Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: Δύο θελήσεις και ο δρόμος της αγάπης
Η ομιλία τιμά τη μνήμη του Μαξίμου του Ομολογητή και θυμίζει την εκπαίδευση, την ταπεινοφροσύνη και την υπηρεσία του στην αυλή του αυτοκράτορα Ηρακλείου. Ο Μάξιμος αποχώρησε από την αυτοκρατορική αυλή για τη μοναστική ζωή και αργότερα έγινε ηγούμενος, παρά την απροθυμία του.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η ομιλία τιμά τη μνήμη του Μαξίμου του Ομολογητή και θυμίζει την εκπαίδευση, την ταπεινοφροσύνη και την υπηρεσία του στην αυλή του αυτοκράτορα Ηρακλείου.
- Ο Μάξιμος αποχώρησε από την αυτοκρατορική αυλή για τη μοναστική ζωή και αργότερα έγινε ηγούμενος, παρά την απροθυμία του.
- Υπερασπίστηκε τις θείες και ανθρώπινες θελήσεις και ενέργειες του Χριστού ενάντια στον Μονοθελητισμό, διδάσκοντας μαζί με τον Σωφρόνιο και συγκεντρώνοντας υποστήριξη στη Βόρεια Αφρική και στη Ρώμη.
- Σύνοδος που συγκλήθηκε από τον Πάπα Μαρτίνο Α' καταδίκασε τους μονοθελητικούς ηγέτες και απέρριψε την αυτοκρατορική απαγόρευση συζήτησης της διαφοράς.
- Ο Μάξιμος αρνήθηκε να αποδεχθεί το αυτοκρατορικό διάταγμα, συνέχισε να διδάσκει στην εξορία και υπέμεινε ακρωτηριασμό πριν από τον θάνατό του στη Λαζική.
- Η ομιλία θυμίζει τα θεολογικά και ασκητικά του συγγράμματα και σημειώνει ότι η Έκτη Οικουμενική Σύνοδος αποδέχθηκε τη διδασκαλία του για τις θελήσεις του Χριστού.
- Κλείνει με τις διδασκαλίες του Μαξίμου για την προσευχή, την ελευθερία από επίγειες προσκολλήσεις, την ίση αγάπη προς κάθε άνθρωπο και τη γενναιοδωρία σε λόγο και πράξη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Σήμερα, 21 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού, του Αγίου Μάρτυρος Νεοφύτου, του Αγίου Ζωσίμου Επισκόπου Συρακουσών, των Αγίων Μαρτύρων Ευγενίου, Ουαλεριανού, Κανδίδου και Ακύλα. Επιτελείται η σύναξη της Αγίας Ειρήνης, επιτελείται η μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Αγνής, των εν Τύρω Αγίων Τεσσάρων Μαρτύρων και του Οσίου Νεοφύτου του προσμονάριου της Μονής του Βατοπεδίου, ο οποίος άκουσε τη φωνή της Υπεραγίας Θεοτόκου από την Αγία Αυτής Εικόνα.
Και Θεοφόρος Πατέρας μας Μάξιμος, που υπήρξε και επωνομάστηκε ο Ομολογητής, γεννήθηκε στη Βασιλίδα των Πόλεων το 580 μ.Χ. από γονείς ευγενείς και ευσεβείς. Ήταν ευφυέστατος και επιμελής και οι σπουδές του υπήρξαν λαμπρές και ευδόκιμες όχι μόνο στη θεολογία αλλά και στη φιλοσοφία. Καθώς όμως ήταν ταπεινός, δεν καινοδοξούσε για την ευγένεια του γένους του, ούτε για τη σοφία και αρετή του, και έτσι όλοι τον είχαν σε περισσή ευλάβεια και τον εθαύμαζαν. Τη φήμη του Μαξίμου ακούοντας ο τότε Αυτοκράτορας Ηράκλειος, τον έκανε ιδιαίτερο γραμματέα του. Τούτο το έκανε ο βασιλέας χωρίς τη θέληση του Αγίου.
Εκείνος είχε κατά νου να γίνει μοναχός, πλην όμως επειδή τον πίεσε ο βασιλέας υποχώρησε μη μπορώντας να του εναντιωθεί. Τον καιρό εκείνο υπήρχε η αίρεση των μονοθελητών, της οποίας η διάδοση προόδευε, και ο Μάξιμος, επειδή έκρινε ότι ο Αυτοκράτορας ακολουθούσε συνδιαλλακτική πολιτική, άφησε τα χρήματα και τη λαμπρότητα των ανακτόρων και αποσύρθηκε το 614 στο κατά τη Χρυσούπολη Μοναστήρι όπου έγινε μοναχός. Ζούσε με πολλή κακοπάθεια και σκληραγωγία, αγρυπνία και προσευχή ολονύκτια για να έχει στην ψυχή την ανάπαυση. Έτσι πρόκοψε πνευματικά και ξεπέρασε όλους τους αγώνες και την αρετή.
Βλέποντας αυτά οι αδελφοί του μοναστηριού εκείνου, τον παρεκάλεσαν πολύ, μετά το θάνατο του προεστώτος, να τον κάνουν ηγούμενό τους. Εκείνος αρνήθηκε, διότι θεωρούσε την αρχή ως βαρύτατο φορτίο. Μετά όμως, βλέποντας το μεγάλο τους πόθο και την επιμονή τους, έστερξε για την ψυχική τους ωφέλεια και ανέλαβε την ηγουμενία. Ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος ήταν στην αρχή ευσεβέστατος και πέτυχε πολλές νίκες κατά των Περσών. Ύστερα όμως πλανήθηκε από τον αιρετικό Πατριάρχη των Ιακωβιτών Αθανάσιο, τον οποίον αγαπούσε πολύ, και στο Χριστό που έχει κατά τις δύο φύσεις, τη Θεία και την Ανθρώπινη, δύο θελήσεις και δύο ενέργειες
Εκείνος φρονούσε μία θέληση και μία ενέργεια. Σε αυτή την αίρεση και πλάνη ήταν και ο τότε Πατριάρχης Σέργιος, έκαναν δε στην Αλεξάνδρεια Πατριάρχη έναν ομόφρονά τους ονόματι Κύρο. Για να διαδώσουν δε παντού την αίρεσή τους, έγραψαν στον πάπα της Ρώμης Ιωάννη να γίνει και αυτός κοινωνός της πλάνης τους.
Για τον λόγο αυτό θέλησε ο Άγιος Μάξιμος να πάει στη Ρώμη για να διδάξει την αλήθεια και να μην πάθουν οι Ρωμαίοι εκείνο που έπαθαν όλοι οι Ανατολικοί. Σε λίγο καιρό πέθανε ο Σέργιος και τον διαδέχθηκε ο Πύρρος. Προηγουμένως ο Άγιος Μάξιμος είχε πάει στην Αλεξάνδρεια, όπου αγωνίστηκε κατά του μονοθελητισμού, έχοντας συναγωνιστή από την Παλαιστίνη ευπαίδευτο μοναχό Σωφρόνιο, τον μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Το 645 στην Καρχηδόνα της Βορείου Αφρικής συνέχισε τους αγώνες του και στη δική του ώθηση οφείλεται κατά μέγα μέρος το ότι και η Δυτική Ορθόδοξη ακόμη Εκκλησία εξεγέρθηκε κατά των Μονοθελητών. Μετά πήγε στη Ρώμη όπου κατέπεισε τον νεοχειροτονηθέντα επίσκοπό της Μαρτίνο να συγκαλέσει σύνοδο. Μαζεύτηκαν όλοι οι επίσκοποι της Ιταλίας, 150 τον αριθμό, και με πρωτοστάτη τον Μέγα Μάξιμο, στερέωσαν την Ορθοδοξία, αναθεμάτισαν τον Σέργιο, τον Πύρρο, τον Παύλο και τον Πέτρο,
ανάξιους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, τον Κύρο Αλεξανδρίας, Αθανάσιο Αντιοχίας και τους ομόφρονές τους. Αποδοκιμάστηκε δε διάταγμα του τότε Αυτοκράτορα Κώνσταντος με το οποίο εμποδιζόταν η περί μονοθελητισμού συζήτηση. Για το λόγο αυτό ο Αυτοκράτορας οργίστηκε και επειδή ο Πάπας Μαρτίνος εξακολουθούσε να εμμένει στην Ορθόδοξη θέση, προσκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και καταδικάστηκε ως ένοχος εσχάτης προδοσίας. Έφεραν εκεί και τον Μάξιμο και στην αρχή προσπάθησαν να τον πειθαναγκάσουν να δεχθεί τον μονοθελητισμό. Εκείνος απέκρουσε με αγανάκτηση τις προτάσεις και καταφρόνησε τις απειλές και τους βασανισμούς. Τον κατεδίκασαν και αυτόν επί εσχάτη προδοσία,
τον εξόρισαν το 655 στη Βιζύη, μετά στο Ρήγιο και από εκεί στην Πέρβερη. Αλλά και εκεί στην εξορία δεν έπαυε η θεολόγος εκείνη γλώσσα να κηρύττει την αλήθεια, η δε δεξιά του δεν κουραζόταν να γράφει και να ελέγχει τους μονοθελητές.
Επιστολές παντού, νουθετώντας τους αμαθείς και στηρίζοντας την ευσέβεια. Έγραψε δε ο Όσιος και άλλους διαφόρους λόγους, ερμήνευσε της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης πολλά δυσνόητα, ερμήνευσε τα συγγράμματα που φέρονται με το όνομα του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, έργα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, τη Θεία Λειτουργία.
Σημασία του κάθε Ιερού Μυστηρίου. Έγραψε τους ασκητικούς και ηθικούς του λόγους, συνέγραψε και άλλα θεολογικά συγγράμματα, τα οποία όλα είναι ωφέλιμα και γεμάτα χάρη Θεού και δεν ψεύδονται όσοι τον λέγουν νέο Χρυσόστομο. Οι υπέρ του Αυτοκράτορα ζήτησαν να πιεστεί ώστε τουλάχιστον με επιστολή να αποδεχτεί το αυτοκρατορικό διάταγμα, το οποίο όριζε να μην γίνεται συζήτηση για τον μονοθελητισμό. Ο Άγιος Μάξιμος αρνήθηκε να δεχθεί, γνωρίζοντας καλά ότι αν οι φίλοι της Ορθοδοξίας έκλειναν τα στόματά τους, οι μονοθελητές, έχοντας μάλιστα και την εύνοια του Αυτοκράτορα, θα μετέδιδαν με μύριους τρόπους την αίρεσή τους, καθώς θα έλειπε ο έλεγχος και η αντίδραση. Τον πήγαν στην Κωνσταντινούπολη.
Καταδικάστηκε από σύνοδο μαζί με άλλους ομόφρονές του, αναθεματίστηκε και παραδόθηκε στον έπαρχο της πόλεως για να τιμωρηθεί. Εκείνος πρώτα τον μαστίγωσε σκληρότατα, χωρίς να λυπηθεί το γήρας ή τα ρυτιδωμένα και αδυνατισμένα από την εγκράτεια μέλη του. Όλο το Άγιο Σώμα του έγινε μια πληγή, αλλά το φρόνημα του Ορθοδόξου Ομολογητού αναδείχθηκε δυνατότερο από τις μάστιγες και τότε ο Αυτοκράτορας, καταισχύνοντας το αξίωμά του, διέταξε η γλώσσα που κήρυττε την αλήθεια και το δεξί το χέρι με το οποίο είχαν γραφεί τόσο πολύτιμα συγγράμματα να κοπούν. Όμως ο Παντοδύναμος και Πανάγαθος Θεός, ο οποίος δίνει φως στους τυφλούς,
στους κωφούς και αλάλους δίνει τη λαλιά όταν θέλει, αυτός πάλι, κατά τρόπο παράδοξο, θαυματούργησε στο δούλο του και μετά την εκκοπή της γλώσσας μιλούσε και μάλιστα καλύτερα από πριν, ελέγχοντας την άνοια των δυσσεβών. Τα ίδια έκαναν και στον πρώτο μαθητή του, Αναστάσιο. Μετά πόμπευσαν τους Αγίους, σέρνοντάς τους στην αγορά σαν κακούργους και εμπαίζοντάς τους. Κατόπιν, μαζί και με τον άλλο Αναστάσιο, τους εξόρισαν στη Λαζική του Πόντου. Απήλθαν, λοιπόν, οι Όσιοι στη χώρα εκείνη, γυμνοί, ανυπόδητοι, άσιτοι και στερημένοι από όλα τα αναγκαία του σώματος. Τον Άγιο Μάξιμο τον μετέφεραν σε ένα φρούριο της Λαζικής ονομαζόμενο Σχημάριου.
Έζησε τρία χρόνια υπηρετώντας μόνος του, με το ένα χέρι τον εαυτό του, ασθενής και υπέργηρος. Μετά τους πολλούς εκείνους πόνους και την κακοπάθεια, είδε θεϊκή οπτασία, με την οποία τον προσκάλεσε ο Δεσπότης στην Άνω Ιερουσαλήμ, του φανέρωσε τη μέρα της μεταστάσεώς του, δηλαδή την 21η Ιανουαρίου του 662, κατά την οποία απήλθε στους ουρανούς ο ουράνιος άνθρωπος και ο επίγειος άγγελος. Ο Άγιος Μάξιμος θεωρείται ο διαπρεπέστερος θεολόγος του 7ου αιώνος και τις γνώμες του κατά του μονοθελητισμού αποδέχθηκε η 6η Οικουμενική Σύνοδος.
Πολλές θεοφώτιστες διδασκαλίες του σήμερα εορταζομένου Μεγάλου Αγίου της Εκκλησίας μας Μαξίμου του Ομολογητού, ας ακούσουμε λίγα περί αγάπης και με αυτά ας κλείσουμε το σημερινό μας συναξάρι. Αυτός που πιστεύει στον Κύριο, γράφει ο Άγιος, φοβάται την κόλαση. Ο φοβούμενος την κόλαση εγκρατεύεται από τα πάθη. Ο εγκρατευόμενος από τα πάθη υπομένει τα θλιβερά, ο δε υπομένων τα θλιβερά θα έχει ελπίδα στο Θεό. Η δε ελπίδα στο Θεό χωρίζει το νου από κάθε γήινη προσκόλληση. Όταν δε ο νους αποχωριστεί από αυτή τη γήινη προσκόλληση, θα αποκτήσει την αγάπη προς το Θεό.
Που έχει το νου προσηλωμένο στην αγάπη του Θεού, καταφρονεί όλα τα ορατά και αυτό το σώμα, σαν να είναι ξένο. Εάν η ψυχή είναι καλύτερη από το σώμα και ασύγκριτα καλύτερος από τον κόσμο ο Θεός που τον έκτισε, εκείνος που προτιμά από την ψυχή το σώμα και από το Θεό τον κόσμο που κτίστηκε από Αυτόν, σε τίποτε δεν διαφέρει από τους ειδωλολάτρες. Όλες οι αρετές συμβάλλουν στο να αποκτήσει ο νους το θείο έρωτα, περισσότερο δε από όλα, η καθαρή προσευχή. Διότι με αυτή ο νους πετώντας προς το Θεό βγαίνει έξω από όλα τα πράγματα. Αυτός που αγαπά το Θεό
δεν μπορεί να μην αγαπά και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του, αν και δυσκολεύεται από τα πάθη από τα οποία δεν έχει καθαριστεί. Γι' αυτό και όταν βλέπει την επιστροφή και διόρθωσή τους, χαίρεται με ανεκλάλητη χαρά. Εκείνος που βλέπει ίχνος μίσους στην καρδιά του για οποιοδήποτε πταίσμα προς οποιοδήποτε άνθρωπο, είναι εντελώς ξένος της προς τον Θεό αγάπης, διότι η αγάπη προς τον Θεό δεν ανέχεται καθόλου το προς τους ανθρώπους μίσος. Μακάριος ο άνθρωπος που θα μπορέσει να αγαπήσει εξίσου κάθε άνθρωπο. Μακάριος ο νους που πέρασε όλα τα όντα και συνεχώς κατατρυφά στη Θεία Ωραιότητα.
Που κάνει την ελεημοσύνη κατά μίμηση Θεού, δεν γνωρίζει διαφορά πονηρού και αγαθού, δικαίου και αδίκου στα αναγκαία του σώματος, αλλά σε όλους εξίσου κατά την ανάγκη διανέμει, αν και προτιμά για την αγαθή προαίρεση τον ενάρετο από τον φαύλο. Η διάθεση της αγάπης δεν γνωρίζεται μόνο με τη μετάδοση των χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση του Λόγου του Θεού και τη σωματική διακονία.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
Today, January 21, our Church commemorates Saint Maximus the Confessor; Saint Neophytos the Martyr; Saint Zosimos, Bishop of Syracuse; and the holy martyrs Eugenios, Valerian, Candidus, and Aquila. We also celebrate the gathering in honor of Saint Irene and commemorate Saint Agnes the Martyr, the four holy martyrs of Tyre, and Saint Neophytos, the caretaker of Vatopedi Monastery, who heard the voice of the Most Holy Theotokos from her holy icon.
Our God-bearing Father Maximus, who came to be known as the Confessor, was born in Constantinople in AD 580 to noble and devout parents. Exceptionally intelligent and diligent, he excelled in his studies, both in theology and in philosophy. Yet he was humble. He took no pride in his noble birth, his wisdom, or his virtue, and so everyone held him in great reverence and admired him. When Emperor Heraclius heard of Maximus’s reputation, he made him his private secretary, though the Saint did not wish it.
Maximus had intended to become a monk, but the emperor pressed him, and he yielded because he could not oppose him. At that time, the heresy of Monothelitism was spreading. Maximus believed the emperor was following a policy of compromise, so in 614 he left behind the wealth and splendor of the palace and withdrew to a monastery at Chrysopolis, where he became a monk. He endured hardship and strict discipline, keeping vigil and praying through the night so that his soul might find rest. In this way he advanced spiritually and excelled in ascetic struggle and virtue.
When the brothers of that monastery saw this, they earnestly asked him to become their abbot after their superior died. He refused, regarding leadership as a very heavy burden. But when he saw how deeply they desired it and how they persisted, he agreed for their spiritual benefit and took up the abbacy. At first Emperor Heraclius was very devout and won many victories over the Persians. Later, however, he was led astray by Athanasios, the heretical Patriarch of the Jacobites, whom he loved dearly. Christ has two natures, divine and human, and therefore two wills and two energies, divine and human.
But Heraclius held that Christ had one will and one energy. Patriarch Sergius also shared this heresy and error. They appointed a man who agreed with them, named Cyrus, as Patriarch of Alexandria. To spread their heresy everywhere, they wrote to Pope John of Rome, seeking to draw him into their error as well.
For this reason Saint Maximus wanted to go to Rome to teach the truth, so that the Romans would not suffer what had happened throughout the East. Before long Sergius died and Pyrrhus succeeded him. Earlier, Saint Maximus had gone to Alexandria and struggled against Monothelitism alongside Sophronius, a learned monk from Palestine who later became Patriarch of Jerusalem. In 645 he continued his struggle in Carthage, in North Africa. It was largely through his urging that the Orthodox Church in the West also rose against the Monothelites. He then went to Rome, where he persuaded its newly ordained bishop, Martin, to convene a Synod. All 150 bishops of Italy gathered, and with the great Maximus taking the lead, they upheld the Orthodox faith and anathematized Sergius, Pyrrhus, Paul, and Peter,
the unworthy Patriarchs of Constantinople, as well as Cyrus of Alexandria, Athanasios of Antioch, and those who shared their views. They also rejected an edict of Emperor Constans that forbade discussion of Monothelitism. The emperor was enraged. Because Pope Martin continued to stand firm in the Orthodox position, he was summoned to Constantinople and condemned for high treason. Maximus was brought there too. At first they tried to force him to accept Monothelitism, but he indignantly rejected their proposals and disregarded their threats and tortures. He too was condemned for high treason
and exiled in 655 to Bizye, then to Rhegium, and from there to Perberis. Yet even in exile, that tongue which spoke of God never ceased proclaiming the truth, and his right hand never tired of writing and rebuking the Monothelites.
He sent letters everywhere, instructing those who lacked understanding and strengthening the faithful. The venerable Maximus also wrote many other discourses. He explained many difficult passages of the Old Testament and the New Testament, the writings attributed to Saint Dionysius the Areopagite, works of Saint Gregory the Theologian, and the Divine Liturgy.
He explained the meaning of each Holy Mystery. He wrote discourses on ascetic and moral life, as well as other theological works. All of them are edifying and full of God’s grace, and those who call him a new Chrysostom speak truly. Supporters of the emperor asked that Maximus be pressured to accept, at least in a letter, the imperial edict forbidding discussion of Monothelitism. Saint Maximus refused. He knew well that if the defenders of Orthodoxy fell silent, the Monothelites, favored by the emperor, would spread their heresy in countless ways, with no one to challenge or oppose them. So they took him to Constantinople.
A Synod condemned him together with others who shared his views. He was anathematized and handed over to the city prefect for punishment. The prefect first scourged him savagely, showing no pity for his age or for his limbs, wrinkled and weakened by self-restraint. His whole body became one wound, yet the Orthodox Confessor’s resolve proved stronger than the lashes. Then the emperor, disgracing his own office, ordered them to cut out the tongue that proclaimed the truth and cut off the right hand that had written so many precious works. But Almighty and All-Good God, who gives sight to the blind
and, when He wills, gives speech to the deaf and mute, worked a wondrous miracle in His servant. Even after his tongue was cut out, Maximus spoke, and more clearly than before, exposing the folly of the impious. They did the same to his first disciple, Anastasios. Then they paraded the Saints through the marketplace, dragging them along like criminals and mocking them. Afterward, together with another Anastasios, they exiled them to Lazica in the region of Pontus. The venerable men arrived there without proper clothing, barefoot, hungry, and deprived of everything their bodies needed. Saint Maximus was taken to a fortress in Lazica called Schemarion.
He lived for three years, sick and very old, caring for himself alone with one hand. After so much pain and hardship, he saw a divine vision. In it, the Master called him to the Jerusalem above and revealed the day of his departure: January 21, 662. On that day, this heavenly man and earthly angel departed for the heavens. Saint Maximus is regarded as the foremost theologian of the seventh century, and the Sixth Ecumenical Council accepted his teaching against Monothelitism.
The great Saint of our Church whom we celebrate today, Maximus the Confessor, left us many teachings enlightened by God. Let us hear a few of his words about love and bring today’s account of the Saints to a close with them. The Saint writes: Whoever believes in the Lord fears Hell. Whoever fears Hell restrains the passions. Whoever restrains the passions endures afflictions, and whoever endures afflictions will have hope in God. Hope in God frees the nous, our spiritual mind, from every earthly attachment. And when the nous is freed from these attachments, it will acquire love for God.
Whoever keeps the nous fixed on the love of God regards all visible things, even his own body, as though they were foreign to him. If the soul is better than the body, and God who created the world is incomparably greater than the world, then anyone who prefers the body to the soul and the created world to God is no different from an idolater. All the virtues help the nous acquire divine love, but pure prayer does so more than any other. Through prayer, the nous rises toward God and passes beyond all created things. Whoever loves God
cannot fail to love every person as himself, even though he struggles with passions from which he has not yet been cleansed. That is why, when he sees them turn back and mend their ways, he rejoices with joy beyond words. Whoever finds even a trace of hatred in his heart toward any person for any offense is utterly estranged from the love of God, because love for God cannot tolerate hatred of other people. Blessed is the person who can love everyone equally. Blessed is the nous that has passed beyond all created beings and continually delights in divine beauty.
Whoever gives alms in imitation of God makes no distinction between the wicked and the good, or the just and the unjust, when providing for their bodily needs. He gives to everyone equally according to their need, although he favors the virtuous over the wicked because of their good intentions. A loving heart is shown not only by sharing money, but far more by sharing the word of God and by serving others with one’s own hands.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\21 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.