Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Μαρτύριο και μετάνοια στη Βιθυνία και την Αίγυπτο

Στην Καισάρεια της Βιθυνίας, οι Χριστιανοί Θύρσος, Λεύκειος και Καλλίνικος έζησαν μέσα σε αυξανόμενη εχθρότητα από τις ρωμαϊκές αρχές. Ο Λεύκειος ζήτησε από τον έπαρχο Κουμβρίκιο δίκαιη μεταχείριση των Χριστιανών, αρνήθηκε να απαρνηθεί την πίστη του και αποκεφαλίστηκε.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων14 Δεκεμβρίου19:52Συλλογική μνήμη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Στην Καισάρεια της Βιθυνίας, οι Χριστιανοί Θύρσος, Λεύκειος και Καλλίνικος έζησαν μέσα σε αυξανόμενη εχθρότητα από τις ρωμαϊκές αρχές.
  • Ο Λεύκειος ζήτησε από τον έπαρχο Κουμβρίκιο δίκαιη μεταχείριση των Χριστιανών, αρνήθηκε να απαρνηθεί την πίστη του και αποκεφαλίστηκε.
  • Ο Θύρσος κατήγγειλε την ειδωλολατρία και υπέμεινε βασανιστήρια, υποστηρίζοντας ότι ο διωγμός θα ενίσχυε την Εκκλησία.
  • Συγκινημένος από τη μαρτυρία του Θύρσου, ο ειδωλολάτρης ιερέας Καλλίνικος δήλωσε ότι είναι Χριστιανός και αποκεφαλίστηκε· ο Θύρσος πέθανε μετά από αποτυχημένη προσπάθεια να τον πριονίσουν στα δύο.
  • Δεκαετίες αργότερα στην Αίγυπτο, ο μουσικός που είχε προσηλυτιστεί Φιλήμων και ο εξέχων Απολλώνιος ομολόγησαν ανοιχτά τον Χριστό και εκτελέστηκαν από τον έπαρχο Αριανό.
  • Μετά από όνειρο και τη θεραπεία του ματιού του στον τάφο του Απολλωνίου, ο Αριανός βαπτίστηκε μαζί με την οικογένειά του και άρχισε να κηρύττει τον Χριστό.
  • Ο Αριανός και τέσσερις αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι που είχε οδηγήσει στην πίστη ομολόγησαν τον Χριστό ενώπιον του Διοκλητιανού και μαρτύρησαν.
  • Η ομιλία συμπεραίνει ότι το μαρτύριο μπορεί να οδηγήσει άλλους στη μετάνοια και καλεί τους Χριστιανούς να ανακτήσουν τη θυσιαστική αφοσίωση στην πίστη τους.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 22 παράγραφοι

Άγιοι Μάρτυρες, Θύρσος, Λεύκειος και Καλλίνικος άκμασαν κατά τα μέσα του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος. Κατάγονταν από τη Βυθινία και ανήκαν όλοι σε διακεκριμένες οικογένειες οι οποίες είχαν ασπαστεί τη χριστιανική πίστη. Κατοικούσαν στην Καισάρεια της Βυθινίας. Ήταν ταπεινόφρονες, απέφευγαν κάθε θόρυβο και επιδεικτικότητα, ήταν όμως πασίγνωστοι για τη φιλανθρωπία τους. Η Εκκλησία τότε εξακολουθούσε να είναι υπό τη δυσπιστία και την εχθρότητα του κράτους. Οι αυτοκράτορες της Ρώμης, και λόγω της ειδωλολατρικής τους ανατροφής και λόγω της στενότατης σχέσης της πολιτείας με την κρατούσα θρησκεία της πολυθεΐας, και όταν ακόμη δεν κατεδίωκαν τους χριστιανούς, επέτρεπαν στους κατά τόπους άρχοντες

είδος εναντίον τους αυθαιρεσίας. Κάτι τέτοιο συνέβη τότε στην Καισάρεια. Ο έπαρχος Κουμβρίκιος, φανατικός ειδωλολάτρης, έβλεπε με λύπη και οργή την πρόοδο των χριστιανών. Θεώρησε λοιπόν χρέος του να αντιδράσει και να καταβάλει κάθε προσπάθεια για να αναζωπυρώσει την ειδωλολατρική φλόγα. Έτσι, έκτιζε βωμούς, έκανε θυσίες, οργάνωνε πανηγύρια, επιδεικτικές προσκυνήσεις των ειδώλων και εξήγειρε τον ζήλο των ειδωλολατρών εναντίον των χριστιανών. Επιπλέον, εκμεταλλευόταν κάθε ευκαιρία για να πιέζει τους χριστιανούς και να παρεμβάλλει μύρια προσκόμματα και στη λατρεία και στη διδασκαλία τους. Στην κατάσταση αυτή ο Λεύκειος αποφάσισε να πάει στον έπαρχο και να τον παρακαλέσει

να είναι μετριότερος τουλάχιστον προς τους χριστιανούς. Αλλά εκείνος άναψε από τον θυμό. Διέταξε να συλλάβουν τον Λεύκειο και τον υπέβαλε σε δίκη με ελπίδα να τον εξαναγκάσει να αρνηθεί την πίστη του. Ο Λεύκειος καρτερούσε, διεκήρυττε την αλήθεια του Ευαγγελίου και χαρακτήριζε ως τυραννία την αυθαίρετη συμπεριφορά των ειδωλολατρών αρχόντων προς την Εκκλησία. Ο Κουμβρίκιος τον κατεδίκασε σε θάνατο. Έτσι, κάποιο πρωί έπεφτε η κεφαλή του Λευκείου έξω από την πόλη και λάμβανε το στεφάνι του μαρτυρίου. Η είδηση κατέθλιψε τους χριστιανούς αλλά και φλόγισε την πίστη και τον ζήλο τους. Δύο μέρες λοιπόν μετά την αποκεφάλιση του Λευκείου, άλλος χριστιανός, διακεκριμένης κοινωνικής θέσεως και αυτός, ο Θύρσος,

προς τον Κουμβρίκιο και τον ρώτησε: «Οφείλει κανείς να λέγει την αλήθεια;» «Βεβαίως», απάντησε εκείνος. «Τότε, να η μεγάλη αλήθεια, την οποία με υποχρεώνει ο Θεός να σου πω: Η ειδωλολατρία είναι ψεύδος και η ιστορία δεν μπορεί να αλλοιωθεί. Μπρος στη δύναμη του Χριστού θα συντριβούν τα είδωλά σας και θα αφανιστούν οι βωμοί σας». Ο έπαρχος, από το απροσδόκητο αυτό, καταλήφθηκε από λύσσα. Ενώ είπε ότι οφείλει κανείς να λέγει την αλήθεια, στάθηκε ανίκανος να την ανεχθεί όταν την άκουσε. Ρώτησε λοιπόν τον Θύρσο εάν δεχόταν να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος με απλό μειδίαμα εξέφρασε την άρνησή του και ο Κουμβρίκιος διέταξε χωρίς αναβολή να αρχίσουν τα βασανιστήρια. Τον έδειραν λοιπόν,

τον έδεσαν με λουριά και τον έσερναν κατά γης και ακολούθως του σύντριψαν τα δόντια. Μετά από αυτά τον οδήγησαν δέσμιο στη φυλακή. Μετά από λίγες μέρες έφτασε στην Καισάρεια έκτακτος και περιοδεύων αυτοκρατορικός απεσταλμένος, ο οποίος είχε την εντολή να πληροφορήσει κατά την επιστροφή του τον αυτοκράτορα για τη θέση των χριστιανών στις επαρχίες και τον ζήλο με τον οποίο οι έπαρχοι εμπόδιζαν την περαιτέρω εξάπλωση της χριστιανικής πίστεως. Ονομαζόταν δε Σιλουανός. Κατέβαλε και αυτός μεγάλη προσπάθεια για να μεταπείσει και να παρασύρει τον Θύρσο στο να θυσιάσει στα είδωλα. Ο μάρτυς αντέταξε την ίδια άκαμπτη άρνηση. Είπε δε στον Σιλουανό ότι καμιά βία και καμιά κακουργία

θα μπορέσει να συμπνίξει τη χριστιανική πίστη, διότι οι θυσίες τις οποίες υφίσταται η Εκκλησία αποτελούν το γονιμότερο μέσο ενισχύσεως και περισσότερης καρποφορίας της. Τα δε μαρτύρια των τέκνων της παρασκευάζουν τη νίκη και τον θρίαμβό της.

Προσέθεσε δε και άλλα πολλά και σοφά και κατέληξε από την αντιπαραβολή των χριστιανών προς τους εθνικούς ότι το Ευαγγέλιο ενέπνεε τα ένθεα φρονήματα, χρηστά και γενναία ήθη και τις μεγάλες αρετές της δικαιοσύνης και της αγάπης. Κάποιος ιερέας των ειδώλων ονομαζόμενος Καλλίνικος που παρευρισκόταν εκεί άκουσε με πολύ προσοχή.

Τα λόγια εκείνα συμπλήρωσαν στην ψυχή του ό,τι ήδη είχε αρχίσει να δημιουργείται σ' αυτήν. Πιο πριν είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται και να εξετάζει τα των χριστιανών. Συζητήσεις δε και μελέτες είχαν αρχίσει μέσα του το έργο της ανανήψεως. Αφού λοιπόν ο Θύρσος τελείωσε τους λόγους του, ο Καλλίνικος σηκώθηκε και φώναξε προς τον Σιλουανό: «Και εγώ είμαι χριστιανός». Η απροσδόκητη αυτή δήλωση διήγειρε τη μανία των τυράννων και, για να χορτάσουν το πάθος τους και με την ιδέα ότι η ταχεία και εσχάτη καταδίκη θα προλάβαινε νέες αποσκιρτήσεις από τις τάξεις των ειδωλολατρών, διέταξαν ο μεν Καλλίνικος να αποκεφαλιστεί, ο δε Θύρσος να πριονιστεί. Η διαταγή εκτελέστηκε και μετά από λίγο η κεφαλή του Καλλινίκου έπεφτε κάτω από το ξίφος του δημίου και έτσι πραγματοποιούνταν σε αυτόν

σωτήριο μαρτυρικό βάπτισμα του αίματος. Τον δε μακάριο Θύρσο τον έβαλαν σε ξύλινο κιβώτιο και προσπαθούσαν επί πολλή ώρα οι δήμιοι Σαβίνος και Βιτάλιος να τον πριονίσουν, αλλά δεν μπορούσαν, διότι το πριόνι, κατά τρόπο θαυμαστό, δεν μπορούσε να κόψει, βάραινε δε τόσο, ώστε δεν μπορούσαν να το κουνήσουν. Τελικά βγήκε ο Άγιος από την ξύλινη θήκη, ο οποίος γνώρισε ότι ήρθε η ώρα να πάει και αυτός προς τον ποθούμενο Χριστό, διότι άκουσε φωνή από πάνω, η οποία τον καλούσε στην αιώνια ανάπαυση. Έκανε προσευχή προς τον Κύριο και είπε: «Σε ευχαριστώ, Κύριε Ιησού Χριστέ, διότι εμένα τον ανάξιο με συναρίθμησες με τους δούλους Σου. Δέξου λοιπόν εν ειρήνη την ψυχή μου,

αξίωσέ την της αφράστου Σου ευφροσύνης και αιωνίου απολαύσεως». Αφού είπε αυτά, έκανε το σημείο του Σταυρού σε όλο του το σώμα και παρέδωσε τη μακαρία του ψυχή στα χέρια του Θεού εν ειρήνη. Από τότε πέρασαν περισσότερα από σαράντα χρόνια. Βασίλευε ο Διοκλητιανός, ο οποίος εξήγειρε τον τελευταίο και μεγάλο φρικτό διωγμό κατά των χριστιανών. Η φλόγα των διωγμών επεκτάθηκε και στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου. Ο εκεί έπαρχος Αριανός, σχεδόν καθημερινά δικάζοντας προς το θεαθήναι πλήθη χριστιανών που ήταν καταδικασμένοι εκ των προτέρων, τους παρέδιδε στον θάνατο. Μεταξύ των άλλων καταγγέλθηκε και κάποιος Φιλίμων, γνωστός ως ειδωλολάτρης,

έκαμνε το επάγγελμα του μουσικού αυλητού. Οι χριστιανοί, την εποχή εκείνη, καταφρονώντας όλους τους κινδύνους, εργάζονταν ακατάπαυστα στο να αλιεύουν ψυχές, το δε σωτήριο δίκτυό τους συμπεριέλαβε και αυτόν τον Φιλίμωνα. Η σωτήρια μεταμόρφωση που έγινε σε αυτόν ήταν πλήρης. Αγαπώντας προηγουμένως να ελκύει την προσοχή με πολλές αστειότητες για λόγους επαγγελματικούς, αφού έγινε χριστιανός, άλλαξε εντελώς. Παράτησε τον αυλό και παραδόθηκε στην προσευχή, στην εγκράτεια, στην κατάνυξη. Τι να είχε γίνει ο Φιλίμων; Οι γνώριμοί του είχαν καιρό να τον δουν. Κάποια μέρα όμως, ενώ ο έπαρχος Αριανός καταδίκαζε δημόσια χριστιανούς, φάνηκε και ο Φιλίμων. Οι παλιοί του γνώριμοι...

συνέβη να είναι παρόντες, με πολλή δυσκολία τον αναγνώρισαν. Η μεταβολή του ήθους είχε προκαλέσει και την αλλαγή του ύφους και της όλης του εξωτερικής εμφανίσεως. Ο Φιλίμων εξέφραζε λόγους συμπαθίας προς τους καταδικαζομένους μάρτυρες και τους μακάριζε για τη δόξα η οποία τους περίμενε. Ο Αριανός διέταξε να τον συλλάβουν, να τον φέρουν μπροστά του, τον ρώτησε δε πώς τολμούσε να φέρεται κατά αυτόν τον τρόπο. Και ο Φιλίμων απάντησε: «Χριστιανός είμαι, χριστιανός είμαι». Παρά την κοινωνική ασημαντότητα του Φιλίμωνος και το ευτελές του επαγγέλματός του, ο έπαρχος διέκρινε τη μεγάλη σημασία της αλλαγής του. Οι χριστιανοί, μπορώντας να αγρεύουν φίλους και συστρατιώτες μεταξύ όλων των τάξεων, ήταν λοιπόν ικανοί

να μεταδίδουν τα φρονήματα, τον ενθουσιασμό και την αυταπάρνηση και να μεταβάλουν τόσο καταπληκτικά χαρακτήρες όπως του Φιλίμωνος. Ήταν λοιπόν περισσότερο επικίνδυνοι από ό,τι νομίζονταν και θα μπορούσαν μια μέρα να καταλύσουν ολόκληρη την αρχαία κοινωνία. Οι σκέψεις αυτές άναψαν περισσότερο τη μανία του επάρχου και διέταξε τη σύλληψη του Φιλίμωνος. Αλλά τότε του ήλθε και νέα πληγή. Άλλος, με πολύ διακεκριμένη θέση, ο οποίος θεωρούνταν εθνικός, ειδωλολάτρης, ονόματι Απολλώνιος, ήρθε στο μέσον και ομολογούσε ότι και αυτός ήταν χριστιανός. Ο Αριανός έμεινε εμβρόντητος. Διέταξε δε να φονευτούν και οι δύο. Το πρόσταγμα εκτελέστηκε.

Στρατιώτες που παρέλαβαν τον Απολλώνιο και τον Φιλίμωνα τους πήγαν έξω από την πόλη, εκεί δε απέκοψαν τις τίμιές τους κεφαλές. Όμως στην ψυχή του Αριανού απέμεινε μεγάλη εντύπωση της επιρροής της χριστιανικής δυνάμεως και της χριστιανικής ζωής.

Μάλιστα μετά από λίγες μέρες προσβλήθηκε από κάποια αρρώστια ο οφθαλμός του και κινδύνευε να χαθεί, χωρίς να το θέλει άρχισε να σκέπτεται μήπως αιτία της συμφοράς του αυτής ήταν η προς τους χριστιανούς διαγωγή του. Καθώς βρισκόταν στην κατάσταση αυτή της ψυχής, είδε στον ύπνο του τη μορφή του Φιλίμωνος και καταλήφθηκε από μεγάλο φόβο.

Ο Χριστός τον κοίταξε με πολλή αγαθότητα και του είπε ότι θα θεραπευτεί, αν μεταβεί στον τάφο του Απολλωνίου και αφού πάρει χώμα απ' εκεί, χρίσει με αυτό τον πάσχοντά του οφθαλμό. Ο Αριανός σηκώθηκε με χαρά αλλά και προβληματισμένος. Να συμμορφωθεί προς τη συμβουλή του Φιλίμωνος; Μη πιστεύοντας ακόμη στον Θεό των χριστιανών, αλλά και μη αποκρούοντας πλέον ότι θα μπορούσε να είναι Θεός αληθινός, έκλινε τα γόνατα και με ψυχή γεμάτη πόνο ζήτησε φως και καθοδήγηση. Και η δέηση εισακούστηκε. Η χάρη του Θεού ελέησε τη δυστυχισμένη εκείνη ψυχή και έλκυσε προς τη σωτηρία τον εχθρό της Εκκλησίας. Πήγε στον τάφο του Απολλωνίου ο Αριανός και αφού πήρε από αυτόν χώμα και το έβαλε στον οφθαλμό του, θεραπεύτηκε εντελώς.

Επέστρεψε στο σπίτι του και αφού συνεννοήθηκε με τη σύζυγό του, κάλεσε χριστιανό ιερέα ως κατηχητή ολόκληρου του οίκου του και μετά από λίγο δέχονταν όλοι το Άγιο Βάπτισμα. Κατάπληξη κατέλαβε τον κόσμο στη Θηβαΐδα όταν άκουσε το γεγονός και η κατάπληξη κορυφώθηκε όταν είδαν τον Αριανό να είναι κήρυκας του Χριστού. Και ένα μέρος μεν των επισήμων ειδωλολατρών και του λαού ελκύστηκε στην πίστη, οι άλλοι δε εξεγέρθηκαν και δεν βράδυναν να αναγγείλουν τα συμβάντα στον Διοκλητιανό. Ο αυτοκράτορας έστειλε γρήγορα τέσσερις απεσταλμένους με αυτοκρατορικό γράμμα που διέτασσε την ταχεία αναχώρηση και την προ αυτού εμφάνιση του Αριανού.

Αυτός αποχαιρέτησε την οικογένειά του από οικογένειά την του. Απηύθυνε προς αυτήν λόγους ελπίδας και παρηγοριάς και ακολούθησε τους απεσταλμένους. Αλλά ενώ εκείνοι τον συνέλαβαν, εκείνος τους κατέκτησε. Συζητώντας μαζί τους είδε ότι ήταν ψυχές πλανεμένες αλλά ειλικρινείς. Προσευχήθηκε στον Θεό και επιδόθηκε στη διαφώτισή τους. Και η καλή προσπάθεια στέφθηκε από επιτυχία. Οι απεσταλμένοι του Διοκλητιανού έγιναν και οι τέσσερις δούλοι και στρατιώτες πρόθυμοι του Χριστού. Όταν προσήλθαν στον αυτοκράτορα, πριν από κάθε λόγο φώναξαν καθένας με τη σειρά του τον προσφιλή λόγο των χριστιανών: «Χριστιανός είμαι». Την ίδια ομολογία πριν από κάθε ανάκριση έκανε και ο Αριανός.

Να φανταστούμε τη δυσάρεστη έκπληξη του Διοκλητιανού. Όταν συνήλθε, διέταξε τον θάνατο και των πέντε ομολογητών της χριστιανικής αλήθειας. Εκείνοι ευχαρίστησαν τον Θεό που τους επιφύλαξε το ενδοξότερο τέλος. Τους έβαλαν σε σάκους και τους έριξαν στο πέλαγος. Τα λείψανά τους φρόντισαν να τα παραλάβουν ευσεβείς χριστιανοί, αργότερα δε τα μετακόμισαν στη γη της Αιγύπτου.

Εντυπωσιακή και συγκινητική η περίπτωση της μεταστροφής του Αγίου πλέον μάρτυρος Αριανού. Ένας επιφανής ειδωλολάτρης και μάλιστα εκ πεποιθήσεως και εξ επαγγέλματος διώκτης της Εκκλησίας, δηλαδή του Χριστού, μεταστρέφεται εντελώς και όχι απλώς παύει να διώκει τους χριστιανούς, αλλά γίνεται ο ίδιος χριστιανός. Αυτός που δεν ήθελε να ακούσει για τον Χριστό, τώρα τον ομολογεί και αυτός που βασάνιζε και θανάτωνε τους χριστιανούς, θανατώνεται για τον Χριστό. Ο ασεβής γίνεται Άγιος Μάρτυς.

Νομίζουμε ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο από όλα τα θαύματα, διότι το να αλλάξει άψυχη και άβουλη φύση για τον Θεό είναι ευκολότατο, διότι δεν προβάλλει αντίσταση στη χάρη του Θεού. Να αλλάξει όμως η ψυχή του ανθρώπου είναι δύσκολο, διότι συνήθως ο άνθρωπος προβάλλει αντίσταση στον Θεό και αν ο άνθρωπος δεν θέλει να αλλάξει, ο Θεός δεν παραβιάζει τη θέληση του ανθρώπου, διότι ό,τι γίνεται με τη βία δεν είναι αρετή, δεν είναι μετάνοια. Εδώ, στην περίπτωση του Αριανού, έκανε ο Θεός το θαύμα της μεταστροφής, διότι έπεσαν τα τείχη της αρνήσεως και υποχώρησε η άρνηση με αφορμή το θαύμα της θεραπείας του πάσχοντος οφθαλμού του. Πίσω όμως από αυτή τη θαυμαστή ίαση υπάρχει ένα μαρτύριο. Να η αρχική αιτία της θαυμαστής μεταστροφής και της σωτηρίας μιας ή μάλλον πολλών ψυχών. Εάν σήμερα η ζωή των χριστιανών είναι...

αναιμική και η ιεραποστολή φτωχή, μάλλον σε αυτό οφείλεται, στην καλοζωία και την έλλειψη του μαρτυρικού παράγοντος από τη ζωή μας. Και το ενδεικνυόμενο είναι προφανές.

Αγγλική μετάφρασηEN · 22 παράγραφοι

The Holy Martyrs Thyrsus, Leucius, and Callinicus flourished in the middle of the third century after Christ. They came from Bithynia and belonged to prominent families that had embraced the Christian faith. They lived in Caesarea of Bithynia. They were humble, avoided attention and display, and were widely known for their charity. At that time, the Church still faced the suspicion and hostility of the state. Because of their pagan upbringing and the close ties between the state and its prevailing religion of polytheism, the Roman emperors, even when they were not persecuting Christians themselves, allowed local rulers to act arbitrarily against them.

That is what happened in Caesarea. The governor, Cumbricius, was a zealous pagan who watched the growth of Christianity with grief and anger. He considered it his duty to resist it and did everything he could to rekindle the flame of pagan worship. He built altars, offered sacrifices, organized festivals and public displays of worship before the idols, and stirred up the pagans against the Christians. He also seized every opportunity to pressure Christians and put countless obstacles in the way of their worship and teaching. In these circumstances, Leucius decided to go to the governor and ask him

at least to treat the Christians with greater moderation. But the governor flew into a rage. He ordered Leucius arrested and put him on trial, hoping to force him to renounce his faith. Leucius stood firm, proclaimed the truth of the Gospel, and called the arbitrary treatment of the Church by pagan rulers a form of tyranny. Cumbricius sentenced him to death. One morning, outside the city, Leucius was beheaded and received the crown of martyrdom. The news grieved the Christians, but it also set their faith and zeal aflame. Two days after Leucius was beheaded, another Christian of prominent standing, Thyrsus,

came before Cumbricius and asked him, “Should a person speak the truth?” “Of course,” he answered. “Then here is the great truth that God compels me to tell you: Idolatry is a lie, and history cannot be falsified. Before the power of Christ, your idols will be shattered and your altars will disappear.” Caught off guard, the governor was overcome with fury. He had said that a person should speak the truth, yet when he heard it, he could not bear it. He asked Thyrsus whether he would sacrifice to the idols. With a gentle smile, Thyrsus refused, and Cumbricius immediately ordered the tortures to begin. They beat him,

bound him with straps, dragged him along the ground, and then smashed his teeth. After that, they took him in chains to prison. A few days later, an imperial envoy named Silvanus arrived in Caesarea. He had been sent to tour the provinces and report back to the emperor on the Christians’ situation and on how zealously the governors were preventing the Christian faith from spreading further. Silvanus also tried hard to persuade Thyrsus to sacrifice to the idols. The martyr met him with the same unyielding refusal. He told Silvanus that no violence or cruelty

could stifle the Christian faith, because the sufferings endured by the Church were the surest means of strengthening her and helping her bear still more fruit. The torments suffered by her children were preparing her victory and triumph.

Thyrsus added many other wise words. Comparing Christians with pagans, he concluded that the Gospel inspired godly convictions, upright and courageous conduct, and the great virtues of justice and love. A priest of the idols named Callinicus was present and listened closely.

Those words brought to completion something that had already begun to take shape in his soul. He had started taking an interest in the Christians and looking into their faith. Conversations and study had begun to awaken him. When Thyrsus finished speaking, Callinicus stood up and cried out to Silvanus, “I too am a Christian.” This unexpected declaration enraged the persecutors. To satisfy their fury, and thinking that swift execution would prevent others among the pagans from following him, they ordered Callinicus to be beheaded and Thyrsus to be sawn apart. The order was carried out. Soon Callinicus’s head fell beneath the executioner’s sword, and so he received

the saving martyr’s Baptism of blood. Blessed Thyrsus was placed in a wooden box. For a long time, the executioners Sabinus and Vitalius tried to saw him apart, but they could not. Miraculously, the saw would not cut, and it grew so heavy that they could not move it. At last, Thyrsus came out of the wooden box. He knew that his hour had come to go to Christ, whom he longed for, because he had heard a voice from above calling him to eternal rest. He prayed to the Lord and said, “I thank You, Lord Jesus Christ, for counting me, unworthy as I am, among Your servants. Receive my soul in peace,

and grant it Your joy beyond words and eternal delight.” Having said this, he made the sign of the Cross over his whole body and peacefully entrusted his blessed soul into God’s hands. More than forty years passed. Diocletian was emperor, and he unleashed the last great and terrible persecution of Christians. The flames of persecution spread to the Thebaid in Egypt. The governor there, Arianus, held public trials almost every day for crowds of Christians whose fate had already been decided, and sent them to their deaths. Among those denounced was a man named Philemon, known as a pagan,

who worked as a flute player. In those days, Christians disregarded every danger and worked tirelessly to draw souls to the faith. Their saving net drew in Philemon too. His transformation was complete. He had once enjoyed attracting attention with jokes as part of his work, but after becoming a Christian, he changed entirely. He set aside his flute and gave himself to prayer, self-restraint, and katanyxis, a deep compunction. What had become of Philemon? His acquaintances had not seen him for some time. But one day, as Governor Arianus was publicly condemning Christians, Philemon appeared. Some of his old acquaintances

happened to be there, and they could barely recognize him. The change in his character had changed his bearing and his whole appearance. Philemon spoke with compassion for the condemned martyrs and called them blessed for the glory that awaited them. Arianus ordered him brought before him and asked how he dared behave this way. Philemon answered, “I am a Christian. I am a Christian.” Though Philemon had little social standing and a humble occupation, the governor understood the importance of his change. If Christians could draw friends and fellow soldiers from every class, then they were able

to spread their convictions, zeal, and self-sacrifice, and to transform people like Philemon so completely. They were more dangerous than he had thought; one day, they might overturn the whole ancient social order. These thoughts inflamed the governor’s anger, and he ordered Philemon arrested. Then came another blow. Apollonius, a man of high standing who was thought to be a pagan, stepped forward and confessed that he too was a Christian. Arianus was stunned. He ordered both men put to death, and the order was carried out.

Soldiers took Apollonius and Philemon outside the city and beheaded them there. Yet Arianus was left deeply struck by the power of the Christian faith and way of life.

A few days later, one of his eyes became diseased and was in danger of being lost. Despite himself, he began to wonder whether his treatment of the Christians had brought this misfortune upon him. While his soul was troubled in this way, he saw Philemon in a dream and was seized with great fear.

Christ looked upon him with great kindness and told him that he would be healed if he went to Apollonius’s tomb, took some earth from it, and applied it to his afflicted eye. Arianus awoke glad, but troubled. Should he follow Philemon’s advice? He did not yet believe in the God of the Christians, but he no longer ruled out the possibility that He was the true God. So he knelt and, with a soul full of pain, asked for light and guidance. His prayer was heard. The grace of God had mercy on that suffering soul and drew an enemy of the Church toward salvation. Arianus went to Apollonius’s tomb, took some earth from it, and placed it on his eye. He was completely healed.

He returned home and spoke with his wife. Then he invited a Christian priest to teach his whole household the faith, and before long they all received Holy Baptism. People throughout the Thebaid were astonished when they heard what had happened. Their astonishment grew when they saw Arianus preaching Christ. Some prominent pagans and ordinary people were drawn to the faith. Others rose against him and quickly reported everything to Diocletian. The emperor promptly sent four envoys with a letter ordering Arianus to depart at once and appear before him.

Arianus said farewell to his family, speaking to them words of hope and comfort, and went with the envoys. But while they had come to take him into custody, he won them over. As he spoke with them, he saw that they were sincere souls who had been led astray. He prayed to God and set about teaching them. His efforts bore fruit. All four of Diocletian’s envoys became willing servants and soldiers of Christ. When they came before the emperor, each in turn cried out, before anything else could be said, the words Christians held so dear: “I am a Christian.” Arianus made the same confession before he was even questioned.

Imagine Diocletian’s dismay. Once he had recovered from the shock, he ordered all five confessors of the Christian truth put to death. They thanked God for granting them so glorious an end. They were placed in sacks and thrown into the sea. Devout Christians made sure their relics were recovered, and later took them to Egypt.

The conversion of Arianus, now a Holy Martyr, is striking and moving. A prominent pagan, and a persecutor of the Church—and therefore of Christ—by conviction and by office, changed completely. He did more than stop persecuting Christians: he became a Christian himself. The man who once refused even to hear of Christ now confessed Him. The man who had tortured and killed Christians was himself put to death for Christ. An ungodly man became a Holy Martyr.

We believe this is the greatest miracle of all. For God, changing nature, which has neither life nor will, is easy: it offers no resistance to His grace. Changing a human soul is difficult, because people often resist God. And if a person does not want to change, God does not force their will. What is done by force is neither virtue nor metanoia, repentance. In Arianus’s case, God worked the miracle of his conversion because the walls of his refusal fell. The healing of his afflicted eye helped him let go of that refusal. Yet behind this wondrous healing lies a martyrdom. That was the beginning of the wondrous conversion and salvation of one soul—or rather, of many souls. If today the life of Christians is...

...weak and missionary work is meager, it is probably because we live too comfortably and the spirit of martyrdom is missing from our lives. What we must do is clear.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\14 12 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα