Ιωάννης ο Πρόδρομος: μετάνοια, μαρτυρία και μαρτύριο
Ο Ιωάννης έζησε ως ασκητής στην έρημο της Ιουδαίας πριν αρχίσει το κήρυγμά του δίπλα στον ποταμό Ιορδάνη. Κάλεσε όλους σε μετάνοια, επέπληξε την έπαρση των θρησκευτικών ηγετών και παρότρυνε τους εισπράκτορες και τους στρατιώτες να ενεργούν δίκαια.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Ιωάννης έζησε ως ασκητής στην έρημο της Ιουδαίας πριν αρχίσει το κήρυγμά του δίπλα στον ποταμό Ιορδάνη.
- Κάλεσε όλους σε μετάνοια, επέπληξε την έπαρση των θρησκευτικών ηγετών και παρότρυνε τους εισπράκτορες και τους στρατιώτες να ενεργούν δίκαια.
- Κήρυξε ότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι κοντά και αναγνώρισε τον Ιησού ως τον Αμνό του Θεού που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου.
- Το βάπτισμα με νερό του Ιωάννη προετοίμαζε τους ανθρώπους για το χριστιανικό βάπτισμα και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
- Όταν τα πλήθη στράφηκαν προς τον Ιησού, ο Ιωάννης χάρηκε και δήλωσε ότι ο Χριστός πρέπει να αυξάνεται, ενώ εκείνος πρέπει να μικραίνει.
- Φυλακίστηκε επειδή καταδίκασε τον γάμο του Ηρώδη με την Ηρωδιάδα και αποκεφαλίστηκε μετά από αίτημα της κόρης της.
- Η διήγηση περιγράφει τις ανευρέσεις και την προσκύνηση της τιμίας κεφαλής του Ιωάννη και καταλήγει στη μεταφορά της στην Κωνσταντινούπολη.
- Οι πιστοί προτρέπονται να τιμούν τον Ιωάννη με υπακοή στον Θεό και με καρπούς άξιους μετανοίας, ζητώντας τη μεσιτεία του.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι
Η μεγάλη τιμή να τελέσει αυτό στη βάπτιση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Το παρά τον Ιορδάνη έργο του Ιωάννου μας διηγούνται οι Ευαγγελιστές. Μέχρι το τριακοστό έτος της ηλικίας του, είχε μείνει στην έρημο της Ιουδαίας, ζώντας ζωή ασκητική. Το ένδυμά του ήταν από τρίχες καμήλου, στη μέση δε φορούσε δερμάτινη ζώνη. Όσον αφορά την τροφή του, αυτή ήταν από είδη ακρίδων, τα οποία επιτρεπόταν στους Ιουδαίους να τρώγουν κατά τον νόμο, ακόμη δε και από μέλι άγριο. Ο Ιωάννης είχε έντονο προφητικό παρουσιαστικό, με μακριά κόμη, ηλιοκαή μορφή, με βλέμμα δε σοβαρό, ένθεο, αξιοπρεπές, ισχυρό αμέσως ως φυσιογνωμία έκτακτη και υπέροχη από εκείνες τις οποίες ο Θεός προορίζει για να καθοδηγούν. Η ενδυμασία του, εκ πρώτης όψεως αλλόκοτη, ενίσχυε την ηθική του επιβολή, παρουσιάζοντας τον υπέρτερο των κοσμικών συνηθειών άνδρα, τον τραχύ αλλά και ειλικρινή ασκητή, τον δαμαστή της σαρκός, τον αθλητή του πνεύματος, τον εν τη απλότητι της ενδυμασίας κατέχοντα τα ωραιότερα και αφθονότερα στολίσματα της ψυχής και του χαρακτήρος. Ισχυρή και κυριαρχική η φωνή του δέσποζε και στις ώρες των μεγάλων συνωστισμών, διατηρώντας ακέραιη τη δύναμή της, μόλον ότι αντηχούσε ακατάπαυστα το μεγαλόστομο κήρυγμα. Ενώπιον του Βαπτιστού δεν υπήρχαν μικροί και μεγάλοι, επίσημοι και ιδιώτες άλλοι.
Τους θεωρούσε όλους εξίσου. Αν δε έκανε διάκριση, αυτή ήταν υπέρ των μικρών και εναντίον των μεγάλων, όσες φορές αυτοί, ανάξιοι της εξουσίας τους, τη μεταχειρίζονταν ως κακοποιοί. Έτσι κτυπούσε και κεραυνοβολούσε τη φαρισαϊκή έπαρση, η οποία υπό το εξωτερικό ένδυμα ψεύτικης αγιότητος έκρυβε τα ειδεχθέστερα και φρικτότερα έλκη ψυχικής σκληρότητας και ακαθαρσίας. Και σ' αυτό γνήσιος πρόδρομος εκείνου, ο οποίος αργότερα έμελλε να εξαπολύσει εναντίον των την ομοβροντία των «ουαί», ονομάζοντας τους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους «γεννήματα εχιδνών» και γκρεμίζοντας τις καυχήσεις τους ότι ήταν υιοί του Αβραάμ, τους αντέτασσε ότι η σαρκική καταγωγή τους ήταν τίποτε.
Οι διαθέσεις και τα έργα των τους έδειχναν αναξίους του προγόνου των. Άλλοτε πάλι τους παρομοίαζε με δένδρα άκαρπα που τα περιμένει η εκρίζωση και η φωτιά. Αλλά και τους τελώνες τούς συμβούλευε να είναι ενσυνείδητα όργανα του νόμου, μη εισπράττοντας καθόλου περισσότερα από τα νόμιμα τέλη. Και προς τους στρατιώτες που έρχονταν προς αυτόν έδινε νουθεσίες να είναι όργανα της δικαιοσύνης και της τάξεως και να μην γίνονται εργάτες πλεονεξίας και διαρπαγής. Είχε δε μόνο συμβουλές προς αυτούς, όχι επιπλήξεις και φοβερισμούς. Διότι αυτοί τον πλησίαζαν χωρίς εγωισμό και αλαζονία, ταπεινωμένοι και πενθώντας, με τη διάθεση να διορθωθούν, όχι να περιεργαστούν. Τους δεχόταν λοιπόν ως πατέρας, διδάσκαλος,
σοβαρός πάντα, αλλά και προσηνής, με θωπεία μάλλον και καθόλου με μαστίγιο. Ήταν αυτή η ιδιαίτερη, τρόπον τινά, διδασκαλία του προς μερικά πρόσωπα και τάξεις. Είχε όμως και τη γενική διδασκαλία του που στρεφόταν στην ανάγκη της μετανοίας, επειδή ήταν κοντά η βασιλεία των ουρανών, δηλαδή ο Χριστός, η χάρη του Χριστού, η οποία ζητούσε καρδιές καθαρές, συντετριμμένες και τεταπεινωμένες. «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Έλεγε δε για τον Κύριο προς τα πλήθη: «Εγώ μεν ύδατι βαπτίζω υμάς, έρχεται δε ο ισχυρότερός μου, ου ουκ ειμί ικανός λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού. Αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί.
Ου το πτύον εν τη χειρί αυτού και διακαθαριεί την άλωνα αυτού και συνάξει τον σίτον εις την αποθήκην αυτού, το δε άχυρον κατακαύσει πυρί ασβέστω». Άλλοτε πάλι, καθορίζοντας την αποστολή του Ιησού και καθορίζοντας τη θυσία Του, καθώς Τον είδε να έρχεται προς το μέρος Του είπε: «Ιδού ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Τίμιος Πρόδρομος, αφού άφησε κατά διαταγή θεία την ερημική ζωή, πήγε προς τον Ιορδάνη ποταμό, κηρύττοντας, εξομολογώντας και βαπτίζοντας. Το Ευαγγέλιο χαρακτηρίζει το βάπτισμά του ως βάπτισμα μετανοίας και βάπτισμα ύδατος. Ύδατος προς διάκριση από το χριστιανικό βάπτισμα όπου μαζί με το βλεπόμενο ύδωρ ενεργεί υπέρ του βαπτιζομένου
η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Μετανοίας, επειδή το βάπτισμα του Ιωάννου, προπαρασκευαστικό απλώς του χριστιανικού βαπτίσματος, δεν έδιδε την άφεση των αμαρτιών, αλλά χρησιμοποιούσε μόνο τη μετάνοια του βαπτιζομένου και τον προετοίμαζε για τη ζωή και τη χάρη του χριστιανικού βαπτίσματος. Και καθώς μαθαίνουμε από το Ιερό Ευαγγέλιο, πλήθη αμέτρητα πρόστρεχαν προς τον Βαπτιστή και βαπτίζονταν από αυτόν στα ρείθρα του Ιορδάνου, στη θέση Σαλήμ, όπου τα νερά ήταν αφθονότερα και βαθύτερα. Ο Ιωάννης είχε κοντά του και μαθητές, προτυπώνοντας και σ' αυτό τον Κύριο και προετοιμάζοντας το δρόμο του. Διότι μερικούς από τους μαθητές, τους οποίους αυτός προπαρασκεύασε, προσέλαβε ο Ιησούς μεταξύ των Αποστόλων.
Αυτούς ήταν και ο αδελφός του Πέτρου Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος, και ο Ιωάννης, ο του Ζεβεδαίου, ο κατόπιν ηγαπημένος μαθητής του Κυρίου και Ευαγγελιστής. Το έργο του Προδρόμου εξακολούθησε και αφού ο Χριστός άρχισε το δικό Του. Προ της ανατολής όμως του ηλίου, ωχρίασε ο αστήρ. Η περί τον Ιωάννη κίνηση και συρροή ελαττώθηκε, διότι τα ρεύματα των όχλων στράφηκαν προς τον Ιησού.
Η μεταβολή αυτή και αντιστροφή θα έφερε βέβαια πικρία σε άλλους και θα γεννούσε αγκάθια ζήλιας ή και φθόνου. Αλλά στον Ιωάννη χρησίμευσε μόνο ως υπόθεση μεγάλης ευφροσύνης και χαράς. Ήρθαν μια φορά και του είπαν, ενώ βάπτιζε πλησίον του Σαλήμ: «Διδάσκαλε, εκείνος που ήταν μαζί σου πέραν του Ιορδάνου, περί της αποστολής του οποίου είχες δώσει εσύ τη μαρτυρία σου, να τώρα βαπτίζει και όλοι πηγαίνουν προς Αυτόν». Εκείνοι που το είπαν ήταν μαθητές του Ιωάννου και το είπαν με αθυμία, διότι ήθελαν τα πρωτεία υπέρ του δικού τους διδασκάλου. Αυτός όμως, έξω από τις γήινες αδυναμίες και πάνω από τα ανθρώπινα πάθη, διεκήρυξε ότι η υπερτέρηση αυτή του νυμφίου Χριστού κορύφωσε τη χαρά του. Ότι αυτός, ο Ιωάννης δηλαδή, δεν ήταν παρά πρόδρομος και διάκονός Του. Ότι ο Ιησούς θα αυξάνει, ο δε υπηρέτης Του θα σμικρίνεται. Ότι αυτός είναι εκ της γης, ενώ εκείνος από τον ουρανό. Γι' αυτό δε κανένας δεν μπορεί να εξισωθεί με αυτόν.
Τέλος, ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και έχει ολόκληρο το πνεύμα, είναι δε ορισμένος να δίδει ζωή την αιώνιο σε όσους τον πιστεύουν. Αλλά από την ομολογία αυτή της δύσεώς του παρουσιάζεται με όλη της τη μεγαλοπρέπεια η λαμπρότητα του Βαπτιστού. Και προς μαρτυρία αυτής είπε για τον Πρόδρομό του ο Κύριος ότι κανείς άνθρωπος δεν στάθηκε μεγαλύτερός του. Μεγάλος στάθηκε ο Τίμιος Πρόδρομος και στο θάνατό του. Ο Ηρώδης τον είχε συλλάβει και τον είχε ρίξει στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδος, της γυναίκας του αδελφού του Φιλίππου, διότι ο Ιωάννης του έλεγε: «Δεν σου επιτρέπεται να την έχεις για γυναίκα». Ο Ηρώδης ήθελε να τον θανατώσει, αλλά φοβούνταν τον κόσμο επειδή τον είχαν για προφήτη.
Την ημέρα που ο Ηρώδης γιόρταζε τα γενέθλιά του, η θυγατέρα της Ηρωδιάδος χόρεψε μπροστά στους καλεσμένους και άρεσε στον Ηρώδη. Γι' αυτό της υποσχέθηκε με όρκο να της έδινε ό,τι του ζητούσε. Αυτή, με την καθοδήγηση της μητέρας της, του είπε: «Δώσε μου εδώ στο πιάτο το κεφάλι του Ιωάννου του Βαπτιστού». Ο βασιλέας στενοχωρήθηκε. Επειδή όμως είχε ορκιστεί μπροστά στους καλεσμένους, πρόσταξε να της το δώσουν. Έστειλε ανθρώπους και αποκεφάλισαν τον Ιωάννη μέσα στη φυλακή και έφεραν το κεφάλι του σε ένα πιάτο και το έδωσαν στο κορίτσι και αυτή το έδωσε στη μητέρα της. Πήγαν τότε οι μαθητές του Ιωάννου και σήκωσαν το σώμα και το έθαψαν. Η Αγία Κεφαλή του Τιμίου Προδρόμου
βρέθηκε στη Μαχαιρούντα, στο παλάτι του Ηρώδου, με επιφάνεια και αποκάλυψη του ιδίου του Προδρόμου σε δύο μοναχούς, οι οποίοι πήγαιναν να προσκυνήσουν τον Πανάγιο Τάφο. Από αυτούς τους μοναχούς την πήρε ένας κεραμοποιός και τη μετέφερε στην Έμεσα. Καθώς δε εκείνος έβλεπε να ευεργετείται από την Αγία εκείνη Κάρα, την τιμούσε πολύ, και όταν έμελλε να αποθάνει, την άφησε στην αδελφή του, παραγγέλλοντας να μην τη μετατοπίσει ούτε να την δείξει σε κάποιον άλλο, αλλά να την τιμά και να την προσκυνεί. Αφού εκείνη απέθανε, την πήραν αλληλοδιαδόχως πολλοί και κατέληξε σε κάποιο ιερομόναχο Αρειανό ονόματι Ευστάθιο, ο οποίος διώχθηκε από τους Ορθοδόξους από το σπήλαιο που έμενε
απέδιδε στην κακοδοξία του τις θεραπείες που ενεργούσε η Αγία Κάρα. Κατά την αναχώρησή του και κατά θεία πρόνοια άφησε την Τιμία Κεφαλή στο σπήλαιο, στο οποίο ήταν κρυμμένη μέχρι το 431. Τότε πολλοί έλαβαν θείες αποκαλύψεις για την προδρομική αυτή κεφαλή και έτσι βρέθηκε για δεύτερη φορά μέσα σε υδρία, η οποία μεταφέρθηκε στην εκκλησία από τον Επίσκοπο Ουράνιο και ενεργούσε διάφορες θεραπείες και παράδοξα θαύματα. Αλλά χάθηκε και πάλι. Μετά δε από πολλά χρόνια φάνηκε και για τρίτη φορά στα Κόμανα της Καππαδοκίας. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν κλεισμένη μέσα σε λήκυθο, αλλά βρισκόταν σε αργυρό αγγείο, σε τόπο ιερό
αποκαλύφθηκε σε κάποιον ιερέα. Από τα Κόμανα ανακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πιστότατος βασιλέας και ο πατριάρχης με όλο τον Ορθόδοξο κλήρο και λαό την υποδέχθηκαν με μεγάλη χαρά και αφού την προσκύνησαν με ευλάβεια την απέθεσαν σε τόπο ιερό και σεβάσμιο.
Έτσι λοιπόν στάθηκε ο Τίμιος Πρόδρομος. Τέτοια άνθη αρετής που ποτίστηκαν με τους ιδρώτες του αναβλάστησαν σε αυτόν. Γι' αυτό και με αμαράντινο στεφάνι βρίσκεται στους ουρανούς, αιωνίως στολισμένος, πανηγυρίζοντας με τους Αγγέλους του Θεού, απολαμβάνοντας με άρρητη χαρά, ως φίλος πιστότατος, πρόδρομος και βαπτιστής του Χριστού, τα αγαθά εκείνα για τα οποία ο Θείος Παύλος λέγει: «Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη». Θέλουμε να αξιωθούμε κι εμείς να συναριθμηθούμε με όλους τους πανηγυριστές του ουρανού, όπως ο Ιωάννης, και να απολαμβάνουμε τα αγαθά εκείνα τα οποία εκείνοι απολαμβάνουν εις τον αιώνα. Ας ακούμε τον Τίμιο Πρόδρομο
ας φυλάττουμε πάντα το νόμο του Θεού, απαράβατο και ασάλευτο. Δεν είναι ανάγκη να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο καθώς εκείνος. Δεν είναι ανάγκη να ενδυθούμε τρίχινα ενδύματα από τρίχες καμήλου καθώς αυτός. Ούτε αυτός μας λέγει κάτι τέτοιο. Το νόμο να φυλάττουμε, το νόμο του Θεού απαράβατο. Αυτό θα ευχαριστήσει τον Ιωάννη και έτσι θα συναριθμηθούμε και εμείς με τους πανηγυριστές του ουρανού. Ας δείξουμε την αγάπη μας σ' αυτόν, όχι μόνο με την ευλάβεια, αλλά και με την αληθινή μετάνοια, με το να κάνουμε καρπούς αξίους της μετανοίας. Ας τον έχουμε μετά την Κυρία Θεοτόκο παντοτινό μεσίτη, διότι αυτός είναι φίλος πιστότατος του Χριστού, βαπτιστής και πρόδρομός του
μπορεί βέβαια να μεσιτεύσει και να μας συμπεριλάβει με τους φίλους του Χριστού.
Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι
He was given the great honor of baptizing our Lord Jesus Christ. The Evangelists tell us of John’s work beside the Jordan. Until he was thirty, he had lived an ascetic life in the wilderness of Judea. His clothing was made of camel’s hair, and he wore a leather belt around his waist. He ate locusts of the kinds the Law permitted the Jews to eat, as well as wild honey. John had the striking appearance of a prophet: long hair, a sunburned face, and a gaze that was solemn, filled with God, and dignified. At once, he stood out as one of those extraordinary figures whom God appoints to guide others. His clothing seemed strange at first sight, but it added to his moral authority. It showed a man above worldly customs: a rugged but sincere ascetic, one who had mastered the flesh and struggled for the things of the spirit. Beneath that simple clothing, he possessed the finest riches of soul and character. His strong, commanding voice carried even through great crowds. It lost none of its force, though he preached tirelessly. Before the Baptist, there was no distinction between the lowly and the powerful, between public figures and ordinary people.
He regarded them all equally. If he made any distinction, it was in favor of the lowly and against the powerful whenever they proved unworthy of their authority and used it to do harm. Thus he struck hard at the pride of the Pharisees, who hid dreadful hardness and impurity of soul beneath an outward show of false holiness. Here, too, he was the true forerunner of the One who would later pronounce a succession of woes against them. John called the Pharisees and Sadducees a “brood of vipers.” When they boasted of being children of Abraham, he answered that descent by blood meant nothing on its own.
Their intentions and deeds showed them unworthy of their forefather. At other times he likened them to fruitless trees awaiting the axe and the fire. He also counseled the tax collectors to uphold the law conscientiously and collect no more than the lawful amount. To the soldiers who came to him, he gave counsel to serve justice and order, without giving way to greed or plunder. He offered them counsel, without rebukes or threats, because they approached him without pride or arrogance. They came humbled, mourning their sins, and wanting to mend their ways, rather than merely to satisfy their curiosity. So he received them like a father and a teacher,
always serious, yet approachable, guiding them with gentleness. This was, so to speak, his particular teaching for certain people and groups. But he also had a message for everyone: the need for metanoia, for repentance, because the Kingdom of Heaven was near. That is, Christ and His grace were near, and He sought hearts that were pure, contrite, and humble. “Repent, for the Kingdom of Heaven is at hand.” And he told the crowds about the Lord: “I baptize you with water, but One mightier than I is coming. I am not worthy to untie the strap of His sandals. He will baptize you with the Holy Spirit and fire.
His winnowing fork is in His hand. He will clear His threshing floor and gather the wheat into His barn, but the chaff He will burn with unquenchable fire.” On another occasion, when he saw Jesus coming toward him, John spoke of His mission and the sacrifice He would make: “Behold, the Lamb of God, who takes away the sin of the world.” At God’s command, the honored Forerunner left his life in the wilderness and went to the Jordan River, preaching, hearing confessions, and baptizing. The Gospel calls his baptism a baptism of repentance and a baptism with water. It was called a baptism with water to distinguish it from Christian Baptism, in which, together with the visible water, grace acts on behalf of the person being baptized:
the grace of the Holy Spirit. It was called a baptism of repentance because John’s baptism simply prepared people for Christian Baptism. It did not grant forgiveness of sins, but drew upon the repentance of those being baptized and prepared them for the life and grace of Christian Baptism. As we learn from the Holy Gospel, countless people flocked to the Baptist and were baptized by him in the waters of the Jordan, at Salim, where the water was deeper and more abundant. John also had disciples with him. In this, too, he foreshadowed the Lord and prepared His way, for Jesus received some of the disciples John had prepared into the company of the Apostles.
Among them were Andrew, Peter’s brother and the First-Called, and John the son of Zebedee, who later became the Lord’s beloved disciple and an Evangelist. The Forerunner’s work continued after Christ began His own. But as the sun rose, the star grew pale. The movement around John and the crowds gathering to him diminished, because the people began streaming toward Jesus.
Such a change would surely have embittered others and stirred jealousy, even envy. For John, it brought only great gladness and joy. Once, while he was baptizing near Salim, some came and told him, “Teacher, the One who was with you beyond the Jordan, the One about whom you bore witness, is now baptizing, and everyone is going to Him.” Those who said this were John’s disciples. They spoke with dismay because they wanted their own teacher to have the greater following. But John, free from earthly weakness and above human passions, declared that the Bridegroom Christ’s greater following had brought his joy to its fullness. He himself was only Christ’s forerunner and servant. Jesus must increase, while His servant must decrease. John was from the earth; Christ was from heaven. No one, therefore, could be His equal.
And Christ is the Son of God. The fullness of the Spirit rests upon Him, and He is appointed to give eternal life to those who believe in Him. In John’s acknowledgment that his own work was drawing to a close, the Baptist’s greatness shines all the more brightly. The Lord Himself bore witness to it, saying that no one born of woman was greater than His Forerunner. The honored Forerunner was great in his death as well. Herod had arrested him and thrown him into prison because of Herodias, the wife of his brother Philip. John had told him, “It is not lawful for you to have her as your wife.” Herod wanted to put him to death, but he feared the people, who regarded John as a prophet.
On Herod’s birthday, Herodias’s daughter danced before the guests and pleased Herod. So he swore that he would give her whatever she asked. Prompted by her mother, she said, “Give me here, on a platter, the head of John the Baptist.” The king was grieved. Yet because of his oath before the guests, he ordered that it be given to her. He sent men to behead John in the prison. They brought his head on a platter and gave it to the girl, who gave it to her mother. Then John’s disciples came, took his body, and buried it. The holy head of the honored Forerunner
was found at Machaerus, in Herod’s palace, after the Forerunner himself appeared to two monks and revealed it to them as they were on their way to venerate the most holy Tomb. A potter received the head from these monks and carried it to Emesa. Seeing the blessings he received through that holy head, he held it in great honor. When he was about to die, he left it to his sister, telling her neither to move it nor to show it to anyone else, but to honor and venerate it. After her death, it passed from one person to another until it came into the hands of an Arian monk-priest named Eustathius. The Orthodox drove him from the cave where he lived
because he attributed the healings worked through the holy head to his false teaching. When he departed, divine providence led him to leave the honored head in the cave, where it remained hidden until 431. Then many people received divine revelations concerning the Forerunner’s head, and it was found for a second time, inside a jar. Bishop Ouranios brought it into the Church, where many healings and wondrous miracles took place through it. But it was lost again. Many years later it appeared for a third time, at Comana in Cappadocia. This time it was in a silver vessel, in a sacred place,
and its location was revealed to a priest. From Comana it was brought to Constantinople, where the most devout emperor and the Patriarch, together with all the Orthodox clergy and people, received it with great joy. After venerating it reverently, they placed it in a sacred and honored place.
Such was the honored Forerunner. These were the flowers of virtue that sprang up in him, watered by the sweat of his labors. Therefore he now wears an unfading crown in heaven. Adorned forever, he rejoices with the angels of God and, as Christ’s most faithful friend, Forerunner, and Baptist, enjoys with unspeakable joy those good things of which the divine Paul says: “What no eye has seen, nor ear heard, nor the heart of man imagined.” We, too, want to be counted worthy to join all who rejoice in heaven, as John does, and to enjoy forever the good things they enjoy. Let us listen to the honored Forerunner
and always keep God’s law without wavering or breaking it. We need not eat locusts and wild honey as he did. We need not wear garments of camel’s hair as he did. He does not ask this of us. Let us keep God’s law faithfully. This will please John, and in this way we, too, will join those who rejoice in heaven. Let us show our love for him through reverence and through true metanoia, true repentance, bearing fruits worthy of repentance. After our Lady the Theotokos, the God-bearer, let us always seek his intercession, for he is Christ’s most faithful friend, His Baptist and Forerunner.
Surely he can intercede for us and bring us into the company of Christ’s friends.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
05 ΜΑΪΟΥ\25 05 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.