Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Οι δοκιμασίες του Ιώβ, η αποκατάσταση και η ευχαριστία μέσα στη θλίψη

Ο Ιώβ παρουσιάζεται ως δίκαιος λάτρης του Θεού, που φρόντιζε τους φτωχούς, υπερασπιζόταν τους ευάλωτους και ζούσε με αγνότητα. Παρά τον πλούτο του και τα δέκα παιδιά του, ο Ιώβ παρέμεινε αφοσιωμένος στον Θεό και πρόσφερε θυσίες για λογαριασμό των παιδιών του.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων6 Μαΐου20:56Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Ιώβ παρουσιάζεται ως δίκαιος λάτρης του Θεού, που φρόντιζε τους φτωχούς, υπερασπιζόταν τους ευάλωτους και ζούσε με αγνότητα.
  • Παρά τον πλούτο του και τα δέκα παιδιά του, ο Ιώβ παρέμεινε αφοσιωμένος στον Θεό και πρόσφερε θυσίες για λογαριασμό των παιδιών του.
  • Ο Θεός επέτρεψε στον Σατανά να δοκιμάσει τον Ιώβ, και διαδοχικές συμφορές αφάνισαν τα κοπάδια του, τους δούλους του και τα παιδιά του· ο Ιώβ θρήνησε, αλλά συνέχισε να ευλογεί τον Κύριο.
  • Χτυπημένος από σοβαρή ασθένεια, ο Ιώβ υπέμεινε τα πικρά λόγια της γυναίκας του χωρίς να μιλήσει εναντίον του Θεού.
  • Οι φίλοι του Ιώβ επέμεναν ότι τα βάσανά του αποδείκνυαν κρυφή αμαρτία, ενώ ο Ιώβ διατηρούσε την ακεραιότητά του και υποστήριζε ότι ο πόνος δεν ακολουθεί πάντοτε την κακία.
  • Ο Θεός απάντησε στη διαμάχη, ο Ιώβ αναγνώρισε ταπεινά τα όρια της ανθρώπινης κατανόησης, και η υγεία, η οικογένειά του και η ευημερία του αποκαταστάθηκαν.
  • Η ομιλία κλείνει με τη συμβουλή του Ιωάννη Χρυσοστόμου να αντιμετωπίζουμε το αναπόφευκτο βάσανο με προσευχή και ευχαριστία αντί για βλασφημία.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 22 παράγραφοι

Οδύνη, απερίγραπτος ψυχικός σπαραγμός, λυσσώδης πόλεμος εκ μέρους του πονηρού, παντελής έλλειψη κατανοήσεως και συμπαραστάσεως, μάλλον δε και πικρίες εκ μέρους και των πλέον προσφιλών προσώπων, φαινομενική εγκατάλειψη εκ μέρους του Θεού, βαθιές και αναπάντητες απορίες για την αιτία της συμφοράς, τραγωδία στην πιο έντονη μορφή της και λύση από αυτόν τον Θεό είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το συγκλονιστικό δράμα του Ιώβου. «Άνθρωπός τις ην εν χώρα τη Αυσίτιδι», μας πληροφορεί στον πρώτο του στίχο το ομώνυμο βιβλίο. Ο πολύαθλος Ιώβ καταγόταν από τη χώρα Αυσίτιδα κοντά στη Δαμασκό και άκμασε κατόπιν του Αβραάμ, πριν δε από τον Μωυσή. Ήταν απόγονος των γιων του Ησαύ.

Πρωτότοκου γιου του Ισαάκ, ήταν πέμπτος από τον Αβραάμ και ο μεν πατέρας του ονομαζόταν Ζαρέ, η δε μητέρα του Βοσόρα. Τον Ιώβ αναφέρει ο προφήτης Ιεζεκιήλ και τον κατατάσσει μεταξύ των μεγάλων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης, του Νώε και του Δανιήλ. Αυτόν αναφέρει ο αδελφόθεος Ιάκωβος ως παράδειγμα υπομονής στις θλίψεις, αλλά και βραβεύσεως εκ μέρους του Θεού. Με ευλάβεια και θαυμασμό τον αναφέρει η εβραϊκή παράδοση και η εκκλησιαστική κατόπιν φιλολογία. Στο βιβλίο του Ιώβ περιέχονται αξιόλογες πληροφορίες γι' αυτόν. Λάτρευε τον ένα και αληθινό Θεό και όχι τα είδωλα όπως οι σύγχρονοί του. Ζούσε σύμφωνα με το θείο θέλημα. Ήταν αληθινός, άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής.

Απεχόμενος παντός πονηρού πράγματος. Το φιλόξενο σπίτι του έμενε πάντοτε ανοιχτό σε κάθε ξένο. Γεμάτος στοργή προς τους στερουμένους, τους πάσχοντες και τους αδικουμένους, παρείχε πάντοτε σε αυτούς την προστασία και τη συμπαράστασή του. Ήταν οφθαλμός τυφλών, στήριγμα των πτωχών, υπερασπιστής των αδικουμένων, προστάτης ορφανού και χήρας, αγωνιστής υπέρ της δικαιοσύνης, δίκαιος και γενναιόδωρος απέναντι των υπηρετών και των δούλων του. Αγνός και καθαρός από σαρκικές εκτροπές, είχε κάνει συμβόλαιον με τους οφθαλμούς του να μην παρατηρεί με πονηράν επιθυμίαν παρθένον.

Σεβαστός και σεβόμενος, απολάμβανε τον γενικό σεβασμό από μεγάλους και μικρούς. Οι νέοι κρύβονταν από συστολή, όταν αυτός περνούσε. Οι ηλικιωμένοι σηκώνονταν με σεβασμό, οι δε επίσημοι σιωπούσαν και έβαζαν το δάχτυλο στο στόμα για να σιωπήσουν και οι άλλοι. Όσοι τον άκουγαν τον μακάριζαν για τη σοφία του. Περιχαρείς δε εγίνοντο όταν μιλούσε προσωπικά προς αυτούς. Ο δε Θεός, σύμφωνα με τις υποσχέσεις Του, πλούσιες έδινε σ' αυτόν τις ευλογίες Του. Τον ευλόγησε ως οικογενειάρχη, του χάρισε επτά γιους και τρεις θυγατέρες, τον ευλόγησε δε και ως ιδιοκτήτη. Στις απέραντες πεδιάδες του έβοσκαν επτά χιλιάδες πρόβατα, τρεις χιλιάδες καμήλες, χίλια βόδια και πεντακόσιες όνοι. Αλλά και υπηρέτες πολλούς είχε και διακρινόταν ως ο πρώτος μεταξύ όλων που κατοικούσαν την Ανατολή. Αλλά όλος αυτός ο πλούτος

δεν παρέσυρε τον Ιώβ στην παραμικρή λήθη του Θεού. Τέτοια ήταν η προς Αυτόν ευλάβεια και αφοσίωσή του, ώστε χάριν των παιδιών του πρόσφερε συχνά θυσίες προς εξιλέωση για τις τυχόν αμαρτίες τους. Σεβόταν λοιπόν πολύ τον Θεό. Καλώς, αλλά θα έλεγαν πολλοί, και πώς να μην τον σεβαστεί; Μήπως σε κανέναν άλλον δόθηκε τόση αφθονία; Δεν αδικούσε ο Ιώβ, θα έλεγαν όμως αυτοί που ζητούν παντού ψεγάδια, και ποια ανάγκη είχε να αδικήσει; Ελεούσε δε, παρόμοια σχόλια θα πρόβαλλαν, και ποιος δεν θα έκανε το καλό με τόσα πλούτη; Όσο δε αφορά την υπομονή και την καρτερία, τόσο μεγάλες αρετές στον κόσμο αυτόν των δοκιμασιών και των θλίψεων, οι πτωχοί, οι ασθενείς, οι στερημένοι,

παράδειγμα θα μπορούσαν να πάρουν από τον Ιώβ, ο οποίος ζούσε διαρκώς στον πλούτο και στη δόξα; Να γιατί κυρίως ο Θεός επέτρεψε στον Σατανά να φέρει την καταστροφή σε όλη την υλική και κοσμική ευτυχία του Ιώβ. Και τότε συμφορές ήλθαν η μια μετά την άλλη. Στην ίδια και την ίδια μέρα, ενώ οι γιοι του και οι θυγατέρες του διασκέδαζαν, ο πάμπλουτος πατέρας λάβαινε κατά σειρά τις εξής αγγελίες. Φυλές ληστρικές, οι Σαβαίοι, ξαφνικά επέπεσαν και άρπαξαν τα βόδια τα οποία όργωναν και τους όνους που έβοσκαν εκεί κοντά, τους δε δούλους που ήταν εκεί τους φόνευσαν όλους, εκτός από έναν ο οποίος ήλθε να φέρει τη φοβερή είδηση. Αλλά και κεραυνοί κατέκαψαν τα πρόβατά του και άλλους δούλους του.

Άρπαξαν τις καμήλες του και φόνευσαν τους δούλους που τις φύλαγαν. Και πάνω σε όλα αυτά, τρομερός ανεμοστρόβιλος που ήρθε πέρα από την έρημο γκρέμισε το σπίτι όπου διασκέδαζαν οι γιοι και οι θυγατέρες του και θάφτηκαν όλοι τους κάτω από τα ερείπια. Ο Ιώβ, όταν άκουσε τις αλλεπάλληλες αυτές καταστροφές και συμφορές, εκδηλώνοντας τη θλίψη και τη συμφορά στο μέγεθός της, έσκισε τα ενδύματά του, κούρευσε τα μαλλιά της κεφαλής του, έπεσε κάτω στο έδαφος, προσκύνησε τον Κύριο και είπε: «Εγώ γυμνός βγήκα από την κοιλιά της μητέρας μου, γυμνός θα απέλθω από τον κόσμο αυτό στον τάφο». Ο Κύριος έδωσε τα δώρα Του, ο Κύριος τα αφαίρεσε. Όπως στον Κύριο φάνηκε αρεστό, έτσι και έγινε.

Είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου εις τους αιώνες των αιώνων. Έτσι ο Ιώβ βγήκε νικητής από τη φρικτή αυτή δοκιμασία, απομένοντας και μετά απ' αυτή λαμπρότερος από όλους τους ανθρώπους, άκακος, αληθινός, άμεμπτος, θεοσεβής. Αλλά το πικρό ποτήρι δεν είχε ακόμη ξεχειλίσει, και ο Θεός επέτρεψε να έλθει κι άλλη πληγή στον μεγάλο αυτό αθλητή. Προσβλήθηκε δηλαδή από βαρύτατη λέπρα και χρειάστηκε να τον βγάλουν έξω από την πόλη, όπου μοίραζε τον καιρό του στο να προσεύχεται και στο να ξύνει το σώμα του με όστρακο, επιζητώντας με αυτό μικρή ανακούφιση. Πολύς καιρός είχε περάσει έτσι και ο Ιώβ δεν είχε χάσει την ελπίδα καλύτερων ημερών. Αλλά εάν η δική του υπομονή ήταν ανεξάντλητη,

η σύζυγός του, ασθενέστερη φύση, εξεγέρθηκε αχαλίνωτα κατά του Θεού, από τον οποίο τίποτε πλέον δεν έλπιζε, και κατά του ανδρός της, τον οποίο θεωρούσε ανυπόφορα ανόητο με τις ελπίδες του και την υπομονή του.

Μια μέρα, λοιπόν, γεμάτη χολή και θυμό, ήλθε και τον βρήκε στο μέρος που έμενε έξω από την πόλη και, αντί άλλου χαιρετισμού και παρηγοριάς, τον έψεξε με δριμύτητα για το ότι εξακολουθούσε ακόμη να υπομένει και να ελπίζει. Μέχρι τίνος καρτερήσεις λέγων: «Ιδού αναμένω χρόνον έτι μικρόν, προσδεχόμενος την ελπίδα της σωτηρίας μου»; Ιδού γαρ

μνημόσυνον από της γης, υιοί και θυγατέρες, εμής κοιλίας ωδίνες και πόνοι, ους εις το κενόν εκοπίασα μετά μόχθων. Συ τε αυτός εν σαπρία σκωλήκων κάθησαι, διανυκτερεύων υπαίθριος, καγώ πλανήτις και λάτρις, τόπον εκ τόπου περιερχομένη και οικίαν εξ οικίας, προσδεχομένη τον ήλιον πότε δύση, ίνα αναπαύσωμαι των μόχθων μου και των οδυνών, αι με νυν συνέχουσιν. Αλλ' ειπόν τι ρήμα εις Κύριον και τελεύτα. Ο Ιώβ άκουσε όλη αυτή τη μαινομένη θύελλα της συζύγου του με τη συνηθισμένη του πραότητα. Θλίψη μόνο αισθάνθηκε γι' αυτήν και περιορίστηκε να της πει: «Ως μία των αφρόνων γυναικών ελάλησας. Ει τα αγαθά εδεξάμεθα εκ χειρός Κυρίου, τα κακά ουχ υποίσομεν;» Και έτσι απέμεινε πάλι θεοσεβής και άμεμπτος. Εν πάσι τοις συμβεβηκόσιν αυτώ

ουδέν ήμαρτεν Ιώβ τοις χείλεσιν εναντίον του Θεού. Η οδύνη του επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, έγινε ψυχικός σπαραγμός, όταν οι τρεις φίλοι του που τον επισκέφθηκαν, βασιλείς διαφόρων περιοχών, ο Ελιφάς ο Θαιμανίτης, Βιλδάδ ο Σαυχίτης και Σοφάρ ο Νααμαθήτης, αντί να τον παρηγορήσουν, του μεγάλωσαν την οδύνη, κατηγορώντας τον ως αμαρτωλό ενώπιον του Θεού και ότι υπέφερε από τις αμαρτίες του. Και άρχισε ένας δραματικός διάλογος μεταξύ των τριών φίλων του αφενός, στους οποίους προστέθηκε τέταρτος ο νεαρός αλλά σοφός Ελιούς, και του Ιώβ αφετέρου. Εκείνοι με ολοένα δριμύτερη γλώσσα τον κατηγορούσαν ως ένοχο ενώπιον του Θεού. Ο δε Ιώβ

στηριζόμενος στην αγαθή μαρτυρία της συνειδήσεώς του, διαμαρτυρόταν έντονα για την κατηγορία που του απέδιδαν. Στην έκρηξη δε του πόνου του έφτασε μέχρι το σημείο να καταραστεί την ημέρα της γεννήσεώς του, όχι όμως και να γογγύσει κατά του Θεού. Αλλά η έκρηξη εκείνη της φοβερής αθυμίας και καταθλίψεως ήταν παροδική. Η εγκαρτέρηση και η ελπίδα επανήλθαν στην ψυχή του πολυπαθούς μάρτυρος και άρχισε τότε μια από τις σπουδαιότερες συζητήσεις για τις συμφορές του κόσμου αυτού και τους λόγους που τις προκαλούν. Οι φίλοι του Ιώβ θέλησαν να τον πείσουν ότι κάθε συμφορά προέρχεται μόνο από αμαρτίες και ότι η δική του φρικτή δυστυχία έπρεπε να αποδοθεί σε μεγάλη ενοχή η οποία τον καταβάρυνε παρ' όλη τη φαινομένη δικαιοσύνη του,

τον πλούτο της φιλανθρωπίας του. Ο Ελιφάς του είπε: «Εάν έστω κι ένας μόνον λόγος σου από όσους είπες ήταν αληθινός, καμιά συμφορά από αυτές που σε βρήκαν δεν θα σε προσέβαλε». Με το ίδιο πνεύμα μίλησε και ο Βιλδάδ. Είπε στον Ιώβ ότι εάν ήταν δίκαιος δεν θα τον αδικούσε ο Κύριος και ότι ο Θεός δίνει πάντα το γέλιο στο στόμα των ανθρώπων της αλήθειας, καταστρέφει όμως την ελπίδα των ασεβών. Και ο Σοφάρ τα ίδια επαναλάμβανε προς τον Ιώβ, ότι ο Θεός γνωρίζει τα έργα των ανόμων, ότι βλέπει τα άτοπα, ότι δεν τα παραβλέπει, αλλά τα πατάσσει, και συμβούλευσε τον Ιώβ να μετανοήσει για να αναλάμψει το πρόσωπό του ως ύδωρ καθαρόν. Ο Ιώβ απάντησε σε αυτά ότι βεβαίως κανένας δεν είναι καθαρός από ρύπου και

αν μία μέρα ζήσει πάνω στη γη. Φρονεί όμως ότι οι συμφορές δεν είναι πάντοτε αποτέλεσμα αμαρτημάτων και ότι αυτός πάντοτε προσπάθησε να τηρήσει τον νόμο του Θεού, όσες δε φορές αμάρτησε ακουσίως, προσπάθησε να επανορθώσει το αδίκημα. Στη συζήτηση τότε παρενέβηκε ο συγγενής του Ιώβ Ελιούς, ο γιος του Βαραχήλ. Αυτός αποδοκίμασε την πεποίθηση του Ιώβ ότι είναι δίκαιος και διακήρυξε ότι στους ασεβείς επέρχεται η τιμωρία του Θεού και ότι καμιά πράξη του Παντοδύναμου δεν μπορεί να επικριθεί ως άδικη. Τέλος, την τόση αντιλογία έλυσε αυτός ο Θεός παρεμβαίνοντας στο αντιλεγόμενο σπουδαιότατο ζήτημα. Καταρχάς διακήρυξε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει ασφαλώς τις βουλές του Θεού

και να κρίνει τις πράξεις του, οφείλει δε μόνο να πιστεύει ότι κάθε τι που γίνεται προς όφελός του μπορεί να στραφεί. Κατόπιν δήλωσε στον Ιώβ ότι ο χρόνος της δοκιμασίας του έληξε, ότι όλα τα παθήματά του κανένα άλλο λόγο δεν είχαν παρά μόνο το να εκλάμψει περισσότερο η αρετή του και πρόσθεσε ότι ήδη θα του δοθούν και πάλι ύψος και δύναμη και ένδυμα δόξας και τιμής. Ο Ιώβ άκουσε τη δήλωση αυτή με χαρά και ευλάβεια. Όχι δε μόνο δεν υπερηφανεύτηκε, αλλά και ομολόγησε ότι θεωρεί τον εαυτό του γη και σποδό. Και από την ώρα εκείνη θεραπεύθηκε ο πολυπαθής από τη λέπρα και αποκαταστάθηκε εντελώς η υγεία του. Η είδηση έφερε και πάλι προς τον Ιώβ όλους τους συγγενείς και τους γνωρίμους του.

Οι ισχυροί φίλοι του, οι οποίοι μάλλον τον πίκραναν αποδίδοντας στις αμαρτίες του την αιτία των πληγών του, κατ' επιταγή προσήλθαν ομολογώντας το σφάλμα τους και ζητώντας την προσευχή του για να λυθεί η αμαρτία τους. Ευλόγησε δε ο Κύριος το μέλλον του Ιώβ περισσότερο από το παρελθόν. Απόκτησε δεκατέσσερις χιλιάδες πρόβατα, έξι χιλιάδες καμήλες, δυο χιλιάδες βόδια, θηλυκές όνους χίλιες. Του γεννήθηκαν δε και επτά πάλι γιοι και τρεις θυγατέρες και θεοσεβέστατα τώρα ήταν όλα τα παιδιά του, ώστε να μην βρίσκονται άλλα όμοιά τους. Εκατό σαράντα χρόνια έζησε ο Ιώβ μετά την πληγή του. Πέθανε δε σε ηλικία διακοσίων σαράντα οχτώ ετών και είδε τους γιους του και τους γιους των γιων του

τετάρτης γενεάς. Έχει δε γραφεί ότι θα αναστήσει πάλι αυτόν ο Κύριος μαζί με όλους εκείνους τους οποίους θα αναστήσει κατά τη μέλλουσα ζωή.

Τα βάσανα, οι πειρασμοί είναι μετά την πτώση των πρωτοπλάστων στον Παράδεισο κοινή κληρονομιά όλων των ανθρώπων από τον Αδάμ, επομένως και δική μας. Και ο σήμερα εορταζόμενος δίκαιος και πολύαθλος Ιώβ αποτελεί κλασικό παράδειγμα πάσχοντος, αλλά και λαμπρό υπόδειγμα σωστής και επωφελούς άρσεως του ακουσίου σταυρού των βασάνων της καθημερινής ζωής. Τη σημαντική λεπτομέρεια, το μυστικό της επιτυχίας στις περιπτώσεις αυτές, που ούτως ή άλλως θα σηκώσουμε τον σταυρό μας, το υποδεικνύει ο δίκαιος Ιώβ και μας το τονίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και αυτό είναι η ευχαριστία κατά την άρση του σταυρού.

Λέγει λοιπόν ο Χρυσόστομος Άγιος: «Είναι μερικοί που εάν σκοντάψουν σε κάτι ή κάποιος τους κοροϊδέψει ή πέσουν σε κάποια αρρώστια, αμέσως βλασφημούν. Και τον μεν πόνο υφίστανται του νοσήματος, του δε κέρδους αποστερούνται». Τι κάνεις, άνθρωπε, τον Ευεργέτη και Σωτήρα και Προστάτη και Κηδεμόνα βλασφημώντας; Ή δεν αισθάνεσαι κατά κρημνού φερόμενος και σε βάραθρο εσχάτης απωλείας βάζοντας τον εαυτό σου; Μήπως εάν βλασφημήσεις κάνεις ελαφρότερο το πάθος; Το επιτείνεις και μεγαλώνεις την οδύνη. Γι' αυτό ο διάβολος σου φέρει μύρια δεινά για να σε ρίξει σε εκείνο το βάραθρο. Και αν μεν σε δει να βλασφημείς, εύκολα μεγαλώνει το βάσανο για να αγανακτήσεις πάλι.

Εάν δε σε δει να υποφέρεις με γενναιότητα και όσο το πάθος επιτείνεται τόσο περισσότερο ευχαριστείς τον Θεό, φεύγει γρήγορα καθώς μάταια παραμένει. Και όπως ο σκύλος που είναι κοντά σε ένα τραπέζι, αν δει τον άνθρωπο που τρώγει συνεχώς να του ρίχνει από αυτά που βρίσκονται εκεί στο τραπέζι, μένει συνεχώς, εάν δε μια και δεύτερη φορά φύγει χωρίς να πάρει τίποτε, φεύγει του λοιπού καθώς μάταια παραμένει, έτσι και ο διάβολος. Εάν μεν του ρίξεις σαν σε σκύλο βλάσφημο λόγο, αφού τον δεχθεί, πάλι θα επιτεθεί. Εάν δε υπομείνεις ευχαριστώντας, του στέρησες εκείνο που περίμενε να πάρει και τον έδιωξες. Αλλά δεν μπορείς να σιωπήσεις καθώς κεντάς από τον πόνο.

Δεν σε εμποδίζω από το να λες, αλλά να λέγεις, αντί της βλασφημίας, την ευχαριστία και τον καλό λόγο. Δόξασε τον Δεσπότη, φώναξε ευχόμενος και δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι, με την ευχαριστία, καθώς φεύγει ο διάβολος και έρχεται η βοήθεια του Θεού, το πάθος σου γίνεται ελαφρότερο. Εάν όμως βλασφημήσεις, και τη συμμαχία του Θεού αποκρούεις και την επίθεση του διαβόλου την κάνεις σφοδρότερη. Εάν δε ευχαριστήσεις, και τις επιβουλές του πονηρού δαίμονος απέκρουσες και προσέλκυσες προς τον εαυτό σου τη θεραπεία του κηδεμόνος Θεού.

Αγγλική μετάφρασηEN · 22 παράγραφοι

Pain, anguish beyond words, a furious assault by the evil one, no understanding or support, and even bitter words from those closest to him: these are part of Job’s story. So are the seeming abandonment by God, the deep questions about his suffering that went unanswered, and, at last, God’s own resolution of his terrible ordeal. The book that bears his name begins, “There was a man in the land of Uz.” Job, who endured so many trials, came from that land near Damascus. He lived after Abraham and before Moses, and was descended from the sons of Esau.

Esau was Isaac’s firstborn son. Job was fifth in descent from Abraham. His father was named Zare, and his mother Bosora. The prophet Ezekiel names Job alongside Noah and Daniel as one of the great men of the Old Testament. James, the brother of the Lord, holds him up as an example of patient endurance amid tribulations and of the reward God gives. Jewish tradition speaks of him with reverence and admiration, as does later Church writing. The book of Job tells us much about him. Unlike his contemporaries, he worshiped the one true God, not idols. He lived according to God’s will. He was sincere, blameless, righteous, and God-fearing.

He kept away from every evil thing. His hospitable home was always open to strangers. With loving concern for the needy, the suffering, and those treated unjustly, he gave them his protection and support. He was eyes to the blind, a support to the poor, a defender of the wronged, and a protector of orphans and widows. He stood up for justice and treated his servants and slaves fairly and generously. Pure in his conduct, he had made a covenant with his eyes never to look at a young woman with lust.

Job showed respect to others and was respected by all, young and old. Young people withdrew shyly when he passed. The elderly rose to their feet, and prominent men fell silent, putting a finger to their lips so that others would be silent too. Those who heard him praised his wisdom, and they rejoiced when he spoke to them personally. God, in keeping with His promises, blessed him abundantly. He gave Job seven sons and three daughters, and blessed his household with great possessions. Across his broad plains grazed seven thousand sheep, three thousand camels, a thousand oxen, and five hundred donkeys. He had many servants as well and was the greatest of all the people of the East. Yet all this wealth

never led Job to forget God, even for a moment. His reverence and devotion were such that he often offered sacrifices on behalf of his children, to make atonement for any sins they might have committed. He revered God deeply. But many would say, “Of course he did. Who else has been given such abundance?” Job wronged no one, but those who look for faults everywhere would say, “What reason did he have to wrong anyone?” He gave alms, but they would ask, “Who would not do good with so much wealth?” And as for patient endurance and steadfastness, such great virtues in a world of trials and tribulations, could the poor, the sick, and the deprived

really take Job as their example, when he had always lived in wealth and honor? This, above all, is why God permitted Satan to destroy Job’s material prosperity and earthly happiness. Then one disaster followed another. On that very day, while his sons and daughters were enjoying a feast, their wealthy father received one dreadful report after another. The Sabeans, a raiding people, suddenly attacked. They stole the oxen that were plowing and the donkeys grazing nearby, and killed every servant there except one, who came to bring Job the terrible news. Lightning also burned up his sheep and more of his servants.

Raiders seized his camels and killed the servants who guarded them. Then, on top of everything else, a violent wind came across the desert and brought down the house where his sons and daughters were feasting. All of them were buried beneath the ruins. When Job heard of these disasters, one after another, he showed the full depth of his grief. He tore his clothes, shaved his head, fell to the ground, worshiped the Lord, and said, “Naked I came from my mother’s womb, and naked I shall leave this world for the grave. The Lord gave His gifts, and the Lord has taken them away. It has happened as the Lord saw fit.”

“Blessed be the name of the Lord forever and ever.” So Job came through that dreadful trial victorious. Even afterward, he shone more brightly than anyone: innocent, sincere, blameless, and God-fearing. But his bitter suffering was not yet over. God permitted another blow to fall upon this great sufferer. Job was struck by a severe disease of the skin and had to be taken outside the city. There he spent his time praying and scraping his body with a potsherd, seeking a little relief. A long time passed, and Job had still not lost hope of better days. But while his own patient endurance seemed inexhaustible,

his wife, whose strength had given way, rose up in anger against God, from whom she no longer expected anything. She also turned against her husband, finding his hope and patient endurance unbearably foolish.

One day, full of bitterness and anger, she came to the place outside the city where he was staying. Instead of greeting or comforting him, she sharply rebuked him for continuing to endure and hope: “How long will you hold on, saying, ‘I will wait a little longer, hoping for my deliverance’? Look now:

our sons and daughters, the children I bore and labored to raise, have vanished from the earth. You sit there rotting with worms, spending your nights in the open. And I wander from place to place, working as a servant, going from house to house, waiting for the sun to set so that I may rest from the labor and pain that overwhelm me. Say a word against the Lord and die.” Job listened to this furious outburst from his wife with his usual gentleness. He felt only sorrow for her and answered simply, “You have spoken like one of the foolish women. If we have received good things from the hand of the Lord, shall we not also bear the bad?” And so he remained God-fearing and blameless. Through all that had happened to him,

Job did not sin against God with his lips. His pain grew deeper still, becoming anguish of soul, when three friends came to visit him: Eliphaz the Temanite, Bildad the Shuhite, and Zophar the Naamathite, rulers from different regions. Instead of comforting him, they added to his pain. They accused him of sin before God and said that he was suffering because of his sins. A grave debate began between Job and his three friends. A fourth man, the young but wise Elihu, joined them. The others accused Job in increasingly harsh words, calling him guilty before God. But Job,

trusting the clear witness of his conscience, strongly protested their accusation. In an outburst of pain, he even cursed the day of his birth, but he did not speak against God. That terrible despair soon passed. Steadfastness and hope returned to this much-suffering man, and there began a profound discussion of the calamities of this world and what causes them. Job’s friends tried to persuade him that every calamity comes only from sin. They said his terrible suffering must be the result of grave guilt, weighing upon him despite his apparent righteousness

and all his generous care for others. Eliphaz told him, “If even one thing you have said were true, none of these disasters would have struck you.” Bildad spoke in the same spirit. He told Job that, if he were righteous, the Lord would not treat him unjustly; God always fills the mouths of truthful people with laughter but destroys the hope of the ungodly. Zophar repeated the same charge: God knows the deeds of the wicked, sees what is wrong, and does not overlook it but punishes it. He urged Job to repent so that his face would shine like clear water. Job answered that, of course, no one is free from stain,

even if he lives on earth for only a single day. Yet he held that calamities are not always the result of sins. He had always tried to keep God’s law, and whenever he had sinned unintentionally, he had tried to make amends. Then Job’s relative Elihu, the son of Barachel, entered the debate. He rejected Job’s belief that he was righteous. He declared that God’s punishment comes upon the ungodly and that no act of the Almighty can be condemned as unjust. At last, God Himself settled this long dispute by speaking to the question at its heart. First, He declared that human beings cannot know God’s purposes with certainty

or pass judgment on His actions. They must trust that whatever happens can be turned to their benefit. Then He told Job that his time of testing was over. His sufferings had served to make his virtue shine more brightly, and now he would again be clothed with strength, glory, and honor. Job heard this with joy and reverence. Far from becoming proud, he confessed that he regarded himself as dust and ashes. From that moment, the much-suffering Job was healed of his disease, and his health was fully restored. When the news spread, all his relatives and acquaintances came back to him.

His influential friends, who had added to his pain by blaming his afflictions on his sins, came at God’s command. They admitted their error and asked Job to pray that their sin might be forgiven. The Lord blessed Job’s later years even more than his earlier ones. He came to have fourteen thousand sheep, six thousand camels, two thousand oxen, and a thousand female donkeys. Seven more sons and three daughters were born to him. All his children were deeply devoted to God, with none to equal them. Job lived another hundred and forty years after his affliction. He died at the age of two hundred and forty-eight, having seen his sons and their descendants

to the fourth generation. It is also written that the Lord will raise him again, together with all those whom He will raise in the life to come.

Since the Fall of our first parents in Paradise, suffering and temptations have been the common inheritance of all Adam’s descendants, including us. Righteous Job, who endured so many trials and whom we commemorate today, is a clear example of a suffering person. He also shows us how to carry the involuntary cross of daily troubles in a way that benefits the soul. Job shows us the key to bearing that cross, which we will have to carry one way or another, and Saint John Chrysostom emphasizes it: give thanks as you carry it.

John Chrysostom says, “Some people blaspheme as soon as they stumble over something, or someone mocks them, or they fall ill. They suffer the pain of the illness, but lose the spiritual benefit it could bring.” What are you doing, O man, when you blaspheme your Benefactor, Savior, Protector, and Guardian? Do you not realize that you are driving yourself toward a cliff and plunging into an abyss of utter ruin? Does blasphemy make your suffering lighter? It makes it worse and deepens your pain. That is why the devil brings countless troubles upon you: he wants to cast you into that abyss. And if he sees you blaspheming, he readily increases your suffering so that you will grow angry again.

But if the devil sees you bearing your suffering bravely and thanking God all the more as the pain grows worse, he quickly leaves, for he sees that staying is useless. Think of a dog beside a table. If the person eating keeps tossing it food, the dog stays. But if it goes away empty-handed once or twice, it leaves, for there is no point in staying. So it is with the devil. If you toss him a blasphemous word, as you would toss food to a dog, he takes it and attacks again. But if you endure and give thanks, you deny him what he hoped to get and drive him away. You may say, though, that the pain is so sharp you cannot keep silent.

I am not telling you to keep silent. I am telling you to give thanks and speak a good word instead of blaspheming. Glorify the Master. Cry out to God in prayer and praise. Then, as the devil flees and God's help comes, your suffering grows lighter. But if you blaspheme, you turn away God's help and make the devil's attack fiercer. If you give thanks, you repel the schemes of the evil demon and draw to yourself the healing of God, who cares for you.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

05 ΜΑΪΟΥ\06 05 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα