Η Μαρία η Μαγδαληνή, μάρτυρας της Αναστάσεως και μυροφόρος
Η Μαρία η Μαγδαληνή, από τα Μάγδαλα της Γαλιλαίας, ακολούθησε τον Ιησού αφού εκείνος την ελευθέρωσε από επτά δαιμόνια. Εντάχθηκε στις γυναίκες που υποστήριζαν τον Χριστό και τους αποστόλους του και έγινε μία από τις μυροφόρους.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Μαρία η Μαγδαληνή, από τα Μάγδαλα της Γαλιλαίας, ακολούθησε τον Ιησού αφού εκείνος την ελευθέρωσε από επτά δαιμόνια.
- Εντάχθηκε στις γυναίκες που υποστήριζαν τον Χριστό και τους αποστόλους του και έγινε μία από τις μυροφόρους.
- Βρίσκοντας τον τάφο άδειο, κάλεσε τον Πέτρο και τον Ιωάννη, και στη συνέχεια έμεινε έξω κλαίγοντας, έως ότου ο αναστημένος Χριστός την ονόμασε.
- Τον αναγνώρισε και ανήγγειλε στους μαθητές ότι είδε τον Κύριο.
- Η ομιλία αναφέρει παραδόσεις για τις μισιονερικές περιοδείες της και για τη μεταγενέστερη διακονία της με τον Απόστολο Ιωάννη στην Έφεσο.
- Παρουσιάζει το μύρο των μυροφόρων ως εικόνα της χάρης του Αγίου Πνεύματος, που λαμβάνεται μέσω του Χριστού και των μυστηρίων της Εκκλησίας.
- Κλείνει με έκκληση για προσευχή, αρετή και απαλλαγή από τα πάθη, ώστε οι πιστοί να φέρουν την ευωδία του Χριστού.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 11 παράγραφοι
Η εορταζομένη Μαρία επωνομάστηκε Μαγδαληνή, διότι ήταν από τα Μάγδαλα, πολίχνη της Γαλιλαίας, κατά τη δυτική όχθη της λίμνης της Τιβεριάδος. Ο πατέρας της ονομαζόταν Σύρος και η μητέρα της Ευχαριστία, ήταν δε πλούσιοι και ευγενείς. Αυτή λοιπόν, όταν άκουσε για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό ότι βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα, όπου δίδασκε και έκαμνε πολλά θαύματα, εγκατέλειψε τα Μάγδαλα και πήγε στην Ιερουσαλήμ ζητώντας τον Κύριο, τον οποίο, αφού βρήκε, ακολούθησε ως μαθήτριά του, βρήκε δε από την αγαθότητά του μεγάλη χάρη. Ενοχλούνταν αυτή από επτά δαιμόνια, από τα οποία την απάλλαξε ο Κύριος.
Ευγνώμων δε για την ευεργεσία, αφοσιώθηκε με πολύ ζήλο στην υπηρεσία του Σωτήρος. Έτσι ανήκε στη σεμνή και εντιμότατη χορεία των από τη Γαλιλαία γυναικών, οι οποίες παρακολουθούσαν τον Κύριο και τους Αποστόλους Του και βοηθούσαν στο Θείο έργο με προσφορές από τα υπάρχοντά τους. Η Μαγδαληνή αυτή, αφού αψίφισε εντελώς όλα τα του κόσμου φθαρτά, πλούτο, δόξα, ωραιότητα και κάθε άλλο παρόμοιο, έγινε μυροφόρος μαζί με άλλες γυναίκες και έτσι έγινε αγαπητή από τον Δεσπότη Χριστό και η μητέρα του, η Υπεραγία Θεοτόκος, την πήρε σύντροφο και συνοδοιπόρο της όταν πορευόταν προς τον τάφο στον οποίον είχαν τοποθετήσει το σώμα του Κυρίου Ιησού.
Είδε τον λίθο αποκεκυλισμένο από το μνημείο, έτρεξε προς τον Πέτρο και τον Ιωάννη και είπε σε αυτούς: «Ήραν τον Κύριο από του μνημείου και ουκ οίδαμεν πού έθηκαν αυτόν». Οι δύο μαθητές πήγαν και είδαν τον κενό τάφο και, αφού αναχώρησαν από εκεί, αυτή, νομίζοντας ότι κλάπηκε το σώμα του Ιησού, στεκόταν έξω από το μνημείο κλαίοντας. Αλλά μέσα στους κλαυθμούς η καιομένη καρδία της την παρακίνησε να κύψει στο μνημείο. Και τότε είδε δύο αγγέλους λευκοφόρους, οι οποίοι κάθονταν εκεί όπου είχε τεθεί το σώμα του Ιησού, τον ένα προς τη μεριά της κεφαλής και τον άλλο προς τη μεριά των ποδιών. Εκείνοι δε της είπαν: «Γύναι, τι κλαίεις;» Και εκείνη απάντησε: «Ότι ήραν τον Κύριό μου
ουκ οίδα πού έθηκαν αυτόν». Ενώ έλεγε αυτά, αισθάνθηκε ότι κάποιος ήταν πίσω. Στράφηκε και είδε κάποιον άνθρωπο τον οποίο δεν ανεγνώρισε, διότι ο Ιησούς, αυτός ήταν, εμπόδισε την όρασή της και της είπε: «Γύναι, τι κλαίεις; Τίνα ζητείς;» Στη Μαρία φάνηκε ότι εκείνος που τη ρωτούσε ήταν ο κηπουρός του κοντινού κήπου. Καθώς δε υπέθεσε ότι αυτός θα μετεκόμισε το σώμα του Ιησού και το απέθεσε αλλού, του είπε: «Κύριε, ει συ εβάστασας αυτόν, ειπέ μοι πού αυτόν έθηκας, καγώ αυτόν αρώ». Τότε αποκαλύφθηκε ο Κύριος και είπε προς τη Μαγδαληνή: «Μαρία». Με την εκφώνηση του ονόματός της στράφηκε εκείνη προς τον Ιησού
είπε δε γεμάτη ευλάβεια, κατάνυξη και ανέκφραστη χαρά: «Ραββουνί», δηλαδή διδάσκαλε. Μετά δε από αυτά έτρεξε και ανήγγειλε στους μαθητές ότι είδε τον Κύριο. Λέγεται ότι μετά την Αγία Πεντηκοστή, οι μεν Απόστολοι πορεύτηκαν στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, η δε Αγία Μαρία πήγε στη Ρώμη όπου ανέφερε στον Πιλάτο για την άδικη δίκη και καταδίκη του Χριστού. Ο Πιλάτος προσκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Τιβέριο στη Ρώμη. Κατά μία άποψη, όταν αυτός πήγε εκεί βρήκε τον νέο βασιλέα Καλιγούλα, από τον οποίο εξορίστηκε στη Βιέννη της Γαλλίας, όπου και αυτοκτόνησε το 41 μετά Χριστόν. Η Αγία επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ και έγινε ακόλουθος του Αποστόλου Πέτρου.
Όταν δε εκείνος βγήκε για το κήρυγμα του Ευαγγελίου, την παρέδωσε στον από τους εβδομήκοντα Αποστόλους Μάξιμο. Αυτόν με την Αγία Μαρία και πολλούς άλλους χριστιανούς συνέλαβαν Ιουδαίοι και τους έβαλαν σε πλοίο χωρίς πανιά και κουπιά και τους άφησαν στη θάλασσα για να βυθιστούν. Όμως με τη χάρη του Θεού σώθηκαν και οδηγήθηκαν στη Μασσαλία της Γαλλίας, όπου η Αγία ανέπτυξε ιεραποστολική δράση. Με τις διδαχές και τα θαύματά της οδήγησε στην πίστη και το Άγιο Βάπτισμα τον άρχοντα του τόπου, όλους τους συγγενείς αλλά και όλο το λαό.
Το αποστολικό της έργο δεν περιορίστηκε εκεί. Εκτός από τη Γαλλία και την Ιταλία, περιόδευσε κηρύττοντας τον Ευαγγελικό Λόγο της Πίστεως, Αίγυπτο, τη Φοινίκη, τη Συρία, την Παμφυλία και άλλες χώρες, γι' αυτό και ονομάστηκε ισαπόστολος. Μετά από πολύ καιρό επανήρθε στην Παλαιστίνη και, αφού έμεινε για λίγο διάστημα με την Κυρία Θεοτόκο, πήγε στην Έφεσο διότι είχε ακούσει ότι εκεί βρισκόταν και κήρυττε ο Παρθένος και επιστήθιος Απόστολος Ιωάννης. Λέγεται ότι μετέφερε εκεί τον ερυθρού χρώματος λίθο, πάνω στον οποίο ξάπλωσαν τον Κύριο μετά την αποκαθήλωσή του από το σταυρό, και ο ευσχήμων Ιωσήφ τον τύλιξε με τη σινδόνα, και ο οποίος λίθος έφερε ανεξάλειπτα σημάδια από τα δάκρυα της Θεοτόκου, τα οποία έχυσε εκείνη όταν άλειφε με μύρα τον Υιό της. Ο λίθος αυτός
μεταφέρθηκε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη και κατά τη μεταφορά εκείνη στη Βασιλεύουσα τον βάσταζαν οι ευσεβείς βασιλείς πάνω στους ώμους τους. Εκεί στην Έφεσο παρέμεινε η Αγία Μαγδαληνή συγκοινωνός του κηρύγματος, των θλίψεων, των δεσμών, της φυλακής και όλων των άλλων πειρασμών του Ευαγγελιστού Ιωάννου. Τέλος, επειδή και αυτή ήταν άνθρωπος και έπρεπε και σε αυτή να πληρωθεί ο κοινός της φύσεως νόμος, ασθένησε λίγο και έτσι παρέδωσε την αγία της ψυχή στα χέρια του Θεού. Μερικοί φιλόχριστοι κήδευσαν με ευλάβεια το πάντιμο της σώμα και το ενταφίασαν κοντά στην είσοδο του σπηλαίου, στο οποίο αργότερα κοιμήθηκαν οι εν Εφέσω επτά παίδες.
Η Αγία Μαρία έκανε πλείστα όσα θαύματα κατά την κατάθεση του αγίου της λειψάνου, αλλά και μετά. Ο ευσεβής και φιλάγιος αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός, αφού έχτισε από τα θεμέλια και διακόσμησε την περικαλή μονή του Αγίου Λαζάρου, ανεκόμισε το 890 από την Έφεσο με μεγάλες τιμές και πολλή ευλάβεια Αγία Γραφή, Ανάληψη, Ανάσταση, Αποκάλυψη, Αποκάλυψη της Θεοτόκου, Ευαγγέλιο, Ευαγγέλιο των Ουρανών, Γέννησις Θεοτόκου, της Ευαγγέλιο των Ουρανών, Γέννησις της Θεοτόκου, Ευχή
Σήμερα την Αγία Μαγδαληνή, μία από τις μυροφόρες που από αγάπη έφεραν στα χέρια τους το πολύτιμο μύρο το αισθητό. Υπάρχει όμως και το πολυτιμότερο μύρο, το πνευματικό, το θεϊκό, που είναι η χάρη του Αγίου Πνεύματος, το οποίο έχασε η ανθρώπινη φύση στον παράδεισο και γέμισε με τη δυσοδία των παθών και το οποίο ξαναβρήκε εν Χριστώ. Μυροφόρος έγινε η ανθρώπινη φύση με τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, με την Ανάσταση και Ανάληψή Του. Μυροφόρος γίνεται ο άνθρωπος με το Άγιο Βάπτισμα και τα άλλα μυστήρια της Εκκλησίας. Αυτός δεν κρατά απλώς στα χέρια του τα μύρα, αλλά έχει μέσα στην καρδιά του το μύρο το ακένωτο, το Χριστό.
Έχει απλώς τις αρετές της καλοσύνης, της αγάπης, της αλήθειας, αλλά τον ίδιο το Χριστό που είναι η όντως καλοσύνη, η αυτοαγάπη, η αλήθεια, ο αληθινός Θεός και ο αληθινός άνθρωπος. Η χάρη του Χριστού από την καρδιά ξεχύνεται και στο σώμα. Έτσι το σώμα του πιστού δεν είναι απλά μυροδοχείο, αλλά γίνεται μύρο. Μυροφόροι είναι οι άνθρωποι εκείνοι που καθαρίστηκαν με τις Ευαγγελικές εντολές και έγινε η καρδιά τους άκρη και γονιμότατη στις αρετές που απέβαλε κάθε πάθος με την πραότητα και είναι θερμοί στο να γεννά τα πνευματικά νοήματα με διάκριση και κινείται με αγάπη. Μυροφόρος είναι εκείνος που έχει αδιάλειπτη προσευχή, είναι ο Άγιος. Μακάρι κι εμείς να καθαριστούμε, να απαλλαγούμε από τη δυσοδία των παθών και να ευωδιάζει η ψυχή, όλη η ύπαρξή μας και το περιβάλλον μας από ευωδία Χριστού.
Αγγλική μετάφρασηEN · 11 παράγραφοι
Mary, whom we celebrate today, was called Magdalene because she came from Magdala, a small town in Galilee on the western shore of the Sea of Tiberias. Her father was named Syros and her mother Eucharistia. They were wealthy and of noble standing. When she heard that our Lord Jesus Christ was in Jerusalem, teaching and working many miracles, she left Magdala and went there to seek Him. She found Him, followed Him as His disciple, and received great grace through His goodness. She was afflicted by seven demons, from which the Lord delivered her.
Grateful for this blessing, she devoted herself eagerly to serving the Savior. She joined the honorable company of women from Galilee who followed the Lord and His Apostles and supported His divine work from their own means. Magdalene left behind all the passing things of this world—wealth, glory, beauty, and everything like them. She became a Myrrhbearer alongside the other women and was beloved by Christ the Master. His mother, the Most Holy Theotokos (All-Holy), took her as a companion when she went to the tomb where the body of the Lord Jesus had been laid.
She saw that the stone had been rolled away from the tomb. She ran to Peter and John and told them, “They have taken the Lord out of the tomb, and we do not know where they have laid Him.” The two disciples went and saw the empty tomb, then left. Mary, thinking that Jesus’ body had been stolen, stood outside the tomb weeping. As she wept, her yearning heart moved her to look inside. There she saw two angels dressed in white, sitting where Jesus’ body had lain, one at the head and the other at the feet. They asked her, “Woman, why are you weeping?” She answered, “Because they have taken away my Lord
and I do not know where they have laid Him.” As she said this, she sensed someone behind her. She turned and saw a man she did not recognize. It was Jesus, but He kept her from recognizing Him. He asked her, “Woman, why are you weeping? Whom are you seeking?” Mary thought He was the gardener. Supposing that he had moved Jesus’ body elsewhere, she said, “Sir, if you have carried Him away, tell me where you have laid Him, and I will take Him away.” Then the Lord revealed Himself to Magdalene by saying, “Mary.” At the sound of her name, she turned to Jesus
and said, filled with reverence, katanyxis, or compunction, and inexpressible joy, “Rabbouni,” which means “Teacher.” Then she ran and told the disciples that she had seen the Lord. It is said that after Pentecost, while the Apostles went out to preach the Gospel, Saint Mary went to Rome and told Pilate of Christ’s unjust trial and condemnation. Emperor Tiberius had summoned Pilate to Rome. According to one account, when Pilate arrived, he found the new emperor, Caligula, who exiled him to Vienne in France, where he took his own life in AD 41. The Saint returned to Jerusalem and became a follower of the Apostle Peter.
When Peter went out to preach the Gospel, he entrusted her to Maximus, one of the Seventy Apostles. Some Jews seized Maximus, Saint Mary, and many other Christians, put them on a ship without sails or oars, and left them at sea to sink. But by the grace of God they survived and reached Marseille in France, where the Saint began her missionary work. Through her teaching and miracles, she brought the local ruler, all his relatives, and the whole people to the faith and Holy Baptism.
Her apostolic work did not end there. Besides France and Italy, she traveled through Egypt, Phoenicia, Syria, Pamphylia, and other lands, preaching the Gospel’s word of faith. For this she was called Equal to the Apostles. After a long time she returned to Palestine. She stayed briefly with the Lady Theotokos, then went to Ephesus, having heard that John, the beloved Apostle who had remained a virgin, was there preaching. It is said that she brought with her the reddish stone on which the Lord had been laid after He was taken down from the Cross, when the honorable Joseph wrapped Him in the linen shroud. The stone bore lasting marks from the Theotokos’s tears, shed as she anointed her Son with myrrh. This stone
was later taken to Constantinople. As it was carried into the imperial city, the devout emperors bore it on their shoulders. Saint Magdalene remained in Ephesus, sharing in the preaching, tribulations, imprisonment, and every other trial of John the Evangelist. At last, being human and subject to the common lot of our nature, she fell briefly ill and gave her holy soul into God’s hands. Some faithful Christians reverently prepared her precious body for burial and laid it near the entrance to the cave where the Seven Sleepers of Ephesus later fell asleep.
Saint Mary performed a great many miracles when her holy relic was laid to rest, and afterward as well. The devout Emperor Leo the Wise, who loved the saints, built the beautiful monastery of Saint Lazarus from its foundations and adorned it. In 890 he brought from Ephesus with great honor and reverence Holy Scripture, the Ascension, the Resurrection, the Apocalypse (Book of Revelation), the revelation of the Theotokos, the Gospel, the Gospel of Heaven, the Nativity of the Theotokos, the Gospel of Heaven, the Nativity of the Theotokos, the prayer.
Today we honor Saint Mary Magdalene, one of the Myrrhbearers, who lovingly carried precious, tangible myrrh in her hands. Yet there is a still more precious myrrh: the spiritual, divine myrrh of the Holy Spirit’s grace. Human nature lost that grace in Paradise and became filled with the foul odor of the passions, but found it again in Christ. Through the incarnation of the Son and Word (Logos) of God, and through His Resurrection and the Ascension, human nature became a bearer of myrrh. A person becomes a bearer of myrrh through Holy Baptism and the other Mysteries of the Church. Such a person does not merely hold myrrh in his hands; he bears within his heart the inexhaustible myrrh, Christ Himself.
He has more than the virtues of goodness, love, and truth: he has Christ Himself, who is goodness itself, love itself, the truth, true God and true man. Christ’s grace flows from the heart into the body as well. So the believer’s body is more than a vessel for myrrh; it becomes myrrh. Bearers of myrrh are those who have been cleansed by the Gospel commandments. Their hearts become pure and richly fruitful in virtue. They cast off every passion through gentleness, bring forth spiritual insights with discernment, and are moved by love. A bearer of myrrh is someone who prays without ceasing: a saint. May we too be cleansed and freed from the foul odor of the passions, so that our souls, our whole being, and all around us may be filled with the fragrance of Christ.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
07 ΙΟΥΛΙΟΥ\22 07 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.