Μάρτυρες της 12ης Ιανουαρίου και ο φόβος που γεννιέται από την αγάπη
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Τατιανής, του Αγίου Πέτρου του Αβεσαλαμίτη, του Αγίου Μερτίου, των Οκτώ Μαρτύρων της Νίκαιας, της Αγίας Ευφρασίας και του Οσίου Ηλία του Θαυματουργού, στις 12 Ιανουαρίου. Η Τατιανή υπηρέτησε τις γυναίκες της Ρώμης ως διακόνισσα, μέσα από τη φιλανθρωπία, την κατήχηση και την επίβλεψη της τάξης στις εκκλησιαστικές συνάξεις.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Τατιανής, του Αγίου Πέτρου του Αβεσαλαμίτη, του Αγίου Μερτίου, των Οκτώ Μαρτύρων της Νίκαιας, της Αγίας Ευφρασίας και του Οσίου Ηλία του Θαυματουργού, στις 12 Ιανουαρίου.
- Η Τατιανή υπηρέτησε τις γυναίκες της Ρώμης ως διακόνισσα, μέσα από τη φιλανθρωπία, την κατήχηση και την επίβλεψη της τάξης στις εκκλησιαστικές συνάξεις.
- Κατά τη δίωξη επί Σεπτιμίου Σεβήρου, η Τατιανή υπέμεινε εξευτελισμό και βασανιστήρια, παρέμεινε σταθερή στον Χριστό και αποκεφαλίστηκε.
- Ο Πέτρος ομολόγησε τον Χριστό παρά τις απειλές του άρχοντα της Ελευθερούπολης και πέθανε στη φωτιά.
- Ο Μερτίος, στρατιώτης επί Διοκλητιανού, αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα και πέθανε στη φυλακή μετά από σκληρή μαστίγωση.
- Ο Ηλίας αντιμετώπισε δυσκολίες και δίωξη, αλλά φοβόταν την ώρα του θανάτου, την παρουσία του ενώπιον του Θεού και τη θεία κρίση· η Εκκλησία τιμά τις αρετές και τα θαύματά του.
- Με βάση τον Άγιο Ιωάννη και τον Αββά Δωρόθεο, η ομιλία εξηγεί πώς ο φόβος της τιμωρίας μπορεί να ωριμάσει σε αγάπη που φοβάται να λυπήσει τον Θεό ή να χάσει την κοινωνία μαζί Του.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι
Σήμερα, 12 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη της Αγίας Μάρτυρος Τατιανής, του Αγίου Μάρτυρος Πέτρου του Αβεσαλαμίτου, του Αγίου Μάρτυρος Μερτίου, των Αγίων Οκτώ από τη Νίκαια Μαρτύρων, της Αγίας Μάρτυρος Εφρασίας και του Οσίου και Θαυματουργού Ηλία.
Η Μάρτυς Τατιανή ήταν από γένος επίσημο και είχε καταταχθεί στις διακόνισσες της Ρώμης Εκκλησίας, διότι, ως γνωστόν, η αρχαία Εκκλησία είχε και γυναίκες διακόνους. Αυτές όμως δεν μετείχαν σε κανένα βαθμό της ιεροσύνης ούτε είχαν καμιά υπηρεσία κατά τη Θεία Μυσταγωγία. Η αποστολή τους ήταν φιλανθρωπική και κατηχητική κοντά στις γυναίκες, οι οποίες είχαν ανάγκη ελέους και διδασκαλίας. Επιτηρούσαν δε και την εκκλησιαστική τάξη, κατά τις ιερές συνάξεις, προς το μέρος των γυναικών. Η επισημότητα της καταγωγής της και ο έκτακτος ζήλος με τον οποίο εκτελούσε τα διακονικά καθήκοντά της έδωσαν στην Τατιανή περίφανη θέση μεταξύ των χριστιανικών κύκλων.
Οι εθνικοί ειδωλολάτρες είχαν ακούσει γι' αυτήν και έφεραν βαρέως ότι τέτοια κόρη καταφρονούσε τα κοσμικά για να υπηρετεί με τόση αυταπάρνηση τους χριστιανούς. Όταν το 202, επί Σεπτιμίου Σεβήρου, διατάχθηκε διωγμός κατά των Χριστιανών, η Τατιανή ομολόγησε την πίστη της και παρέμεινε σταθερή στην ομολογία της, παρά τις προς αυτήν υποσχέσεις στην αρχή και παρά τις φοβερές απειλές κατόπιν. Την καταδίκασαν. Της είπαν λοιπόν ότι θα της ξύριζαν τη θαυμάσια της κόμη και έλπιζαν ότι η γυναικεία φιλαρέσκεια και στοργή προς το κόσμημα εκείνο της κεφαλής μιας κόρης θα την έκαμνε να υποχωρήσει. Αλλά εκείνη ανατρίχιασε μεν στο άκουσμα, ούτε στιγμή όμως δεν μπήκε στον πειρασμό.
Απεναντίας, μετά την πρώτη εντύπωση της θλίψεως, το βλέμμα της άστραψε από χαρά. Το να εκπομπευτεί για τον Χριστό, το να χάσει για χάρη της αγάπης Του και της πίστεως κάθε εξωτερικό στολισμό, της φάνηκε μια από τις μεγαλύτερες ευτυχίες μιας χριστιανής. Υποβλήθηκε λοιπόν στην ποινή του ξυρίσματος της κόμης της, και όταν μετά από λίγο η κεφαλή της απέμεινε γυμνή, η όψη της υπό την πλημμύρα της εσωτερικής ηθικής ευχαριστήσεως φάνηκε περισσότερο εξωραϊσμένη, εκπέμποντας ανέκφραστο κάλλος και ακτινοβολία. Την βασάνισαν κατόπιν ποικιλοτρόπως, την κτύπησαν στο πρόσωπο με σιδερένιες αγκίδες, έσχισαν τα βλέφαρά της, μετά την κρέμασαν και καταξέσχισαν το σώμα της,
έριξαν στην πυρά και την έδωσαν στα θηρία. Επειδή διαφυλάχτηκε από αυτά αβλαβής με τη χάρη του Θεού και δεν λύγισε το παραμικρό η απόφασή της, αποκεφαλίστηκε και έτσι έλαβε τον αμαράντινο και αθάνατο στέφανο του μαρτυρίου.
Ευχαριστώ.
Ο Μάρτυς Πέτρος, ανδρείος και δυνατός τόσο κατά το σώμα όσο και κατά την ψυχή και την πίστη, ομολόγησε με παρρησία το Χριστό κατά τη νεανική του ηλικία. Ο δε άρχοντας της Ελευθερουπόλεως, επειδή δεν μπόρεσε, ούτε με κολακείες ούτε με απειλές, να τον φοβήσει και να τον κάνει να αλλάξει τη γνώμη του, τον έριξε στην πυρά και εκεί ο γενναίος της ευσεβίας αγωνιστής έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου.
Ο Μάρτυς Μέρτιος άκμασε επί του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Μάταια επί τρεις αιώνες είχε επιδιωχθεί η εξόντωση των χριστιανών και ο αφανισμός των εκκλησιών τους. Διωγμοί και φυλακίσεις, βασανισμοί και δημεύσεις και εξορίες και θάνατοι έτρεφαν και πολλαπλασίαζαν τους μαθητές του Κυρίου. Πέντε φονεύονταν, πενήντα προσέρχονταν. Το δε χριστιανικό ρεύμα είχε εισέλθει και σε αυτά τα παλάτια και σε αυτόν το στρατό. Και ο Μέρτιος, γνήσιος χριστιανός, ήταν στη στρατιωτική υπηρεσία του Αυτοκράτορα, διακρινόμενος για την ανδρεία και τον ακηλίδωτο χαρακτήρα του. Καταγγέλθηκε ότι και αυτός λάτρευε τον Κύριο και διατάχθηκε να προσέλθει ενώπιον του άρχοντος.
Ο Μέρτιος κατάλαβε, αλλά δεν δείλιασε. Παρουσιάστηκε και στάθηκε με όλη την ευλάβεια, αλλά και τη σεμνή και άφοβη γενναιότητα. Ο Αυτοκράτορας θαύμασε το παράστημα του στρατιώτη του και σκυθρωπός και βαρύς διέταξε τον Μέρτιο να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος υποκλίθηκε πρώτα για να δείξει ότι τιμά τον βασιλέα, αλλά αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς τη διαταγή. Και δείχνοντας τις πληγές που είχε λάβει, προκινδυνεύοντας υπό τις αυτοκρατορικές σημαίες, δήλωσε στον Αυτοκράτορα ότι τον σέβεται και τον ευλαβείται, ότι είναι έτοιμος να δώσει υπέρ του στρατιωτικού καθήκοντος το αίμα του, αλλά ότι η ψυχή του και η συνείδησή του ανήκουν στη λατρεία του Χριστού και ποτέ δεν θα κλίνει ενώπιον των ειδώλων.
Ο Διοκλητιανός διέταξε να του αφαιρέσουν τη στρατιωτική ζώνη. Θέλησε να τον στιγματίσει με αυτό και να δείξει ότι τον θεωρούσε ανάξιο να ανήκει στον στρατό του. Η προσβολή ήταν μεγάλη, αλλά ο Μέρτιος την υπέμεινε με καρτερία. Ατιμία του θα ήταν αν καταπατούσε τα στρατιωτικά του χρέη. Όπως όμως του αφαιρούνταν η ζώνη, την οποίαν τόσο είχε τιμήσει, γιατί να θλιβεί; Η λύπη του ήταν για τον Αυτοκράτορα που τον αδικούσε, όχι για τον εαυτό του ο οποίος αδικούνταν. Τον μαστίγωσαν έπειτα, αλύπητα και σκληρά, αλλά ενώ το σώμα του κατατραυματιζόταν και αφανιζόταν η σάρκα του, η ψυχή του έμενε καρτερική και νικήτρια. Όταν οι μαστιγώσεις τελείωσαν,
ο Μάρτυς δεν μπορούσε πλέον να βαδίσει και τον έριξαν στη φυλακή. Εκεί απέμεινε μερικές μέρες χωρίς καμιά περιποίηση και νοσηλεία, εγκαταλελειμμένος ολότελα, κειτόταν κατά γης σε μέρος σκοτεινό και υγρό, βασανιζόταν από τις πληγές και αισθανόταν τρομερούς πόνους. Αλλά η Χάρη του Θεού του έδινε υπομονή και σταθερότητα. Μετά οκτώ μέρες, αισθάνθηκε ότι η ώρα είχε πλησιάσει, και τότε άπειρη υπήρξε η αγαλλίασή του. Η ψυχή του σκιρτούσε, έχοντας υπόψη της ότι έμελλε να υπάγει ο ευσεβής προς τον Ουράνιο Πατέρα, ως στρατιώτης ο πιστός προς τον βραβευτή και μισθαποδότη Κύριο. Έτσι ο Αθλητής του Χριστού
παρέδωσε την τίμια του ψυχή στα χέρια του Θεού και έτσι έλαβε τον του μαρτυρίου αμαράντινο στέφανο.
Ο Όσιος και Θαυματουργός Ηλίας, που είδε την πείνα και δεν τη λογάριασε, τα ψύχη και τα αψήφησε, την αγρυπνία και την καταφρόνηση, τις στερήσεις και τις καταπάτησε, τους τυράννους και τους αντέβλεψε, μύριους κατατρεγμούς και τους κατήσχυνε, τι δαίμονα φοβόταν; Φοβόταν τρία πράγματα, καθώς έλεγε, την ώρα κατά την οποία έμελλε η ψυχή να εξέλθει από το σώμα του, την ώρα κατά την οποία έμελλε να παρουσιαστεί ενώπιον του Θεού και τη στιγμή κατά την οποία θα έβγαινε υπέρ αυτού απόφαση του υπερτάτου κριτού. Αλλά επειδή φοβόταν, έζησε έτσι ώστε να μην φοβηθεί. Η πίστη του και η χάρη του Θεού του έδωσαν θάνατο ήσυχο. Και η Εκκλησία, λόγω των μεγάλων του αρετών και των θαυμάτων του,
κατέταξε μεταξύ των Αγίων της.
Ο Ιωάννης ο Θεολόγος μας λέγει: «Η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβο». Η τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο. Κατά τον Αββά Δωρόθεο υπάρχουν δύο ειδών φόβοι. Είναι ο αρχικός φόβος και ο φόβος των τελείων. Ο αρχικός είναι εκείνος των αρχαρίων στην πνευματική ζωή, οι οποίοι κάνουν το θέλημα του Θεού, το καλό, για να μην τιμωρηθούν, διότι φοβούνται την κόλαση. Ο τέλειος κάνει το θέλημα του Θεού επειδή αγαπά το Θεό, επειδή χαίρεται ιδιαίτερα με το να είναι η ζωή του ευάρεστη στο Θεό. Αυτός γνωρίζει την ουσία του καλού. Αυτός γεύτηκε τι σημαίνει να είναι κανείς ενωμένος με το Θεό. Αυτός έχει αληθινή αγάπη.
Αυτή η αγάπη τον οδηγεί στον φόβο των Αγίων, στον τέλειο φόβο. Αυτός φοβάται και κάνει το θέλημα του Θεού όχι από το φόβο της τιμωρίας, όχι για το φόβο μήπως κολαστεί, αλλά καθώς γεύτηκε τη γλυκύτητα που δοκιμάζει όποιος είναι ενωμένος με το Θεό, φοβάται μήπως χάσει τη γλυκύτητα αυτή και φοβάται μήπως λυπήσει τον αγαθό και ευεργέτη του Θεό. Αυτός λοιπόν ο τέλειος φόβος που προέρχεται από την αγάπη απομακρύνει τον αρχικό φόβο και γι' αυτό λέγει: «Η τέλεια αγάπη έξω βάλλει τον φόβο». Είναι όμως αδύνατο να φτάσει κανείς διαφορετικά στον τέλειο φόβο παρά μόνο με τον αρχικό, διότι λέγει: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου».
Ο αρχικός λοιπόν φόβος ταιριάζει στο δικό μας πνευματικό επίπεδο. Αυτός προφυλάσσει την ψυχή από κάθε κακία, διότι λέγει: «Με το φόβο του Κυρίου ξεφεύγει καθένας από κάθε κακό». Εάν λοιπόν απομακρυνθεί από το κακό με το φόβο της τιμωρίας, φτάνει να κάνει σιγά σιγά το καλό και κάνοντας το καλό αρχίζει λίγο λίγο να ελπίζει και σε κάποια αμοιβή της εργασίας, όπως ακριβώς και ο μισθωτός.
Και πάλι επιμένει για αρκετό χρονικό διάστημα, με τη χάρη του Θεού, στην αποφυγή του κακού και τη διάπραξη του καλού, προσεγγίζοντας το Θεό, ανάλογα με την πρόοδό του, γεύεται τελικά τη θεϊκή παρουσία και δεν θέλει πλέον να απομακρυνθεί από το Θεό. Διότι μπορεί να τον χωρίσει, όπως είπε ο Απόστολος, από την αγάπη του Χριστού; Τότε φτάνει στην κατάσταση του Υιού και αγαπάει το καλό για το ίδιο το καλό και φοβάται επειδή αγαπάει». Μακάρι και εμείς να φτάσουμε σε αυτή την κατάσταση, να φοβόμαστε μόνο να μη λυπήσουμε Αυτόν που μας αγάπησε μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού.
Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι
Today, January 12, our Church commemorates the Holy Martyr Tatiana, the Holy Martyr Peter of Absalom, the Holy Martyr Mertius, the Eight Holy Martyrs of Nicaea, the Holy Martyr Euphrasia, and Saint Elias the Wonderworker.
The Martyr Tatiana came from a distinguished family and was appointed among the deaconesses of the Church in Rome. As we know, the early Church also had women deacons. They did not, however, share in any rank of the priesthood or serve in the Divine Liturgy. Their work was to offer charity and instruction to women who needed help and teaching. They also helped maintain order among the women at Church gatherings. Tatiana’s distinguished background and the extraordinary zeal with which she carried out these duties gave her a prominent place among Christians.
The pagan idolaters had heard of her and resented the fact that a young woman like her would turn away from worldly things to serve Christians with such selflessness. When persecution of Christians was ordered in 202, under Septimius Severus, Tatiana confessed her faith and remained steadfast, despite promises at first and then terrible threats. She was condemned. They told her they would shave off her beautiful hair, hoping that her attachment to this adornment would make her give in. She shuddered when she heard it, but she was not tempted for a moment.
On the contrary, after her first moment of sorrow, her eyes shone with joy. To be publicly humiliated for Christ, and to lose every outward adornment for love of Him and for the faith, seemed to her one of the greatest blessings a Christian woman could know. So they shaved her head. When her hair was gone, the joy within her made her face seem lovelier still, radiant with a beauty beyond words. Then they tortured her in many ways. They struck her face with iron spikes, tore her eyelids, hung her up, and lacerated her body.
They cast her into the fire and gave her to the beasts. By the grace of God, she emerged unharmed, and her resolve did not weaken in the least. She was beheaded and thus received the unfading, immortal crown of martyrdom.
Thank you.
The Martyr Peter was courageous and strong in body, soul, and faith. While still a young man, he boldly confessed Christ. The ruler of Eleutheropolis could neither flatter nor threaten him into fear or make him change his mind. So he cast Peter into the fire, where this brave champion of the faith received the crown of martyrdom.
The Martyr Mertius lived during the reign of the emperor Diocletian. For three centuries, efforts to destroy Christians and wipe out their churches had been in vain. Persecution and imprisonment, torture, confiscation, exile, and death only strengthened and multiplied the disciples of the Lord. Five were killed, and fifty came forward. Christianity had reached even the palaces and the army. Mertius, a faithful Christian, served in the emperor’s army and was known for his courage and spotless character. He was accused of worshipping the Lord and ordered to appear before the ruler.
Mertius understood what awaited him, but he did not lose heart. He came forward with all due respect, standing with quiet, fearless courage. The emperor admired his soldier’s bearing, then sternly ordered him to sacrifice to the idols. Mertius bowed first, to show respect for the emperor, but refused to obey. Pointing to the wounds he had received while risking his life beneath the imperial banners, he told the emperor that he respected and honored him and was ready to shed his blood in the line of duty. But his soul and conscience belonged to the worship of Christ, and he would never bow before idols.
Diocletian ordered Mertius’s military belt taken from him. He meant this as a mark of disgrace, a sign that he considered Mertius unworthy to serve in his army. It was a grave insult, but Mertius endured it steadfastly. It would have been dishonorable to neglect his duties as a soldier. But why should he grieve when they took away the belt he had honored so well? He grieved for the emperor who wronged him, not for himself, who suffered the wrong. Then they flogged him mercilessly. His body was torn and his flesh wasted away, but his soul remained steadfast and unconquered. When the flogging ended,
the Martyr could no longer walk, and they threw him into prison. He lay there for several days without care or treatment, utterly abandoned on the ground in a dark, damp place, tormented by his wounds and in terrible pain. But the grace of God gave him patient endurance and steadfastness. After eight days, he sensed that his hour was near, and his joy was boundless. His soul rejoiced at the thought that he, a faithful soldier, was about to go to the heavenly Father and to the Lord who rewards His servants. Thus this champion of Christ
entrusted his precious soul into the hands of God and received the unfading crown of martyrdom.
Saint Elias the Wonderworker faced hunger and paid it no heed. He endured cold, sleepless nights, contempt, and deprivation. He stood before tyrants without flinching and prevailed through countless persecutions. What demon could he have feared? Yet, as he said, he feared three things: the hour when his soul would leave his body, the hour when he would stand before God, and the moment when the supreme Judge would pronounce judgment on him. Because he had this fear, he lived in such a way that he need not be afraid. His faith and the grace of God gave him a peaceful death. And because of his great virtues and miracles, the Church
numbered him among her Saints.
Saint John the Theologian tells us, “Perfect love casts out fear.” Perfect love drives fear away. According to Abba Dorotheos, there are two kinds of fear: the fear of beginners and the fear of those who are perfected. Beginners in the spiritual life do God’s will and do good so that they will not be punished, because they fear Hell. Those who are perfected do God’s will because they love God and find particular joy in living in a way that pleases Him. They know what goodness truly is. They have tasted what it means to be united with God. They have true love.
This love leads them to the fear of the Saints, to perfect fear. They fear and do God’s will neither because they fear punishment nor because they fear Hell. Having tasted the sweetness of union with God, they fear losing that sweetness, and they fear grieving their good and generous God. This perfect fear, which springs from love, drives out the fear of beginners. That is why it says, “Perfect love casts out fear.” Yet no one can reach perfect fear except by beginning with that first fear, for it is written, “The fear of the Lord is the beginning of wisdom.”
So the fear of beginners suits our own stage of spiritual life. It guards the soul from every evil, for it is written, “By the fear of the Lord everyone turns away from evil.” If fear of punishment leads a person away from evil, that person gradually begins to do good. And in doing good, they slowly begin to hope for some reward for their work, much like a hired worker.
Then, through the grace of God, they continue for some time to avoid evil and do good. As they draw closer to God and grow in the spiritual life, they finally taste His divine presence and no longer want to leave Him. For what can separate them, as the Apostle said, from the love of Christ? Then they reach the state of a son: they love what is good for its own sake, and they fear because they love. May we, too, reach that state and fear only grieving the One who loved us unto death, even death on the Cross.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\12 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.