Ιωάννης ο Πρόδρομος: Κήρυγμα, μαρτυρία, μαρτύριο και κληρονομιά
Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος έζησε ασκητικό βίο στην έρημο της Ιουδαίας πριν κηρύξει δίπλα στον Ιορδάνη. Κάλεσε όλους σε μετάνοια, επέκρινε την έπαρση των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων και προέτρεψε τους τελώνες και τους στρατιώτες να ενεργούν δίκαια.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος έζησε ασκητικό βίο στην έρημο της Ιουδαίας πριν κηρύξει δίπλα στον Ιορδάνη.
- Κάλεσε όλους σε μετάνοια, επέκρινε την έπαρση των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων και προέτρεψε τους τελώνες και τους στρατιώτες να ενεργούν δίκαια.
- Η βάπτισή του με νερό προετοίμαζε τους ανθρώπους για τον Χριστό, του οποίου η βάπτιση θα έφερνε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
- Ο Ιωάννης αναγνώρισε τον Ιησού ως τον Αμνό του Θεού και προετοίμασε μαθητές, μεταξύ των οποίων τον Ανδρέα και τον Ιωάννη, να Τον ακολουθήσουν.
- Όταν τα πλήθη στράφηκαν προς τον Ιησού, ο Ιωάννης χάρηκε και δήλωσε ότι ο Χριστός πρέπει να αυξάνεται, ενώ εκείνος πρέπει να ελαττώνεται.
- Ο Ηρώδης φυλάκισε και αποκεφάλισε τον Ιωάννη αφού εκείνος καταδίκασε τον γάμο του με την Ηρωδιάδα· η διάλεξη αναφέρει επίσης παραδόσεις για την ανεύρεση της κεφαλής του.
- Η διάλεξη κλείνει προτρέποντας τους πιστούς να τιμήσουν τον Ιωάννη με υπακοή στον Θεό, ειλικρινή μετάνοια και έργα άξια μετανοίας.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι
Προδρόμω δόθηκε η μεγάλη τιμή να τελέσει αυτός τη βάπτιση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Το παρά τον Ιορδάνη έργο του Ιωάννου μας διηγούνται οι Ευαγγελιστές. Μέχρι το τριακοστό έτος της ηλικίας του είχε μείνει στην έρημο της Ιουδαίας ζώντας ζωή ασκητική. Το ένδυμά του ήταν από τρίχες καμήλου, στη μέση δε φορούσε δερμάτινη ζώνη. Όσον αφορά την τροφή του, αυτή ήταν από ακρίδες, τις οποίες επιτρεπόταν στους Ιουδαίους να τρώγουν κατά τον νόμο, ακόμη δε και από μέλι άγριο. Ο Ιωάννης είχε έντονο προφητικό παρουσιαστικό. Με μακριά κόμη, ηλιοκαή μορφή, εμπνευσμένη δε, σοβαρή, ένθεη, αξιοπρεπή, ισχυρή, αμέσως ως φυσιογνωμία έκτακτη και υπέροχη από εκείνες τις οποίες ο Θεός προορίζει για να καθοδηγούν. Η ενδυμασία του, εκ πρώτης όψεως άλογη, ενίσχυε την ηθική του επιβολή, παρουσιάζοντάς τον υπέρτερο των κοσμικών συνηθειών άνδρα, τον τραχύ αλλά και ειλικρινή ασκητή, τον δαμαστή της σαρκός, τον αθλητή του πνεύματος, τον εν τη απλότητι της ενδυμασίας κατέχοντα τα ωραιότερα και αφθονότερα στολίσματα της ψυχής και του χαρακτήρος. Ισχυρή και κυριαρχική η φωνή του δέσποζε και στις ώρες των μεγάλων συνωστισμών, διατηρώντας ακέραιη τη δύναμή της, μολονότι αντηχούσε ακατάπαυστα το μεγαλόστομο κήρυγμα. Ενώπιον του Βαπτιστού δεν υπήρχαν μικροί και μεγάλοι, επίσημοι και ιδιώτες, αλλά
τους θεωρούσε όλους εξίσου. Αν δε έκανε διάκριση, αυτή ήταν υπέρ των μικρών και εναντίον των μεγάλων, όσες φορές αυτοί, ανάξιοι της εξουσίας τους, τη μεταχειρίζονταν ως κακοποιοί. Έτσι χτυπούσε και κεραυνοβολούσε τη φαρισαϊκή έπαρση, η οποία, υπό το εξωτερικό ένδυμα ψεύτικης αγιότητος, έκρυβε τα αηδέστερα και φρικτότερα έλκη ψυχικής σκληρότητας και ακαθαρσίας. Και σ' αυτό γνήσιος πρόδρομος εκείνου, ο οποίος αργότερα έμελλε να εκσφενδονήσει εναντίον των την ομοβροντία των «ουαί», ονόμαζε δε τους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους γεννήματα εχιδνών και γκρεμίζοντας τις καυχήσεις τους ότι ήταν υιοί του Αβραάμ, τους αντέτασσε ότι η σαρκική καταγωγή τους ήταν τίποτε.
Οι διαθέσεις και τα έργα των τους έδειχναν αναξίους του προγόνου των. Άλλοτε πάλι τους παρομοίαζε με δένδρα άκαρπα που τα περιμένει η εκρίζωση και η φωτιά. Αλλά και τους τελώνες τους συμβούλευε να είναι ενσυνείδητα όργανα του νόμου, μη εισπράττοντας καθόλου περισσότερα από τα νόμιμα τέλη. Και προς τους στρατιώτες που έρχονταν προς αυτόν έδινε νουθεσίες να είναι όργανα της δικαιοσύνης και της τάξεως και να μην γίνονται εργάτες πλεονεξίας και διαρπαγής. Είχε δε μόνο συμβουλές προς αυτούς, όχι επιπλήξεις και φοβερισμούς. Διότι αυτοί τον πλησίαζαν χωρίς εγωισμό και αλαζονία, ταπεινωμένοι και πενθώντας με τη διάθεση να διορθωθούν, όχι να περιεργαστούν. Τους δεχόταν λοιπόν ως πατέρας, διδάσκαλος,
σοβαρός πάντα, αλλά και προσηνής, με θωπεία μάλλον και καθόλου με μαστίγιο. Ήταν αυτή η ιδιαίτερη τρόπον τινά διδασκαλία του προς μερικά πρόσωπα και τάξεις. Είχε όμως και τη γενική διδασκαλία του που στρεφόταν στην ανάγκη της μετανοίας, επειδή ήταν κοντά η Βασιλεία των Ουρανών, δηλαδή ο Χριστός, η Χάρη του Χριστού, η οποία ζητούσε καρδιές καθαρές, συντετριμμένες και τεταπεινωμένες. «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών». Λοιπόν, έλεγε δε για τον Κύριο προς τα πλήθη: «Εγώ μεν ύδατι βαπτίζω υμάς. Έρχεται δε ο ισχυρότερός μου, ου ουκ ειμί ικανός λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού. Αυτός υμάς βαπτίσει εν πνεύματι αγίω και πυρί.
Το πτύον εν τη χειρί αυτού και διακαθαριεί την άλωνα αυτού και συνάξει τον σίτον εις την αποθήκην αυτού, το δε άχυρον κατακαύσει πυρί ασβέστω». Άλλοτε πάλι, καθορίζοντας την αποστολή του Ιησού και καθορίζοντας τη θυσία Του, καθώς Τον είδε να έρχεται προς το μέρος του είπε: «Ιδού ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Τίμιος Πρόδρομος, αφού άφησε κατά διαταγή θεία την ερημική ζωή, πήγε προς τον Ιορδάνη ποταμό, κηρύττοντας, εξομολογώντας και βαπτίζοντας. Το Ευαγγέλιο χαρακτηρίζει το βάπτισμά του ως βάπτισμα μετανοίας και βάπτισμα ύδατος. Ύδατος προς διάκριση από το χριστιανικό βάπτισμα, όπου μαζί με το βλεπόμενο ύδωρ ενεργεί υπέρ του βαπτιζομένου και
η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Μετανοίας δε, επειδή το βάπτισμα του Ιωάννου, προπαρασκευαστικό απλώς του χριστιανικού βαπτίσματος, δεν έδιδε την άφεση των αμαρτιών, αλλά χρησιμοποιούσε μόνο τη μετάνοια του βαπτιζομένου και τον προετοίμαζε για τη ζωή και τη χάρη του χριστιανικού βαπτίσματος. Και καθώς μαθαίνουμε από το Ιερό Ευαγγέλιο, πλήθη αμέτρητα πρόστρεχαν προς τον Βαπτιστή και βαπτίζονταν απ' αυτόν στα ρείθρα του Ιορδάνου, στη θέση Σαλήμ, όπου τα νερά ήταν αφθονότερα και βαθύτερα. Ο Ιωάννης είχε κοντά του και μαθητές, προτυπώνοντας και σ' αυτό τον Κύριο και προετοιμάζοντας το δρόμο Του. Διότι μερικούς από τους μαθητές, τους οποίους αυτός προπαρασκεύασε, προσέλαβε ο Ιησούς μεταξύ των Αποστόλων.
Απ' αυτούς ήταν και ο αδελφός του Πέτρου Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος, και ο Ιωάννης, ο του Ζεβεδαίου, ο κατόπιν ηγαπημένος μαθητής του Κυρίου και Ευαγγελιστής. Το έργο του Προδρόμου εξακολούθησε και αφού ο Χριστός άρχισε το δικό του. Προ της ανατολής όμως του ηλίου, ωχρίασε ο αστήρ. Περί τον Ιωάννη η κίνηση και συρροή ελαττώθηκε, διότι τα ρεύματα των όχλων στράφηκαν προς τον Ιησού. Η μεταβολή αυτή και αντιστροφή θα έφερε βέβαια πικρία σε άλλους και θα γεννούσε αγκάθια ζήλιας ή και φθόνου.
Αλλά στον Ιωάννη χρησίμευσε μόνο ως υπόθεση μεγάλης ευφροσύνης και χαράς. Ήρθαν μια φορά και του είπαν, ενώ βάπτιζε πλησίον του Σαλήμ: «Διδάσκαλε, εκείνος που ήταν μαζί σου πέραν του Ιορδάνου, περί της αποστολής του οποίου είχες δώσει εσύ τη μαρτυρία σου, να τώρα βαπτίζει και όλοι πηγαίνουν προς Αυτόν». Εκείνοι που το είπαν ήταν μαθητές του Ιωάννου και το είπαν με αθυμία, διότι ήθελαν τα πρωτεία υπέρ του δικού των διδασκάλου. Αυτός όμως, έξω από τις γήινες αδυναμίες και πάνω από τα ανθρώπινα πάθη, διεκήρυξε ότι η υπερτέρηση αυτή του νυμφίου Χριστού κορύφωσε τη χαρά του. Ότι αυτός, ο Ιωάννης δηλαδή, δεν ήταν παρά πρόδρομος και διάκονός Του. Ότι ο Ιησούς θα αυξάνει, ο δε υπηρέτης Του θα σμικρίνεται. Ότι αυτός είναι εκ της γης, ενώ εκείνος από τον ουρανό. Γι' αυτό δε κανένας δεν μπορεί να εξισωθεί με Αυτόν.
Τέλος, ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και έχει ολόκληρο το πνεύμα, είναι δε ορισμένος να δίδει ζωή την αιώνιο σε όσους τον πιστεύουν. Αλλά από την ομολογία αυτή της πίστεώς του παρουσιάζεται με όλη τη σεμνή μεγαλοπρέπεια η λαμπρότητα του Βαπτιστού. Και προς μαρτυρία αυτής είπε για τον Πρόδρομό του ο Κύριος ότι κανείς άνθρωπος δεν στάθηκε μεγαλύτερός του. Μεγάλος στάθηκε ο Τίμιος Πρόδρομος και στο θάνατό του. Ο Ηρώδης τον είχε συλλάβει και τον είχε ρίξει στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδος, της γυναίκας του αδελφού του Φιλίππου, διότι ο Ιωάννης του έλεγε: «Δεν σου επιτρέπεται να την έχεις για γυναίκα». Ο Ηρώδης ήθελε να τον θανατώσει, αλλά φοβούνταν τον κόσμο επειδή τον είχαν για προφήτη.
Την ημέρα που ο Ηρώδης γιόρταζε τα γενέθλιά του, η θυγατέρα της Ηρωδιάδος χόρεψε μπροστά στους καλεσμένους και άρεσε στον Ηρώδη. Γι' αυτό της υποσχέθηκε με όρκο να της έδινε ό,τι του ζητούσε. Αυτή, με την καθοδήγηση της μητέρας της, του είπε: «Δώσε μου εδώ στο πιάτο το κεφάλι του Ιωάννου του Βαπτιστού». Ο βασιλέας στενοχωρήθηκε. Επειδή όμως είχε ορκιστεί μπροστά στους καλεσμένους, πρόσταξε να της το δώσουν. Έστειλε ανθρώπους και αποκεφάλισαν τον Ιωάννη μέσα στη φυλακή και έφεραν το κεφάλι του σε ένα πιάτο και το έδωσαν στο κορίτσι και αυτή το έδωσε στη μητέρα της. Πήγαν τότε οι μαθητές του Ιωάννου και σήκωσαν το σώμα και το έθαψαν. Η Αγία Κεφαλή του Τιμίου Προδρόμου
βρέθηκε στη Μαχαιρούντα, στο παλάτι του Ηρώδου, με επιφάνεια και αποκάλυψη του ιδίου του Προδρόμου σε δύο μοναχούς, οι οποίοι πήγαιναν να προσκυνήσουν τον Πανάγιο Τάφο. Από αυτούς τους μοναχούς την πήρε ένας κεραμοποιός και τη μετέφερε στην Έμεσα. Καθώς δε εκείνος έβλεπε να ευεργετείται από την Αγία εκείνη Κάρα, την τιμούσε πολύ και όταν έμελλε να αποθάνει, την άφησε στην αδελφή του, παραγγέλλοντας να μην τη μετατοπίσει ούτε να τη δείξει σε κάποιον άλλο, αλλά να την τιμά και να την προσκυνεί. Αφού εκείνη απέθανε, την πήραν αλληλοδιαδόχως πολλοί και κατέληξε σε κάποιο ιερομόναχο Αρειανό ονόματι Ευστάθειο, ο οποίος διώχθηκε από τους Ορθοδόξους από το σπήλαιο που έμενε.
Απέδιδε στην κακοδοξία του τις θεραπείες που ενεργούσε η Αγία Κάρα. Κατά την αναχώρησή του και κατά θεία πρόνοια άφησε την Τιμία Κεφαλή στο σπήλαιο στο οποίο ήταν κρυμμένη μέχρι το 431. Τότε πολλοί έλαβαν θείες αποκαλύψεις για την προδρομική αυτή κεφαλή και έτσι βρέθηκε για δεύτερη φορά μέσα σε υδρία, η οποία μεταφέρθηκε στην εκκλησία από τον Επίσκοπο Ουράνιο και ενεργούσε διάφορες θεραπείες και παράδοξα θαύματα.
Μεγάλος λοιπόν στάθηκε ο Τίμιος Πρόδρομος. Τέτοια άνθη αρετής που ποτίστηκαν με τους ιδρώτες του αναβλάστησαν σε αυτόν. Γι' αυτό και με αμαράντινο στεφάνι βρίσκεται στους ουρανούς, αιωνίως στολισμένος, πανηγυρίζοντας με τους Αγγέλους του Θεού, απολαμβάνοντας με άρρητη χαρά, ως φίλος πιστότατος, πρόδρομος και βαπτιστής του Χριστού, τα αγαθά εκείνα για τα οποία ο Θείος Παύλος λέγει: «Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη». Θέλουμε να αξιωθούμε κι εμείς να συναριθμηθούμε με όλους τους πανηγυριστές του ουρανού όπως ο Ιωάννης και να απολαμβάνουμε τα αγαθά εκείνα τα οποία εκείνοι απολαμβάνουν εις τον αιώνα. Ας ακούμε τον Τίμιο Πρόδρομο
ας φυλάττουμε πάντα το νόμο του Θεού, απαράβατο και ασάλευτο. Δεν είναι ανάγκη να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο καθώς εκείνος. Δεν είναι ανάγκη να ενδυθούμε τρίχινα ενδύματα από τρίχες καμήλου καθώς αυτός. Ούτε αυτός μας λέγει κάτι τέτοιο. Το νόμο να φυλάττουμε, το νόμο του Θεού απαράβατο. Αυτό θα ευχαριστήσει τον Ιωάννη και έτσι θα συναριθμηθούμε κι εμείς με τους πανηγυριστές του ουρανού. Ας δείξουμε την αγάπη μας σ' αυτόν, όχι μόνο με την ευλάβεια, αλλά και με την αληθινή μετάνοια, με το να κάνουμε καρπούς αξίους της μετανοίας. Ας τον έχουμε μετά την Κυρία Θεοτόκο παντοτινό μεσίτη, διότι αυτός είναι φίλος πιστότατος του Χριστού, βαπτιστής και πρόδρομός του.
Μπορεί βέβαια να μεσιτεύσει και να μας συμπεριλάβει με τους φίλους του Χριστού.
Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι
John the Forerunner was given the great honor of baptizing our Lord Jesus Christ. The Evangelists tell us about John’s work beside the Jordan. Until he was thirty, he had lived an ascetic life in the wilderness of Judea. His clothing was made of camel’s hair, and he wore a leather belt around his waist. He ate locusts, which Jewish law permitted, and wild honey. John had the striking presence of a prophet. With his long hair and sunburned face, he looked inspired, solemn, devout, dignified, and strong. You could see at once that he was one of those extraordinary people whom God appoints to guide others. His clothing might have seemed strange at first, but it added to his moral authority. It showed a man above worldly customs: a rugged but sincere ascetic, one who had mastered his flesh and struggled for the things of the spirit. Beneath his simple clothing were the finest ornaments of soul and character. His strong, commanding voice carried even through great crowds. It lost none of its power, though his bold preaching rang out without cease. To the Baptist, there were no distinctions between the lowly and the powerful, between public figures and ordinary people; he
regarded them all alike. If he showed any preference, it was for the lowly and against the powerful whenever they proved unworthy of their authority and used it to do harm. He struck at Pharisaic pride with thunderous words. Beneath its outward show of false holiness lay dreadful wounds of hardness and impurity of soul. In this, too, he was a true forerunner of Christ, who would later pronounce His many woes against them. John called the Pharisees and Sadducees a brood of vipers. When they boasted that they were children of Abraham, he told them that their descent by blood counted for nothing.
Their attitudes and deeds showed them unworthy of their ancestor. At other times he compared them to fruitless trees awaiting the axe and the fire. He also told the tax collectors to carry out the law conscientiously and collect no more than the lawful amount. He urged the soldiers who came to him to serve justice and order, and never to use their position for greed or plunder. For them he had counsel, without rebukes or threats. They approached him without selfishness or arrogance, humbled and mourning their sins, wanting to change rather than merely to satisfy their curiosity. So he received them like a father and teacher,
always serious, yet approachable, guiding them with gentleness rather than a whip. This was, in a sense, his particular teaching for certain people and groups. But he also had a message for everyone: the need for metanoia, for repentance, because the Kingdom of Heaven was near. This meant Christ and the grace of Christ, which calls for hearts that are pure, contrite, and humble. “Repent, for the Kingdom of Heaven is at hand.” And he said to the crowds about the Lord: “I baptize you with water. But one stronger than I is coming, and I am not worthy to untie the strap of His sandals. He will baptize you with the Holy Spirit and fire.
He holds the winnowing fork in His hand. He will clear His threshing floor and gather the wheat into His barn, but He will burn the chaff with unquenchable fire.” On another occasion, when he saw Jesus coming toward him, John spoke of His mission and His sacrifice: “Behold the Lamb of God, who takes away the sin of the world.” At God’s command, the honored Forerunner left his life in the wilderness and went to the Jordan River, preaching, hearing confessions, and baptizing. The Gospel calls his baptism a baptism of repentance and a baptism with water. It calls it a baptism with water to distinguish it from Christian Baptism, in which, together with the visible water, there is also at work for the one being baptized
the grace of the Holy Spirit. It calls John’s baptism a baptism of repentance because it only prepared people for Christian Baptism. It did not grant forgiveness of sins; it called the person being baptized to repentance and prepared that person for the life and grace of Christian Baptism. As we learn from the Holy Gospel, countless people came to the Baptist and were baptized by him in the waters of the Jordan, at Salim, where the water was more abundant and deeper. John also had disciples with him. In this, too, he foreshadowed the Lord and prepared His way, for Jesus later received some of the disciples John had prepared among His Apostles.
Among them were Andrew, Peter’s brother and the First-Called, and John, the son of Zebedee, who later became the Lord’s beloved disciple and an Evangelist. The Forerunner’s work continued even after Christ began His own. But as the sun rose, the star grew pale. The crowds around John diminished as people began going to Jesus instead. Such a change might have embittered others and stirred up jealousy or envy.
For John, it was a cause of great gladness and joy. Once, while he was baptizing near Salim, some of his disciples came and said, “Teacher, the one who was with you beyond the Jordan, the one you testified about, is now baptizing, and everyone is going to Him.” They said this with dismay, because they wanted their own teacher to have first place. But John was above such earthly weakness and human passions. He declared that Christ the Bridegroom’s growing following had brought his joy to its fullness. He himself was only Christ’s forerunner and servant. Jesus must increase, while His servant must decrease. John was from the earth, but Jesus was from heaven; no one could be compared with Him.
For Christ is the Son of God. He has the Spirit in His fullness and is appointed to give eternal life to those who believe in Him. In this confession of faith, the Baptist’s greatness shines with quiet splendor. The Lord Himself bore witness to it, saying that no one born of woman was greater than His Forerunner. The honored Forerunner was great also in his death. Herod had arrested and imprisoned him because of Herodias, the wife of his brother Philip. John kept telling him, “It is not lawful for you to have her as your wife.” Herod wanted to put him to death, but he feared the people, who regarded John as a prophet.
On Herod’s birthday, Herodias’s daughter danced before the guests and pleased him. So he promised her under oath that he would give her whatever she asked. Prompted by her mother, she said, “Give me the head of John the Baptist here on a platter.” The king was distressed, but because he had sworn before his guests, he ordered it to be given to her. He sent men to behead John in prison. They brought his head on a platter and gave it to the girl, and she gave it to her mother. John’s disciples then came, took his body, and buried it. The holy head of the honored Forerunner
was found at Machaerus, in Herod’s palace, after the Forerunner himself appeared and revealed it to two monks on their way to venerate the Holy Sepulchre. A potter received the head from those monks and took it to Emesa. Seeing the blessings he received through that holy head, he honored it deeply. When he was about to die, he left it to his sister, instructing her neither to move it nor to show it to anyone else, but to honor and venerate it. After her death, it passed from one person to another until it came to an Arian priest-monk named Eustathius, whom the Orthodox drove from the cave where he lived.
He attributed the healings worked through the holy head to his false teaching. When he left, by divine providence he left the honored head in the cave, where it remained hidden until 431. Then many people received divine revelations about the Forerunner’s head, and it was found for a second time inside a vessel. Bishop Uranios brought it to the Church, and through it various healings and wondrous miracles took place.
Great indeed was the honored Forerunner. The flowers of virtue that sprang up in him had been watered by his own sweat. So he is now in heaven, crowned forever with an unfading wreath, celebrating with the angels of God. With unspeakable joy, as Christ’s most faithful friend, Forerunner, and Baptist, he enjoys those good things of which the divine Paul says, “What no eye has seen, nor ear heard, nor has entered the heart of man.” We too long to be counted worthy to join John and all who celebrate in heaven, and to enjoy forever the good things they enjoy. Let us listen to the honored Forerunner
and always keep God’s law without wavering or breaking it. We need not eat locusts and wild honey as he did. We need not wear garments of camel’s hair as he did. He does not ask this of us. Let us keep God’s law faithfully. This will please John, and in this way we too will be numbered among those who celebrate in heaven. Let us show our love for him through reverence and through true metanoia, repentance, bearing fruit worthy of repentance. After our Lady the Theotokos, let us always look to him as an intercessor, for he is Christ’s most faithful friend, His Baptist and Forerunner.
He can indeed intercede for us and bring us into the company of Christ’s friends.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
02 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ\24 02 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.