Ιωάννης ο Πρόδρομος: το κήρυγμα, η βάπτιση και η μαρτυρία του για τον Χριστό
Η Εκκλησία τιμά τον Ιωάννη τον Βαπτιστή στις 7 Ιανουαρίου, την επομένη των Θεοφανείων, θυμούμενη τη βάπτιση του Ιησού Χριστού. Ο Ιωάννης έζησε ασκητική ζωή στην έρημο της Ιουδαίας πριν κηρύξει δίπλα στον ποταμό Ιορδάνη.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τον Ιωάννη τον Βαπτιστή στις 7 Ιανουαρίου, την επομένη των Θεοφανείων, θυμούμενη τη βάπτιση του Ιησού Χριστού.
- Ο Ιωάννης έζησε ασκητική ζωή στην έρημο της Ιουδαίας πριν κηρύξει δίπλα στον ποταμό Ιορδάνη.
- Κάλεσε όλους σε μετάνοια, επέκρινε την υπερηφάνεια των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων και παρότρυνε τους τελώνες και τους στρατιώτες να ενεργούν δίκαια.
- Κήρυξε ότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι κοντά και ότι αυτός που θα έρθει μετά από αυτόν θα βαπτίζει με Άγιο Πνεύμα και πυρ.
- Ταύτισε τον Ιησού με τον Αμνό του Θεού και τέλεσε βάπτισμα μετανοίας, που προετοίμαζε τους ανθρώπους για το χριστιανικό βάπτισμα.
- Όταν τα πλήθη άρχισαν να ακολουθούν τον Ιησού, ο Ιωάννης χάρηκε και δήλωσε ότι ο Χριστός πρέπει να αυξάνεται, ενώ αυτός πρέπει να ελαττώνεται.
- Η διάλεξη κλείνει με τον έπαινο του Χριστού προς τον Βαπτιστή και με διηγήσεις για το δεξί του χέρι, τη μεταφορά του στην Κωνσταντινούπολη και την προσκύνησή του στο Άγιον Όρος.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
7 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη σύναξη του Αγίου ενδόξου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Συνέπεσε δε και η μεταφορά της παντίμου και αγίας του χειρός στη Βασιλεύουσα. Την ίδια μέρα επιτελείται η μνήμη του θαύματος, το οποίο έκανε ο Τίμιος Πρόδρομος εις την Χίο κατά των Αγαρηνών, και η μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος Αθανασίου του από την Αττάλεια, ο οποίος μαρτύρησε εις τη Σμύρνη κατά το έτος 1700.
Του τιμίου ενδόξου προφήτου, προδρόμου και βαπτιστού Ιωάννου καθιέρωσε η Εκκλησία μας την επομένη της εορτής των Θεοφανείων προς τιμήν αυτού, στον οποίον από τον Θεό δόθηκε η μεγάλη τιμή να τελέσει τη βάπτιση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Το παρά τον Ιορδάνη έργο του Ιωάννου μας διηγούνται οι ιεροί Ευαγγελιστές. Μέχρι το τριακοστό έτος της ηλικίας του, είχε μείνει στην έρημο της Ιουδαίας, ζώντας ζωή ασκητική. Το ένδυμά του ήταν από τρίχες καμήλου, στη μέση δε φορούσε δερμάτινη ζώνη. Όσον αφορά την τροφή του, αυτή ήταν από είδη ακρίδων, τα οποία επιτρέπονταν στους Ιουδαίους να τρώγουν κατά τον νόμο, ακόμη δε και από μέλι άγριο.
Ιωάννης είχε έντονο προφητικό παρουσιαστικό. Η μακριά κόμη, η ηλιοκαμένη μορφή, εμπνευσμένη δε, σοβαρή, ένθεη, αξιοπρεπής, ισχυρή, φαινόταν αμέσως ως φυσιογνωμία έκτακτη και υπέροχη από εκείνες τις οποίες ο Θεός προορίζει για να καθοδηγούν. Η ενδυμασία του, εκ πρώτης όψεως αλλόκοτη, ενίσχυε την ηθική του επιβολή, παρουσιάζοντας τον υπέρτερο των κοσμικών συνηθειών άνδρα, τον τραχύ αλλά και ειλικρινή ασκητή, τον δαμαστή της σαρκός, τον αθλητή του πνεύματος, τον εν τη απλότητι της ενδυμασίας κατέχοντα τα ωραιότερα και αφθονότερα στολίσματα της ψυχής και του χαρακτήρος.
Ισχυρή, έντονη και κυριαρχική η φωνή του δέσποζε. Δέσποζε και στις ώρες των μεγάλων συνωστισμών, διατηρώντας ακέραιη τη δύναμή της, μολονότι ακατάπαυστα αντηχούσε το μεγαλόστομο κήρυγμα. Ενώπιον του Βαπτιστού δεν υπήρχαν μικροί και μεγάλοι, επίσημοι και ιδιώτες, αλλά τους θεωρούσε όλους εξίσου. Αν δε έκαμνε διάκριση, αυτή ήταν υπέρ των μικρών και εναντίον των μεγάλων, όσες φορές αυτοί, ανάξιοι της εξουσίας τους, τη μεταχειρίζονταν ως κακοποιοί. Έτσι χτυπούσε και κεραύνωνε τη φαρισαϊκή έπαρση, η οποία υπό το εξωτερικό ένδυμα ψεύτικης αγιότητας έκρυβε τα ειδεχθέστερα και φρικτότερα έλκη ψυχικής σκληρότητας και ακαθαρσίας.
Σ' αυτό γνήσιος πρόδρομος εκείνου, ο οποίος έμελλε αργότερα να εκσφενδονίσει εναντίον τους, νομοβροντία των «ουαί». Ονόμαζε τους Σαδδουκαίους και τους Φαρισαίους γεννήματα εχιδνών και γκρεμίζοντας τις καυχήσεις τους ότι ήταν υιοί του Αβραάμ, αντέταξε ότι η σαρκική καταγωγή τους ήταν τίποτε, εφόσον οι διαθέσεις και τα έργα τους τους έδειχναν αναξίους του προγόνου τους. Άλλοτε πάλι τους παρομοίαζε με δένδρα άκαρπα τα περιμένει η εκρίζωση και η φωτιά. Αλλά και τους τελώνες, τους συμβούλευε να είναι ευσυνείδητα όργανα του νόμου, μη εισπράττοντας καθόλου περισσότερα από τα νόμιμα τέλη. Και προς τους στρατιώτες που έρχονταν σ' αυτόν, έδινε νουθεσίες να είναι όργανα της δικαιοσύνης και της τάξεως και να μη γίνονται εργάτες πλεονεξίας και διαρπαγής. Είχε δε μόνο συμβουλές προς αυτούς,
επιπλήξεις και φοβερισμούς, διότι αυτοί τον πλησίαζαν χωρίς εγωισμό και αλαζονεία, ταπεινωμένοι και πενθώντας με τη διάθεση να διορθωθούν, όχι να περιεργαστούν. Τους φερόταν πάντα ως πατέρας, διδάσκαλος, σοβαρός πάντα, αλλά και προσηνής, με θωπεία μάλλον και καθόλου με μαστίγιο. Ήταν αυτοί οι ιδιαίτεροι τρόποι της διδασκαλίας του, προς μερικά πρόσωπα και τάξεις. Είχε όμως και τη γενική διδασκαλία του, η οποία στρεφόταν στην ανάγκη της μετανοίας, επειδή ήταν κοντά η Βασιλεία των Ουρανών, δηλαδή ο Χριστός, η Χάρη του Χριστού, η οποία ζητούσε καρδιές καθαρές, συντετριμμένες και τεταπεινωμένες. Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των Ουρανών.
Δε για τον Κύριο προς τα πλήθη: «Εγώ μεν ύδατι βαπτίζω υμάς, έρχεται δε ο ισχυρότερός μου, ου ουκ ειμί ικανός λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού. Αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί, ου το πτύον εν τη χειρί αυτού, και διακαθαριεί την άλωνα αυτού, και συνάξει τον σίτον εις την αποθήκην αυτού, το δε άχυρον κατακαύσει πυρί ασβέστω». Άλλοτε πάλι, καθορίζοντας την αποστολή του Ιησού και προφητεύοντας τη θυσία του, καθώς τον είδε να έρχεται προς το μέρος του, είπε: «Ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου». Ο Τίμιος Πρόδρομος, αφού άφησε κατά διαταγή θεία την ερημική ζωή, πήγε προς τον Ιορδάνη ποταμό
κηρύττοντας, εξομολογώντας και βαπτίζοντας. Το Ευαγγέλιο χαρακτηρίζει το βάπτισμά του ως βάπτισμα μετανοίας και βάπτισμα ύδατος. Ύδατος προς διάκριση από το χριστιανικό βάπτισμα, όπου μαζί με το βλεπόμενο ύδωρ ενεργεί υπέρ του βαπτιζομένου και η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Μετανοίας δε, επειδή το βάπτισμα του Ιωάννου, προπαρασκευαστικό απλώς του χριστιανικού βαπτίσματος, δεν έδινε την άφεση των αμαρτιών, αλλά χρησιμοποιούσε μόνο τη μετάνοια του βαπτιζομένου και τον προετοίμαζε για τη ζωή και τη χάρη του χριστιανικού βαπτίσματος. Και καθώς μαθαίνουμε από το Ιερό Ευαγγέλιο, πλήθη αμέτρητα έτρεχαν προς τον Βαπτιστή και βαπτίζονταν από αυτόν στα ρείθρα του Ιορδάνου, στη θέση Σαλήμ
τα νερά ήταν αφθονότερα και βαθύτερα. Ο Ιωάννης είχε κοντά του μαθητές, προτυπώνοντας και σ' αυτό τον Κύριο και προετοιμάζοντας το δρόμο του. Διότι μερικούς από τους μαθητές, τους οποίους αυτός προπαρασκεύασε, προσέλαβε ο Κύριος μεταξύ των Αποστόλων. Από αυτούς ήταν και ο αδελφός του Πέτρου, ο Ανδρέας ο Πρωτόκλητος, και ο Ιωάννης ο του Ζεβεδαίου, ο κατόπιν ηγαπημένος μαθητής του Κυρίου και Ευαγγελιστής. Το έργο του Βαπτιστού εξακολούθησε και αφού ο Χριστός άρχισε το δικό Του. Προ της ανατολής όμως του Ηλίου, ωχρίασε ο Αστήρ. Ελαττώθηκε, διότι τα ρεύματα των όχλων στράφηκαν προς τον Ιησούν. Η μεταβολή αυτή και αντιστροφή θα έφερνε βέβαια πικρία σε άλλους και...
θα γεννούσε αγκάθια ζήλιας ή και φθόνου, αλλά στον Ιωάννη χρησίμευσε μόνο ως υπόθεση μεγάλης ευφροσύνης και χαράς. Πήγαν μια φορά και του είπαν, ενώ βάπτιζε πλησίον του Σαλήμ: «Δάσκαλε, εκείνος που ήταν μαζί σου πέραν του Ιορδάνου, περί της αποστολής του οποίου είχες δώσει εσύ τη μαρτυρία σου, να, τώρα βαπτίζει και όλοι πηγαίνουν προς Αυτόν». Εκείνοι που το είπαν ήταν μαθητές του Ιωάννου και το είπαν αυτοί με αθυμία, διότι ήθελαν τα πρωτεία υπέρ του ιδικού των διδασκάλου. Αυτός όμως, έξω από τις γήινες αδυναμίες και πάνω από τα ανθρώπινα πάθη, διεκήρυξε ότι η υπερτέρηση αυτή του νυμφίου Χριστού κορύφωσε τη χαρά του. Ότι Αυτός ο Ιησούς.
Ιωάννης δηλαδή δεν ήταν παρά πρόδρομος και διάκονός του. Ότι ο Ιησούς θα αυξάνει, ο δε υπηρέτης του θα σμικρίνεται, ότι αυτός είναι εκ της γης ενώ Εκείνος από τον ουρανό. Γι' αυτό και κανένας δεν μπορεί να εξισωθεί με Αυτόν, ότι τέλος ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού και έχει ολόκληρο το Πνεύμα, είναι δε ορισμένος να δίνει τη ζωή την αιώνιο σε όσους Τον πιστεύουν. Αλλά από την ομολογία αυτή της μειώσεώς του παρουσιάζεται με όλη της τη μεγαλοπρέπεια η λαμπρότητα του Βαπτιστού και προς μαρτυρίαν αυτής είπε για τον πρόδρομό του ο Κύριος ότι κανείς άνθρωπος δεν στάθηκε μεγαλύτερός του.
Εγκωμίων, σοι δε αρκέσει η μαρτυρία του Κυρίου, Πρόδρομε. Μνημονεύουμε και τιμάμε τους Αγίους και Δικαίους με εγκώμια, εγκώμια ανθρώπινα. Στον Τίμιο Πρόδρομο όμως έγινε και εγκώμιο θεϊκό, το εγκώμιο του Κυρίου. Αμήν λέγω υμίν, ουκ εγηγέρται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού. Ο Άγιος Πρόδρομος εγκωμιάζεται από τον Κύριο και με τα θαύματα τα οποία επιτελεί το Τίμιό του Λείψανο. Στην πόλη Σεβάστεια, στην οποία λέγεται ότι τάφηκε το ιερό του Τιμίου Προδρόμου σώμα, πήγε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και αφού πήρε τη δεξιά χείρα του προφητικού εκείνου σώματος, τη μετέφερε στην Αντιόχεια, την πατρίδα του.
Επιτελούσε πάμπολλα θαύματα. Λέγεται δε και τούτο ακόμη για την Αγία αυτή χείρα, ότι κατά την ημέρα της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, δηλαδή κατά τη 14η Σεπτεμβρίου, υψωνόταν και η τιμία αυτή χείρα του Βαπτιστού και άλλοτε μεν άπλωνε τα δάκτυλά της, άλλοτε δε τα μάζευε και με την έκταση ή συστολή φανέρωνε τη μέλλουσα ευτυχία ή δυστυχία. Γι' αυτό και πολλοί αυτοκράτορες είχαν αγάπη και πόθο πολύ να αποκτήσουν τον ιερό αυτό θησαυρό, ιδιαίτερα δε ο Κωνσταντίνος και ο Ρωμανός οι Πορφυρογέννητοι. Όταν λοιπόν αυτοί βασίλευαν, με κάποιο διάκονο της Αντιοχίας, Ιώβ ονόματι μετακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Τίμιο και άγιο αυτό χέρι κατά την εσπέρα της παραμονής των Θεοφανείων. Έτσι, ο φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντίνος με πόθο πολύ την κατασπάστηκε και την αποθησαύρισε στο παλάτι του. Τώρα η δεξιά του Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου του Αγίου Όρους, το οποίο και τιμάται επ' ονόματι του Τιμίου Προδρόμου.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
On January 7, our Church celebrates the gathering in honor of the holy and glorious Prophet, Forerunner, and Baptist John. This day also commemorates the transfer of his precious and holy hand to Constantinople. We also remember the miracle the honorable Forerunner performed on Chios against the Hagarenes, and Saint Athanasios, the New Martyr from Attaleia, who was martyred in Smyrna in the year 1700.
Our Church established the feast of the honorable and glorious Prophet, Forerunner, and Baptist John on the day after Theophany, in honor of the one to whom God gave the great privilege of baptizing our Lord Jesus Christ. The holy Evangelists tell us of John's work by the Jordan. Until he was thirty, he remained in the wilderness of Judea, living a life of ascesis, of ascetic discipline. His garment was made of camel's hair, and he wore a leather belt around his waist. He ate locusts of the kinds the Law permitted the Jews to eat, as well as wild honey.
John had a striking prophetic presence. With his long hair and sunburned face, he looked inspired, solemn, devoted to God, dignified, and strong. At once, he seemed an extraordinary and noble figure, one of those whom God appoints to guide others. His clothing, strange at first sight, added to his moral authority. It showed a man above worldly customs: a rugged but sincere ascetic, one who had mastered the flesh, an athlete of the spirit. Though simply dressed, he possessed the finest and richest adornments of soul and character.
His strong, commanding voice carried above the crowd, even in the greatest throngs. It lost none of its power, though his mighty preaching rang out without ceasing. Before the Baptist, there were no distinctions between the lowly and the powerful, or between officials and ordinary people. He regarded them all alike. If he made any distinction, it was in favor of the lowly and against the powerful whenever they proved unworthy of their authority and abused it. So he struck at Pharisaic pride and denounced it fiercely. Beneath an outward show of false holiness, it concealed the most dreadful sores of hardness and impurity of soul.
In this, he was truly the forerunner of the one who would later thunder his woes against them. He called the Sadducees and Pharisees a brood of vipers. When they boasted that they were children of Abraham, he told them that descent according to the flesh counted for nothing when their attitudes and deeds showed them unworthy of their forefather. At other times, he compared them to fruitless trees awaiting the axe and the fire. He counseled the tax collectors to carry out the law conscientiously and collect no more than the prescribed amount. And he urged the soldiers who came to him to serve justice and order, without giving themselves to greed and plunder. For these people he had only counsel,
not rebukes or threats, because they approached him without selfishness or arrogance. They were humble and mourned for their sins, wanting to change, not merely to satisfy their curiosity. He always treated them like a father and teacher: serious, yet approachable, guiding them gently rather than with a whip. These were the ways he taught particular people and groups. But he also had a message for everyone: the need for metanoia, for repentance, because the Kingdom of Heaven was near. That Kingdom is Christ and His grace, which seeks hearts that are pure, contrite, and humble. ‘Repent, for the Kingdom of Heaven has drawn near.’
And he spoke to the crowds about the Lord: ‘I baptize you with water, but one stronger than I is coming. I am not worthy to untie the strap of His sandals. He will baptize you with the Holy Spirit and fire. His winnowing fork is in His hand, and He will clear His threshing floor, gather the wheat into His storehouse, and burn the chaff with unquenchable fire.’ On another occasion, as he saw Jesus coming toward him, he proclaimed Jesus’ mission and foretold His sacrifice: ‘Behold the Lamb of God, who takes away the sin of the world.’ At God's command, the honorable Forerunner left his life in the wilderness and went to the Jordan River,
preaching, hearing confessions, and baptizing. The Gospel calls his baptism a baptism of repentance and a baptism with water. It was called a baptism with water to distinguish it from Christian Baptism, in which the grace of the Holy Spirit works for the person being baptized together with the visible water. It was called a baptism of metanoia, of repentance, because John's baptism merely prepared people for Christian Baptism. It did not grant forgiveness of sins. It called forth the repentance of those being baptized and prepared them for the life and grace of Christian Baptism. As we learn from the Holy Gospel, countless people came to the Baptist and were baptized by him in the waters of the Jordan, near Salim,
where the water was more plentiful and deeper. John had disciples around him, and in this too he prefigured the Lord and prepared His way. For the Lord received some of those whom John had prepared into the company of His Apostles. Among them were Peter's brother Andrew, the First-Called, and John the son of Zebedee, who later became the Lord's beloved disciple and Evangelist. The Baptist's work continued even after Christ began His own. But before the rising of the Sun, the star grew dim. John's following diminished as the crowds turned toward Jesus. For others, such a change would surely have brought bitterness and...
would have sown the thorns of jealousy or even envy. For John, however, it was a cause of great gladness and joy. Once, while he was baptizing near Salim, some came and told him, ‘Teacher, the one who was with you beyond the Jordan, the one you testified about, is now baptizing, and everyone is going to Him.’ Those who said this were John's disciples. They were disheartened because they wanted their own teacher to have first place. But John, free from earthly weakness and above the human passions, declared that Christ the Bridegroom's greater following brought his joy to its height. This Jesus,
he said, was the one John had come to serve and prepare the way for. Jesus must increase, while His servant must decrease. John was from the earth, while Jesus came from heaven. No one could be compared with Him. Christ is the Son of God, possesses the Spirit in fullness, and is appointed to give eternal life to those who believe in Him. Yet in this confession that he must decrease, the Baptist's own splendor shines forth in all its majesty. The Lord Himself bore witness to it when He said that no one born of woman had been greater than His Forerunner.
‘Forerunner, the Lord's testimony is praise enough for you.’ We remember and honor the saints and righteous with words of praise, but these are human words. The honorable Forerunner received divine praise as well: the praise of the Lord Himself. ‘Amen, I say to you, among those born of women none has arisen greater than John the Baptist.’ The Lord also praises Saint John the Forerunner through the miracles worked by his precious relic. Luke the Evangelist went to Sebaste, where the Forerunner's holy body is said to have been buried. He took the right hand of that prophetic body and brought it to Antioch, his home city.
It worked many miracles. It is also said of this holy hand that on September 14, the feast of the Exaltation of the Precious Cross, it would rise as well. At times its fingers would extend, and at other times they would close. By opening or closing, they revealed whether happiness or misfortune lay ahead. For this reason, many emperors longed to possess this sacred treasure, especially Constantine and Romanos Porphyrogennetos. During their reign, a deacon of Antioch named Job brought it to Constantinople.
This precious and holy hand arrived on the evening before Theophany. The emperor Constantine, who loved Christ, kissed it with great devotion and treasured it in his palace. Today the right hand of the honorable Forerunner is in the Monastery of Saint Dionysios on the Holy Mountain, a monastery dedicated to the honorable Forerunner.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\07 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.