Οι μάρτυρες της Καππαδοκίας και της Περσίας ως μάρτυρες του Χριστού
Ο Ευψύχιος της Καππαδοκίας αποκεφαλίστηκε επί Ιουλιανού του Παραβάτη, αφού αυτός και άλλοι χριστιανοί κατεδάφισαν ναό αφιερωμένο στην Τύχη. Ο Βάδιμος, Πέρσης κληρικός που κήρυττε το Ευαγγέλιο, φυλακίστηκε και εκτελέστηκε μαζί με επτά μαθητές του επί Σαπώρ Β'.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Ευψύχιος της Καππαδοκίας αποκεφαλίστηκε επί Ιουλιανού του Παραβάτη, αφού αυτός και άλλοι χριστιανοί κατεδάφισαν ναό αφιερωμένο στην Τύχη.
- Ο Βάδιμος, Πέρσης κληρικός που κήρυττε το Ευαγγέλιο, φυλακίστηκε και εκτελέστηκε μαζί με επτά μαθητές του επί Σαπώρ Β'.
- Πριν από τον θάνατό του, ο Βάδιμος παρότρυνε τον δήμιό του Νιρσάν, πρώην χριστιανό, να επιστρέψει στην Εκκλησία.
- Αφού ο επίσκοπος Δισάν κατηγορήθηκε για έλλειψη αφοσίωσης προς το κράτος, ο Σαπώρ διέταξε την εκτέλεση τετρακοσίων χριστιανών· πέντε αρνήθηκαν την πίστη τους, ενώ οι άλλοι αντιμετώπισαν τον θάνατο ψάλλοντας ύμνους.
- Ο Αβδιησούς επέζησε της πρώτης εκτέλεσης, συνέχισε να κηρύττει τον Χριστό και αργότερα σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της διακονίας.
- Η ομιλία διδάσκει ότι οι άγιοι μαρτυρούν τον Χριστό με τη ζωή, τα λόγια και τη σιωπή τους, με το μαρτύριο ως πιθανό αποκορύφωμα αυτής της μαρτυρίας.
- Καταλήγει ότι ο πόνος έχει σωτηριολογική αξία όταν ενώνεται με την ορθόδοξη πίστη και τη ζωή εν Χριστώ.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι
Χριστού Μάρτυς Ευψύχιος καταγόταν από τη χώρα των Καπαδοκών, έζησε δε κατά τους χρόνους του παραβάτου Ιουλιανού, ο οποίος βασίλευσε από το 361 μέχρι το 363 μετά Χριστόν. Ζώντας δε ο μακάριος ζωή άμεμπτη, έλαβε και νόμιμη γυναίκα, έχοντας όμως θείο ζήλο, και αφού πήρε μαζί του πολλούς άλλους χριστιανούς, γκρέμισε τον ειδωλολατρικό ναό, τον επωνομαζόμενο της Τύχης, στον οποίο είχε ιδιαίτερη συμπάθεια και αγάπη ο Ιουλιανός, ο οποίος προσέρχονταν εκεί κάθε μέρα και πρόσφερε τις θυσίες του. Αφού δε αποκαλύφθηκε η πράξη αυτή του Αγίου, πρόσταξε ο παραβάτης οι μεν άλλοι χριστιανοί να υποβληθούν σε εξορίες και βασανιστήρια,
ο δε Άγιος Ευψύχιος να αποκεφαλιστεί, καθόσον ήταν ο αυτουργός της πράξεως εκείνης. Έτσι αποκεφαλίστηκε και έλαβε ο αοίδιμος του μαρτυρίου τον στέφανο.
Οσιομάρτυς Βάδημος, του οποίου τη μνήμη επίσης σήμερα η Εκκλησία μας επιτελεί, έζησε επί του βασιλέως των Περσών Σαπόρ του Δευτέρου, ο οποίος τόσες ενοχλήσεις είχε προξενήσει στο Βυζαντινό κράτος. Πέρσης στην καταγωγή και από γένος επίσημο, άφησε πλούτη και λαμπρό κοσμικό μέλλον για να υπηρετήσει το Χριστό. Εισήλθε στον Ιερό Κλήρο, εργάστηκε προς διάδοση του Ευαγγελίου, συγκέντρωσε δε και όμιλο επτά μαθητών. Καταγγέλθηκε ότι αποσπούσε στον Χριστό πολλούς Πέρσες από την πάτρια θρησκεία τους και φυλακίστηκε με τους μαθητές του επί τέσσερις μήνες. Καθώς αρνήθηκε να εγκαταλείψει την Αγία του Πίστη, καταδικάστηκε να αποκεφαλιστεί. Η ίδια απόφαση λήφθηκε και για τους μαθητές του, οι οποίοι με την ίδια γενναιότητα
παρέμειναν σταθεροί στην ομολογία του Κυρίου Ιησού. Η εκτέλεση της θανατικής ποινής ανατέθηκε σε κάποιον δήμιο, ονομαζόμενον Νιρσάν. Αυτός ήταν προηγουμένως χριστιανός, όμως μπρος στα βασανιστήρια αρνήθηκε το Χριστό. Ο Άγιος Βάδημος, καθώς αναγνώρισε τον αρνησίθρησκο, τον καθικέτευσε πρώτα να ευσπλαχνιστεί τον εαυτό του και να επανέλθει στη χριστιανική εκκλησία. Βλέποντας δε το αμετάπειστό του, τον απείλησε εν ονόματι του δικαιοκρίτου Θεού. Ο Νιρσάν ταράχτηκε και το χέρι του που κρατούσε το ξίφος έχασε την ευστάθειά του και χρειάστηκε να καταφέρει τέσσερα χτυπήματα για να θανατώσει τον Βάδημο. Το ίδιο μαρτυρικό τέλος έλαβαν και οι επτά μαθητές του Βαδήμου.
Δέν Ιρσάν ο Αρνησίθρισκος μάχαιρα έδωσε, μάχαιρα και έλαβε από τους ίδιους τους ειδωλολατρικούς κύκλους στους οποίους προστέθηκε, διότι κάποια μέρα ένας ειδωλολάτρης, καθώς θύμωσε εναντίον του, τον φόνευσε με σπαθί.
Επιτελείται η μνήμη και των Αγίων Μαρτύρων, των οποίων η άθληση έγινε κατά τους χρόνους του ιδίου βασιλέως των Περσών Σαπόρ του Δευτέρου, ο οποίος, αφού κυρίευσε την χώρα τους Βυζάτι, τους στρατιώτες και εκείνους που μπορούσαν να φέρουν όπλα τους φόνευσε, άφησε όμως άθικτους τους γέροντες, τις γυναίκες και τα παιδιά, τον Επίσκοπο Ηλιόδωρο και τους υπ' αυτόν κληρικούς. Τον Ηλιόδωρο, όταν απέθανε, διαδέχτηκε στην Επισκοπή ο Πρεσβύτερος Δησάν, άνδρας πιστός και ενεργητικός, ο οποίος με ζέση επεξέτεινε το χριστιανικό κήρυγμά του και προς τους Πέρσες, με εγκράτεια όμως γλώσσης και με σεβασμό προς την υπερέχουσα πολιτική αρχή. Αλλά ο Αρχιμάγος Αδεφάρ διέβαλε τον Επίσκοπο Δησάν,
διέβαλε λέγοντας ότι και αυτός και οι υπ' αυτόν χριστιανοί βρίζουν τον Βασιλέα Σαπόρ και βλασφημούν την περσική θρησκεία. Ο Σαπόρ πίστευσε στη διαβολή αυτή και μάλιστα για το λόγο ότι οι ιερείς των Περσών επέμειναν και έλεγαν ότι η χριστιανική θρησκεία, η οποία υποστηριζόταν από την Κωνσταντινούπολη, αποτελούσε κίνδυνο για το κράτος του. Διέταξε λοιπόν ο Σαπόρ να αποκεφαλιστούν τετρακόσιοι χριστιανοί και πρώτος ο επίσκοπός τους. Το άκουσμα προκάλεσε στην αρχή κάποια συγκίνηση στο μικρό χριστιανικό στρατόπεδο, αλλά η θερμή τους πίστη επέφερε την ευψυχία. Το να αποθάνουν όλοι για το Χριστό και να δώσουν τόσο αθρόα και πανηγυρική μαρτυρία της αφοσιώσεώς τους σε Αυτόν...
να παρουσιάσουν στον άπιστο εκείνο κόσμο τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουν να πεθαίνουν οι χριστιανοί για τον αρχηγό και σωτήρα τους, απετέλεσε για αυτούς λαμπρή ευκαιρία, αξία πανηγυρισμού μάλλον παρά λύπης. Προχώρησαν λοιπόν με επικεφαλής τον επίσκοπό τους τετρακόσιες ψυχές στον αιματηρό δρόμο του μαρτυρίου. Καθοδόν μόνο πέντε μικροψύχησαν και έχασαν τον στέφανο της δόξης για να παρατείνουν την πρόσκαιρη ζωή τους επί μερικά έτη ή και ώρες μόνον, άτιμη όμως και αθλία. Οι υπόλοιποι δέχθηκαν όλοι τον δι' αποκεφαλισμού θάνατο, σταθεροί και απτόητοι, σκιρτώντας και χαίροντας, ψάλλοντας ύμνους, δοξολογίες και ευχαριστίες στον Αρχιμάρτυρα Χριστό.
Από τους μάρτυρες εκείνους, ονομαζόμενος Αβδίησους, έπεσε μεν από το κτύπημα του σπαθιού και θεωρήθηκε νεκρός, χωρίς όμως να είναι. Μπόρεσε λοιπόν να σηκωθεί τη νύχτα, διότι τα λείψανα έμελλαν να ταφούν την επομένη, και καθώς έτυχε περιποιήσεων διατηρήθηκε στη ζωή. Δεν τον φόβησε όμως το πάθημα και των αποκεφαλισθέντων μαρτύρων η τύχη. Ούτε δίστασε μπρος τη βεβαιότητα ότι κηρύττοντας το Χριστό έβαινε και πάλι ασφαλώς προς το θάνατο. Επιδόθηκε στο κήρυγμα του Χριστού και μπόρεσε να κερδίσει αρκετές ψυχές. Αλλά κάποια μέρα ένας Πέρσης επιτέθηκε εναντίον του, τη στιγμή κατά την οποία κήρυττε, τον πλήγωσε θανάσιμα με μαχαίρι. Αυτός δε δέχτηκε με χαρά τη σφαγή.
Διότι αξιώθηκε να συναριθμηθεί με τους υπολοίπους, οι οποίοι αποκεφαλίστηκαν προηγουμένως, και έτσι αξιώθηκε και αυτός να λάβει τον στέφανο του μαρτυρίου.
Είναι η ομολογία της αλήθειας και αυτή τη μαρτυρία πραγματικά και με επιτυχία μόνο ο Άγιος μπορεί να τη δώσει. Ο Άγιος με τη ζωή του μαρτυρεί, ομολογεί ότι υπάρχει Θεός, ότι η ανάπλαση και σωτηρία μας γίνεται εν Χριστώ, ότι η Εκκλησία είναι η ταμιούχος της Θείας Χάρητος, ότι υπάρχει πέραν του τάφου ζωή, ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ότι η σωτηρία μας επιτυγχάνεται μόνο με την ένωσή μας με Αυτόν. Λοιπόν, έχει γραφεί ότι οι Άγιοι αποτελούν μια ορθόδοξη εγκυκλοπαιδεία, διότι όλοι έζησαν το Χριστό και έδωσαν τη μαρτυρία περί Χριστού με τη ζωή, το λόγο και τη σιωπή τους. Με αυτή την έννοια οι Άγιοι είναι μάρτυρες Χριστού. Εφαρμόστηκε σε αυτούς ο λόγος του Κυρίου «Έσεσθέ μου μάρτυρες». Το μαρτύριο είναι μια ιδιαίτερη μορφή μαρτυρίας. Είναι ένα βίαιο συγκεκριμένο γεγονός που μερικές φορές επισφραγίζει και επισημοποιεί τη ζωή της μαρτυρίας. Είναι η λαμπρότερη μορφή χριστιανικής ζωής και χριστιανικής μαρτυρίας. Αλλά κάθε μαρτύριο δεν είναι ούτε χριστιανικό, ούτε ωφέλιμο, ούτε σώζει τον άνθρωπο. Πολλοί αιρετικοί, παραδείγματος χάρη, πέθαναν μαρτυρικά, χωρίς όμως να ομολογήσουν ορθόδοξα την αλήθεια περί Χριστού και αιωνίου ζωής. Αυτοί δεν είναι μάρτυρες Θεού αλλά ψευδομάρτυρες, αφού δεν έχουν ορθόδοξη πίστη.
Θα μπορούσαν να λεχθούν για τυχόν τέτοιες περιπτώσεις αλλοθρήσκων ή αθέων. Και αυτό διότι εκείνο που σώζει είναι ο Χριστός και κάθε έργο και κάθε κόπος και κάθε μαρτύριο μένει αναξιοποίητο εάν τελικά δεν συνδεθεί με το Χριστό. Η ζωή μας χαραμίζεται όταν είναι άσχετη με το Χριστό. Αντίθετα, κάθε τι που γίνεται εν Χριστώ, κατά Θεόν και για τον Χριστό, ακόμη και το πιο μικρό και ταπεινό, λαμβάνει αιώνια σημασία και αξία, διότι γίνεται μέσον, αγωγός Θείας Χάριτος αιωνίου ζωής. Τότε η ζωή μας θα είναι ευλογημένη και τότε, εάν ο Θεός ευδοκίσει, θα δώσει και το μαρτύριο ως επιστέγασμα της ευλογημένης
ζωής.
Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι
The martyr of Christ, Eupsychius, came from Cappadocia. He lived in the time of Julian the Apostate, who reigned from AD 361 to 363. Eupsychius lived a blameless life and was lawfully married. But he was filled with zeal for God, and with many other Christians he demolished the pagan temple called the Temple of Fortune. Julian was especially fond of this temple: he went there every day to offer sacrifices. When the saint's deed came to light, the apostate emperor ordered the other Christians to be exiled and tortured,
and Saint Eupsychius, as the leader of the deed, to be beheaded. So he was beheaded and received the crown of martyrdom.
Today the Church also commemorates the venerable martyr Vadim. He lived under Shapur II, king of Persia, who had caused so much trouble for the Byzantine Empire. A Persian of distinguished family, Vadim left behind wealth and a promising life in the world to serve Christ. He entered the clergy, worked to spread the Gospel, and gathered seven disciples around him. He was accused of bringing many Persians from their ancestral religion to Christ, and he and his disciples were imprisoned for four months. When he refused to abandon his holy faith, he was condemned to be beheaded. The same sentence was passed on his disciples, who showed the same courage
and remained steadfast in confessing the Lord Jesus Christ. The execution was assigned to a man named Nirsan. He had once been a Christian, but had denied Christ when faced with torture. Saint Vadim recognized the apostate and first pleaded with him to have mercy on his own soul and return to the Christian Church. When he saw that Nirsan would not change his mind, he warned him in the name of God, the righteous Judge. Nirsan was shaken. His sword hand became unsteady, and it took him four blows to kill Vadim. Vadim's seven disciples met the same martyr's death.
Nirsan the apostate wielded the sword, and by the sword he died at the hands of the very pagans he had joined. One day, a pagan grew angry with him and killed him with a sword.
We also commemorate the holy martyrs who suffered under that same Persian king, Shapur II. After conquering their land, Byzati, he killed the soldiers and all who could bear arms. But he left the elderly, the women and children, Bishop Heliodorus, and the clergy under him unharmed. When Heliodorus died, the priest Disan succeeded him as bishop. A faithful and energetic man, he preached Christianity with zeal to the Persians as well, while speaking with restraint and respecting the ruling authorities. But the chief magus Adphar slandered Bishop Disan,
claiming that he and the Christians under him insulted King Shapur and blasphemed the Persian religion. Shapur believed the accusation, especially because the Persian priests insisted that Christianity, supported by Constantinople, posed a danger to his kingdom. So Shapur ordered four hundred Christians to be beheaded, beginning with their bishop. At first the news stirred fear among the small Christian community, but their fervent faith gave them courage. To die together for Christ and bear such a great and public witness to their devotion to Him...
to show that unbelieving world how Christians knew how to die for their leader and Savior: they saw this as a glorious occasion, a cause for celebration more than sorrow. So four hundred souls, led by their bishop, set out on the bloodstained road of martyrdom. On the way, only five lost heart and forfeited the crown of glory to prolong their earthly lives by a few years, or perhaps only a few hours, in dishonor and misery. All the others accepted death by beheading, steadfast and undaunted. They rejoiced as they sang hymns of praise and thanksgiving to Christ, the first among martyrs.
One of those martyrs, named Abdiesus, fell beneath a sword blow and was taken for dead, though he was still alive. He managed to rise during the night, before the martyrs' remains were to be buried the next day. He received care and survived. Yet what he had suffered, and the fate of those who had been beheaded, did not frighten him. Nor did he hesitate, though he knew that preaching Christ would surely bring him to death again. He devoted himself to preaching Christ and won many souls. But one day, while he was preaching, a Persian attacked him and dealt him a mortal wound with a knife. Abdiesus welcomed his death with joy.
For he was counted worthy to be numbered among those who had been beheaded before him, and so he too was counted worthy to receive the crown of martyrdom.
This is the confession of the truth, and only a saint can truly bear this witness. Through his life, a saint testifies that God exists; that we are renewed and saved in Christ; that the Church is the guardian of divine grace; that there is life beyond the grave; that Christ is the true God; and that our salvation comes only through union with Him. It has been said that the saints form an Orthodox encyclopedia, because they all lived in Christ and bore witness to Him through their lives, their words, and their silence. In this sense, the saints are witnesses to Christ. The Lord's words were fulfilled in them: “You shall be my witnesses.” Martyrdom is a particular form of witness. It is a violent event that sometimes seals and makes plain a life already spent bearing witness. It is the most radiant form of Christian life and Christian witness. But suffering a martyr's death does not, by itself, make a person a Christian martyr, benefit that person, or save them. Many heretics, for example, died under persecution without confessing the Orthodox truth about Christ and eternal life. They are not martyrs of God but false martyrs, because they do not hold the Orthodox faith.
The same could be said of such cases among people of other religions or among atheists. For it is Christ who saves. Every work, every hardship, and every martyr's death bears no saving fruit if, in the end, it is not joined to Christ. Our life is wasted when it has nothing to do with Christ. But everything done in Christ, according to God's will and for Christ, even the smallest and humblest thing, takes on eternal meaning and worth. It becomes a means through which divine grace and eternal life are given. Then our life will be blessed, and then, if God so wills, He will grant martyrdom as the crowning of a blessed
life.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
04 ΑΠΡΙΛΙΟΥ\09 04 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.