us in what you do, and to endure martyrdom yourselves for the name of Christ if the time and the need should come. To honor a martyr is to follow a martyr. And so...
If those of another faith should ever envy you, slander you, force you, or in any other way urge you to deny Christ and accept their religion, guard yourselves, dearest brothers and sisters, for love of Christ, who bought you with His own blood. Guard yourselves for the precious salvation of your souls. We say it three times: guard yourselves against denying your Orthodox faith and professing their religion. Do not be so blinded that you choose darkness over light, falsehood over truth, a counterfeit copper coin over pure, tested gold, or a worthless bit of glass or pebble
over a priceless jewel. In a word, do not choose Hades over heaven, or Hell over Paradise. Never consent to it. Never abandon your most holy faith, which makes those who believe it like angels while they are still human, heavenly while they are still on earth, sons of God by grace, radiant as suns, and heirs of the Kingdom of Heaven. Above all, brothers and sisters, never, never consent to deny the most gentle and loving Jesus Christ, the true Son of God and God Himself, through whom everything in heaven, on earth, and beneath the earth was made: your Creator, your Provider, your Father, your Teacher,
who became man, suffered, was crucified, died, and rose again for your salvation; who washed you in His divine Baptism, fed you with His Body, and gave you His Blood to drink; who bought you back from the hands of the devil, delivered you from Hell, and made you heirs of His Kingdom. You must never consent, even by a mere word or the slightest gesture, to give the appearance of denying Christ and accepting another religion, even if they inflict countless torments on you or threaten you with a thousand deaths.
For even that mere word or simple gesture separates you from Christ and His Kingdom and condemns you to eternal...
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
06 ΙΟΥΝΙΟΥ\05 06 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.