Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ιάκωβος ο Αδελφόθεος: Ζωή και μαρτύριο

Η Εκκλησία τιμά τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο στις 23 Οκτωβρίου ως απόστολο και πρώτο επίσκοπο Ιεροσολύμων. Γνωστός ως Ιάκωβος ο Δίκαιος, έζησε με αυστηρή εγκράτεια, προσευχή, νηστεία και έλεος.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων23 Οκτωβρίου12:55Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο στις 23 Οκτωβρίου ως απόστολο και πρώτο επίσκοπο Ιεροσολύμων.
  • Γνωστός ως Ιάκωβος ο Δίκαιος, έζησε με αυστηρή εγκράτεια, προσευχή, νηστεία και έλεος.
  • Η επιστολή του διδάσκει ταπεινοφροσύνη, υπομονή στις δοκιμασίες, φροντίδα για τους άλλους, πίστη που εκφράζεται με έργα και χαλιναγώγηση της γλώσσας.
  • Ο Πέτρος και ο Παύλος τίμησαν τον Ιάκωβο, και η κρίση του στη Σύνοδο των Ιεροσολύμων βοήθησε να γίνουν δεκτά στην Εκκλησία τα έθνη.
  • Όταν του ζητήθηκε να μιλήσει εναντίον του Ιησού, ο Ιάκωβος κήρυξε δημόσια την ουράνια εξουσία του Χριστού και την επικείμενη κρίση Του.
  • Ριγμένος από το Ναό και σκοτωμένος, προσευχήθηκε για τους επιτιθέμενους του, ακολουθώντας το παράδειγμα του Χριστού και του Στεφάνου.
  • Η ομιλία κλείνει προτρέποντας τους βαπτισμένους χριστιανούς να ζουν ως μέλη του Σώματος του Χριστού, μέσω της μετάνοιας και της καθημερινής πιστότητας.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι

Σήμερα, 23 του μηνός Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ιακώβου του Αδελφοθέου, του Αγίου Ιγνατίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, του Οσίου Νικηφόρου, του Οσίου Μακαρίου του Ρωμαίου, του Οσίου Πετρονίου και των Αγίων δύο παιδιών τα οποία τελείωσαν τη ζωή τους με το να αναγκαστούν να τρέξουν πάνω σε φωτιά.

Ο Αδελφόθεος Ιάκωβος, Απόστολος του Κυρίου και πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, ήταν από την Ιουδαία, γιος του Μνήστορος Ιωσήφ. Τον ονόμαζαν Δίκαιο, διότι από τη μικρή του ηλικία ζούσε ζωή ενάρετη με πολλή εγκράτεια σε όλες του τις αισθήσεις και όλα του τα μέλη. Μελετούσε τον νόμο του Θεού. Ήταν συμπαθής και ελεήμων, νήστευε δε από όλα τα περιττά και άχρηστα. Λέγεται ότι ποτέ δεν έφαγε έμψυχο πράγμα, δηλαδή κρέας, ψάρια ή κάτι άλλο που να είχε ζωή. Ούτε κρασί ήπιε ποτέ, αλλά μόνο με νερό έσβηνε τη δίψα του. Τις προσευχές και τις μετάνοιες που έκανε τις φανέρωναν τα γόνατά του, τα οποία σκλήρυναν και έγιναν σαν της καμήλας.

Από την πολλή εγκράτεια φαίνονταν μόνο το δέρμα και τα κόκαλα. Το ένδυμά του ήταν ράσο τρίχινο, λινό δε όταν έμπαινε στο ιερό. Δεν υπήρχε σ' αυτόν διαφορά νύκτας και μέρας, αλλά και τη νύκτα έκανε έργα φωτός και τη μέρα περνούσε με ησυχία και προσευχή, ατάραχος, αγαπητός σε συγγενείς και φίλους· ακόμη δε και ξένοι τον ευλαβούνταν για τη μεγάλη του αρετή. Οι αρετές του φαίνονται και στην καθολική επιστολή την οποία είχε γράψει στα Ιεροσόλυμα. Από την αρχή της επιστολής φαίνεται ότι ήταν μέτριος και ταπεινός, διότι υπογράφεται ως Ιάκωβος Θεού και Κυρίου Ιησού Χριστού Δούλος. Δεν αναφέρει κάποιο από τα μεγάλα αξιώματα που είχε, επίσκοπος,

Απόστολος ή Αδελφόθεος, αλλά γράφει το ταπεινότερο, ονομάζοντας τον εαυτό του Δούλο Θεού. Γνωρίζοντας ότι η θλίψη φέρει προς την αρετή τον άνθρωπο και η κακοπάθεια τον ανεβάζει στο Θεό, παρακινεί τους πιστούς λέγοντας: «Όταν περιπέσετε εις διαφόρους πειρασμούς, αδελφοί μου, χαίρετε», ότι μακάριος όποιος υπομένει πειρασμούς, διότι αυτός δόκιμος γενόμενος θέλει λάβει τον στέφανον της ζωής. Μετά νουθετεί να μη καυχηθεί κανείς όταν κατορθώσει το αγαθό, επειδή χωρίς τη χάρη του Θεού δεν μπορούμε να κάνουμε κανένα καλό έργο, διότι πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί, καταβαίνον από του Πατρός των φώτων.

Ο ίδιος μας παρακινεί σε συμπάθεια και ελεημοσύνη, λέγοντας ότι όσοι δεν κάνουν εδώ ελεημοσύνη θα βρουν τον κριτή ανελεήμονα κατά την ώρα της κρίσεως. Ακόμη τονίζει ότι όσοι δεν φυλάττουν τις εντολές του Κυρίου δεν ωφελούνται από μόνη την πίστη, διότι η πίστη χωρίς των έργων νεκρά εστί. Ο ίδιος μας δίδαξε να χαλιναγωγούμε τη γλώσσα, να μη λέμε ψέματα, να μη καταλαλούμε ή κατακρίνουμε και κατ' εξοχήν να αποφεύγουμε την επιορκία ως χειρότερη από τα άλλα αμαρτήματα, αλλά και τον όρκο. Η προς τον Ιάκωβο τιμή εκ μέρους και αυτών των Αποστόλων φαίνεται και από το ότι αυτόν ανέδειξαν πρώτον επίσκοπο της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.

Ο Πέτρος, θέλοντας να αναγγείλει πως ο Κύριος τον έβγαλε από τη φυλακή, φροντίζει να το μάθει προπαντός ο Ιάκωβος. Αλλά και ο Παύλος, όταν ήρθε για πρώτη φορά στα Ιεροσόλυμα, μετά την επιστροφή του, θεώρησε καθήκον του, μαζί με τον Πέτρο, να δει μόνον αυτόν. Ο λόγος του Αδελφοθέου αυτού φυλαγόταν από τους άλλους Αποστόλους ως νόμος. Είναι γνωστή η Αποστολική Σύνοδος των Ιεροσολύμων, η οποία ασχολήθηκε κυρίως με το πώς θα γίνονταν δεκτοί οι εθνικοί, δηλαδή οι ειδωλολάτρες, στην Εκκλησία.

Ο Ιάκωβος πήρε τελευταίος το λόγο και η γνώμη του ήταν σύμφωνη με τη γνώμη του Αποστόλου Πέτρου και του Αποστόλου Παύλου, δεχόμενος το να μην μπαίνουν εμπόδια σε αυτούς που θέλουν από τα έθνη να έλθουν στο Χριστό.

Πρότεινε να καθοριστεί γενικώς οι χριστιανοί να τηρούν, αντίθετα με τους ειδωλολάτρες, να απέχουν από τη βρώση των ειδωλοθύτων, του αίματος, των πνικτών και από κάθε ακολασία. Η διατύπωση αυτή του Ιακώβου έγινε ακριβώς δεκτή ως συνοδική απόφαση και κανένας άλλος δεν μίλησε μετά από αυτόν. Πράγμα που δείχνει πόσο μεγάλο ήταν το κύρος του Αδελφοθέου στην πρώτη Αποστολική Εκκλησία. Και ο μεν θείος Ιάκωβος έτσι θεάρεστα πολιτευόταν. Οι δε απειθείς Φαρισαίοι και Γραμματείς, καθώς έβλεπαν την αύξηση της Εκκλησίας, πήγαν και του είπαν: «Σε παρακαλούμε, Δίκαιε, δίδαξε το λαό, διότι πλανήθηκαν και πιστεύουν στον Ιησού», νομίζοντας ότι Αυτός είναι ο Χριστός.

Αυτό την ημέρα του Πάσχα, κατά την οποία θα συγκεντρωθούν, κατάπεισέ τους να μη πλανώνται. Σε παρακαλούμε, κάνε μας τη χάρη αυτή, διότι είσαι δίκαιος και δεν κρίνεις μεροληπτικά. Γι' αυτό σε παρακαλούμε να ανέβεις στο πτερύγιο του Ναού για να σε βλέπει όλος ο λαός και από εκεί να τους διδάξεις. Έτσι λοιπόν, όταν ήταν όλοι μαζεμένοι, ανέβασαν τον Δίκαιο στο υψηλότερο μέρος του Ιερού για να μιλήσει κατά τις υποδείξεις τους. Τον ρώτησαν λοιπόν: «Τι λέγεις, Δίκαιε, για τον Ιησού, τον οποίο σταύρωσε ο Πυλάτος, ο δε λαός πλανώμενος νομίζει ότι είναι ο Χριστός;» Τότε εκείνος, χωρίς να φοβηθεί τον πρόσκαιρο θάνατο, ώστε να προδώσει την αλήθεια, φώναξε και είπε: «Τι με ρωτάτε για τον Ιησού;

Αυτός κάθεται στον ουρανό, στα δεξιά της δυνάμεως του Πατρός, και μέλλει να έλθει επί των νεφελών του ουρανού καθεζόμενος να κρίνει με δικαιοσύνη όλη την οικουμένη». Η μαρτυρία αυτή του Ιακώβου έκανε τους Φαρισαίους και τους Γραμματείς να ορμήσουν κατ' επάνω του και να τον γκρεμίσουν από το ύψος που βρισκόταν. Επειδή όμως δεν πέθανε αμέσως, άρχισαν να τον λιθοβολούν. Εκείνος δε έλεγε: «Κύριε Θεέ Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Έτσι ο Αδελφόθεος Ιάκωβος, δείχνοντας τη γνήσια αδελφότητα προς τον Κύριο και τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, προσευχόταν για τους φονείς, οι οποίοι συνέχιζαν να τον λιθοβολούν. Τέλος κάποιος από εκείνους άρπαξε ένα μεγάλο ξύλο

και με αυτό κτύπησε δυνατά την κεφαλή του Δικαίου και τότε εξέπνευσε. Έτσι, με το μαρτύριο προστέθηκε ο Δίκαιος και στους μάρτυρες και μάλιστα υπήρξε ο πρώτος μάρτυς μεταξύ των επισκόπων και έτσι του πρέπουν όχι ένας αλλά πολλοί στέφανοι: του Μαθητού, του Αποστόλου, του Αρχιερέως, του Δικαίου, του Θεαδέλφου, του Μάρτυρος. Καθώς δε είχε την ψυχή του στολισμένη με κάθε αρετή θα λάβει και την αμοιβή πλούσια από το δίκαιο και φιλάνθρωπο Δεσπότη μας Χριστό. Μετά από οκτώ έτη ο Τίτος κυρίευσε τα Ιεροσόλυμα και η άλωσή τους υπήρξε μια από τις τρομερότερες πανωλεθρίες της ιστορίας. Τότε δε εκείνοι που φιλοσοφούν πάνω στα ιστορικά γεγονότα,

έλεγαν ότι για κανένα άλλο λόγο δεν συνέβη αυτό στους Ιουδαίους παρά για το ανοσιούργημα που έκαναν θανατώνοντας τον Ιάκωβο. Σε αυτόν τον Αδελφόθεο αποδίδεται και η πρώτη γραπτή θεία λειτουργία της Εκκλησίας.

Ο σήμερα εορταζόμενος Αδελφόθεος Ιάκωβος, ο μεγάλος αυτός Απόστολος και στύλος της πρώτης εκείνης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, ο οποίος ήταν νομιζόμενος κατά σάρκα αδελφός του Κυρίου, υπήρξε όμως πραγματικός και γνήσιος πνευματικός αδελφός του, του αληθινός συγγενής του, καθώς ο ίδιος είπε: «Όστις αν ποιήσει το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν». Την πνευματική και πραγματική αυτή συγγένεια, ο θείος αυτός Ιάκωβος την έδειχνε με τη χριστομίμητη ζωή του και την επισφράγισε με το χριστομίμητο μαρτυρικό του θάνατο. Και εμείς με το Άγιο Βάπτισμα γίναμε συγγενείς, αδελφοί του Κυρίου και κάτι παραπάνω:

μέλη του σώματός του. Γίναμε ένα με αυτόν. Μεγάλη η τιμή, άπειρη η ευεργεσία. Αλήθεια, πόσο ευγνώμονες θα πρέπει να είμαστε γι' αυτό, πόσο θα πρέπει να μας συγκινεί, πόσο να μας συνέχει και πόσο να καθορίζει και να κατευθύνει τη ζωή μας. Μπορώ, παραδείγματος χάριν, να αμαρτάνω με το σώμα μου όταν ξέρω ότι είναι σώμα Χριστού;

Με τις πρεσβείες του σήμερα εορταζομένου Ιακώβου του Αδελφοθέου και αγωνιζόμενοι να ενεργοποιούμε τη χάρη του Αγίου Βαπτίσματος στην καθημερινή μας ζωή, καθαρίζοντας τον εαυτό μας από την αρρώστια της αμαρτίας, να γίνουμε από δυνάμει, ενεργεία, πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού.

Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι

Today, October 23, our Church commemorates the Holy Apostle James, the Brother of the Lord; Saint Ignatius, Archbishop of Constantinople; Venerable Nikephoros; Venerable Macarius the Roman; Venerable Petronios; and two holy children who lost their lives when they were forced to run into a fire.

James, the Brother of the Lord, was an Apostle of the Lord and the first bishop of Jerusalem. He came from Judea and was the son of Joseph the Betrothed. He was called James the Just because, from childhood, he lived a virtuous life, exercising great self-restraint over all his senses and his whole body. He studied the law of God. He was compassionate and merciful, and he fasted from everything unnecessary. It is said that he never ate anything that had been alive—meat, fish, or any other living creature. He never drank wine either, but quenched his thirst with water alone. His knees bore witness to his prayers and prostrations: they had grown hard like a camel’s.

Because of his strict self-restraint, he was little more than skin and bones. He wore a rough hair cassock, but linen when he entered the sanctuary. For him there was no difference between night and day: at night he did works of light, and by day he lived in hesychia, inner stillness, and prayer. He was undisturbed and loved by his relatives and friends. Even strangers revered him for his great virtue. His virtues are also evident in the general epistle he wrote in Jerusalem. From its opening we can see his modesty and humility, for he identifies himself as ‘James, a servant of God and of the Lord Jesus Christ.’ He mentions none of the high offices he held—not bishop,

Apostle, or Brother of the Lord. Instead, he chooses the humblest title and calls himself a servant of God. Knowing that tribulation can lead a person toward virtue and suffering can draw him closer to God, he urges the faithful: ‘My brothers, count it all joy when you fall into various temptations.’ Blessed is the one who endures temptation, he says, for after being tested, that person will receive the crown of life. He then teaches us not to boast when we accomplish something good. Without God’s grace we can do no good work, for ‘every good gift and every perfect gift is from above, coming down from the Father of lights.’

He also urges us to be compassionate and merciful, saying that those who show no mercy here will face a judge who shows no mercy at the judgment. He stresses that faith alone does not benefit those who fail to keep the Lord’s commandments, for faith without works is dead. He taught us to bridle our tongues: not to lie, speak ill of others, or judge them. Above all, we must avoid false oaths, which he regarded as worse than other sins, and avoid swearing oaths altogether. The honor even the Apostles showed James is clear from their choice of him as the first bishop of the Church in Jerusalem.

When Peter wanted to announce that the Lord had brought him out of prison, he made sure James would hear the news. And when Paul first came to Jerusalem after his return, he considered it his duty to see James, as well as Peter. The other Apostles treated the word of this Brother of the Lord as authoritative. We know of the Apostolic Council of Jerusalem, which dealt chiefly with how Gentiles—that is, pagans—were to be received into the Church.

James spoke last. His judgment agreed with that of the Apostle Peter and the Apostle Paul: no obstacles should be placed before Gentiles who wished to come to Christ.

He proposed that Christians should be required to abstain from food offered to idols, from blood, from meat taken from strangled animals, and from sexual immorality. The council adopted James’s wording as its decision, and no one spoke after him. This shows how great his authority was in the early Apostolic Church. James continued to live in this way, pleasing to God. But the Pharisees and Scribes who refused to believe saw the Church growing. They went to him and said, ‘We beg you, Just One, teach the people. They have been led astray and believe in Jesus, thinking that he is Christ.’

‘On the day of Passover, when they gather, persuade them that they are mistaken. Please do us this favor, for you are just and judge without partiality. Go up to the pinnacle of the Temple, where all the people can see you, and teach them from there.’ So, when everyone had gathered, they led James the Just to the highest part of the Temple to speak as they had instructed him. They asked, ‘What do you say, Just One, about Jesus, whom Pilate crucified and whom the people mistakenly believe to be Christ?’ James did not let fear of a passing death make him betray the truth. He cried out, ‘Why do you ask me about Jesus?’

‘He sits in heaven at the right hand of the Father’s power, and he will come on the clouds of heaven to judge the whole world with justice.’ At James’s testimony, the Pharisees and Scribes rushed at him and threw him down from the height where he stood. When he did not die at once, they began to stone him. He said, ‘Lord God and Father, forgive them, for they do not know what they are doing.’ Thus James, the Brother of the Lord, showed his true kinship with the Lord and with Stephen the Protomartyr: he prayed for his killers even as they continued to stone him. At last, one of them seized a large piece of wood

and struck James the Just hard on the head. Then he died. Through his martyrdom, James joined the martyrs and became the first bishop to die as a martyr. So he deserves not one crown but many: as disciple, Apostle, high priest, righteous man, Brother of the Lord, and martyr. His soul was adorned with every virtue, and he will receive a rich reward from Christ, our just and loving Master. Eight years later, Titus captured Jerusalem, and its fall was one of the most terrible catastrophes in history. Those who reflected on these historical events

said that this had happened to the Jews for no other reason than the sacrilege of putting James to death. The first written Divine Liturgy of the Church is also attributed to this Brother of the Lord.

James, the Brother of the Lord, whom we celebrate today, was a great Apostle and a pillar of the early Church in Jerusalem. He was regarded as the Lord’s brother according to the flesh. Yet he was also truly the Lord’s spiritual brother, truly his kin, as the Lord himself said: ‘Whoever does the will of my Father in heaven is my brother and sister and mother.’ James showed this real spiritual kinship by living in the likeness of Christ, and he sealed it by dying a martyr’s death in the likeness of Christ. Through Holy Baptism, we too became the Lord’s kin, his brothers and sisters—and more than that:

members of his Body. We became one with him. What a great honor, what a boundless gift! How grateful we ought to be. How deeply this should move us, hold our attention, and shape and guide our lives. How, for example, can I sin with my body when I know that it belongs to the Body of Christ?

Through the prayers of James, the Brother of the Lord, whom we celebrate today, may we strive to bring the grace of Holy Baptism to life each day. Cleansing ourselves of the sickness of sin, may we become members of the Body of Christ in reality, as we are already called to be.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\23 10.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα