Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Αγία και Μεγάλη Πέμπτη: Η Ευχαριστία και η άξια μετάληψη

Η Αγία και Μεγάλη Πέμπτη μνημονεύει το νιπτήρα των μαθητών, τη θέσπιση της Ευχαριστίας, την προσευχή στη Γεθσημανή και την προδοσία. Ο Χριστός εκπληρώνει το νόημα του πασχαλινού αμνού με τη μέλλουσα θυσία του, ενώ το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών διδάσκει ταπεινοφροσύνη και αγάπη.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Εορτές και ΜνήμεςΤριώδιο18:42Εορτή ή μνήμη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Αγία και Μεγάλη Πέμπτη μνημονεύει το νιπτήρα των μαθητών, τη θέσπιση της Ευχαριστίας, την προσευχή στη Γεθσημανή και την προδοσία.
  • Ο Χριστός εκπληρώνει το νόημα του πασχαλινού αμνού με τη μέλλουσα θυσία του, ενώ το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών διδάσκει ταπεινοφροσύνη και αγάπη.
  • Στον Μυστικό Δείπνο, ο Ιησούς υποδεικνύει τον προδότη του και δίνει στους μαθητές άρτο και οίνο ως σώμα και αίμα του.
  • Ο Ιούδας οργανώνει την προδοσία, και ο Ιησούς προλέγει τις τρεις αρνήσεις του Πέτρου πριν προσευχηθεί τρεις φορές στη Γεθσημανή.
  • Αφού ο Ιούδας οδηγεί το σώμα που συλλαμβάνει τον Ιησού, ο Πέτρος τραυματίζει τον Μάλχο, τον οποίο ο Ιησούς θεραπεύει· στη συνέχεια ο Ιησούς οδηγείται στον Άννα, τον Καϊάφα και τον Πιλάτο.
  • Η άρνηση και η μετάνοια του Πέτρου αποκαλύπτουν την ανθρώπινη αδυναμία και τη δυνατότητα συγχώρεσης.
  • Η ομιλία περιγράφει τον λόγο του Θεού και τα μυστήρια της Εκκλησίας, ιδίως την Ευχαριστία, ως πνευματική τροφή.
  • Αντλώντας από τον Ιωάννη Χρυσόστομο, προτρέπει σε μετάνοια, ταπεινοφροσύνη και ζωή σύμφωνη με την Ευχαριστία πριν και μετά τη Θεία Κοινωνία.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 21 παράγραφοι

Ίδια μέρα, Αγία και Μεγάλη Πέμπτη, οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι πατέρες, αλληλοδιαδόχως από τους θείους Αποστόλους και τα Ιερά Ευαγγέλια, μας παρέδωσαν να εορτάζουμε τα εξής τέσσερα: τον Ιερόν Νιπτήρα, τον Μυστικό Δείπνο, δηλαδή την παράδοση των φρικτών μυστηρίων, την υπερφυά προσευχή και την προδοσία.

Κατά την αυριανή Παρασκευή έμελλε να γίνει η θυσία του Εβραϊκού Πάσχα, δηλαδή η σφαγή του αμνού που εκτρεφόταν για αυτό το σκοπό, και κατά αυτή την Παρασκευή έμελλε να ακολουθήσει τον παλαιό τύπο η Αλήθεια, δηλαδή έμελλε να θυσιαστεί το αληθινό Πάσχα, ο Αμνός του Θεού και Πατρός, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, τον οποίο προτύπωνε ο αμνός, ο οποίος κάθε χρόνο θυσιαζόταν από τους Εβραίους, ο οποίος λεγόταν Πάσχα. Γι' αυτό κατά την εσπέρα της σημερινής ημέρας, η οποία τότε ήταν η πρώτη των αζύμων ημέρα, δηλαδή η παραμονή του νομικού Πάσχα, ημέρα Πέμπτη της εβδομάδος, ο Κύριος κάνοντας το Πάσχα συνδείπνησε στην πόλη με τους δώδεκα μαθητές του.

Έκανε δε αυτό ο Κύριος κατά την εσπέρα της Πέμπτης, διότι η ημέρα στους Εβραίους αρχίζει από την εσπέρα της προηγουμένης και τελειώνει την εσπέρα της ίδιας μέρας. Ετοίμασε δε αυτό κατά μία άποψη ο Ζεβεδαίος, διότι αυτός ήταν που βάσταζε το κεράμιο του ύδατος, καθώς λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, αν και άλλοι έχουν διαφορετική άποψη. Μετά από αυτά, δείχνοντας ο Κύριος τα τελειότερα στους μαθητές του, παρέδωσε στον όμιλο, όταν ήρθε πλέον η νύχτα, το μυστήριο του καθ' ημάς Πάσχα. Διότι λέγει «Δείπνου γενομένου, ανεκλίθη μετά των δώδεκα». Ας προσέξουμε δε ότι αυτό δεν ήταν το νομικό Πάσχα, διότι εδώ έχουμε δείπνο, κλίση, άρτο και υγρό.

Δε, στο νομικό, στο Πάσχα των Εβραίων, όλα ήταν ψημένα με φωτιά και άζυμα. Πριν δε αρχίσουν να δείπνουν, σηκώθηκε από το δείπνο ο Κύριος, απόθεσε κάτω τα ιμάτιά του και έβαλε νερό στον νιπτήρα, κάνοντας όλα αυτά ο ίδιος αυτοπροσώπως, αφενός μεν για να καταισχύνει τον Ιούδα, αφετέρου δε για να υπενθυμίσει και στους άλλους μαθητές ότι δεν πρέπει να επιζητούν το πρωτείο, καθώς και μετά τον νιπτήρα τους προέτρεπε λέγοντας «Ο θέλων να είναι πρώτος, ας είναι πάντων έσχατος», βάζοντας τον εαυτό του έτσι σαν υπόδειγμα. Φαίνεται δε ότι ο Χριστός ένιψε πρώτο από όλους τον Ιούδα, καθώς με θρασύτητα κάθισε μπρος από τους άλλους, ύστερα δε πήγε και ένιψε τον Πέτρο.

Ο δε, καθώς ήταν πιο θερμός από τους άλλους, εμπόδισε τον διδάσκαλο. Ακούοντας όμως από τον Κύριο ότι εάν δεν του νύψει τα πόδια του, δεν έχει μέρος μαζί του, υποχώρησε λέγοντας μάλιστα «Κύριε, πλένε μου όχι μόνο τα πόδια, αλλά και τα χέρια και την κεφαλή». Αφού λοιπόν ο Κύριός μας ένιψε τα πόδια των μαθητών του και υπόδειξε τρόπο υψώσεως την ταπείνωση, πήρε και πάλι τα ενδύματά του και αφού ανέπεσε, προέτρεπε παρακαλώντας τους να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να μην επιζητούν το πρωτείο. Ενώ δε έτρωγαν αυτοί, τους μίλησε για την προδοσία. Καθώς θορυβήθηκαν με το λόγο αυτό της προδοσίας οι μαθητές, είπε ο Ιησούς ήρεμα μόνο προς τον Ιωάννη.

«Εκείνος εστίν, ω εγώ βάψας το ψωμίον επιδώσω». Μίλησε δε έτσι, διότι εάν ο Πέτρος γνώριζε την αλήθεια, καθώς ήταν θερμότερος από τους άλλους, θα μπορούσε ίσως και να χειροδικήσει κατά του Ιούδα. Είπε δε πάλι «Ο εμβάψας μετ' εμού εν τω τρυβλίω την χείρα, ούτός με παραδώσει». Αφού δε έγιναν και τα δυο, μετά από μικρή σιωπή πήρε τον άρτο και είπε «Λάβετε, φάγετε» και το ποτήριο ομοίως «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο γάρ εστι το αίμα μου το της Καινής Διαθήκης, τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν». Αφού έκανε αυτά, έτρωγε και έπινε μαζί τους. Βλέπουμε λοιπόν ότι άρτο λέγει το σώμα του και όχι άζυμο.

Μετά τη γεύση του άρτου, εισήλθε ο Σατανάς στον Ιούδα, ο οποίος και προηγουμένως τον πείραζε, τώρα όμως τον κυρίευσε εντελώς. Αφού αναχώρησε από εκεί ο Ιούδας, πορεύτηκε προς τους αρχιερείς, με τους οποίους συμφώνησε να τους παραδώσει τον Χριστό για τριάντα αργύρια. Ο δε Κύριος μετά το δείπνο μαζί με τους μαθητές του βγήκαν στο όρος των Ελαιών σε κάποιο τόπο που ονομαζόταν Γεθσημανή. Εκεί τους είπε ο Ιησούς «Πάντες σκανδαλισθήσεσθε εν εμοί εν τη νυκτί ταύτη, ότι γέγραπται· πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα. Αλλά μετά το εγερθήναί με προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν». Ο δε Πέτρος έφη «Ει και πάντες σκανδαλισθήσονται, αλλ' ουκ εγώ». Και λέγει αυτώ ο Ιησούς:

«Λέγω σοι ότι συ σήμερον, εν τη νυκτί ταύτη, πριν ή δις αλέκτορα φωνήσαι, τρις απαρνήση με». Είπε δε πριν δυο φορές φωνάξει ο πετεινός, διότι είναι συνηθισμένο ο πετεινός όχι μια φορά αλλά και δυο και τρεις φορές να φωνάζει, όπως και έγινε. Τότε άμετρη λύπη κατέλαβε τον Πέτρο για τον λόγο αυτό του Κυρίου, με τον οποίο επισημαίνεται η ασθένεια της ανθρώπινης φύσεως. Ο Κύριος δε παραχώρησε να γίνει αυτό, για να γνωρίζει από τον εαυτό του το ευμετάβλητο της ανθρωπίνης φύσεως και να δίδει συγνώμη σε αυτούς που αμαρτάνουν. Εκτός από τα παραπάνω, η τριττή άρνηση του Πέτρου εξεικόνιζε τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων προς το Θεό.

Είναι δε αυτές οι εξής. Πρώτη, η παράβαση της εντολής την οποία έδωσε ο Θεός στον Αδάμ. Δεύτερη, η παράβαση του γραπτού νόμου. Και τρίτη, η αθέτηση του Ευαγγελικού Κηρύγματος. Αφού δε ο Πέτρος μετανόησε, θεράπευσε ο Κύριος την άρνησή του τρεις φορές λέγοντας «Σίμων Ιωνά, φιλείς με;» Μετά απ' αυτά, θέλοντας να δείξει στους μαθητές του πόσο φοβερός είναι ο θάνατος σε όλους τους ανθρώπους, είπε «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου. Μείνατε ώδε και γρηγορείτε μετ' εμού». Και προελθών μικρόν έπεσεν επί πρόσωπον αυτού προσευχόμενος και λέγων «Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο. Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ' ως συ». Έλεγε δε αυτά

αφενός μεν ως άνθρωπος, αφετέρου δε και για να παραπλανήσει τεχνηέντως τον διάβολο, ώστε να τον νομίζει ότι είναι άνθρωπος, αφού και αυτός φοβάται δήθεν το θάνατο. Αυτό δε το έκανε για να μη γνωρίσει την αλήθεια και ανακόψει το μυστήριο του σταυρού. Μετά την πρώτη αυτή προσευχή, επανήλθε ο Κύριος κοντά στους μαθητές του και τους βρήκε βυθισμένους στον ύπνο. Γι' αυτό απευθυνόμενος προς τον Πέτρο είπε «Ούτως ουκ ισχύσατε μίαν ώραν γρηγορήσαι μετ' εμού; Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν. Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής». Είπε δε αυτά προς τον Πέτρον σαν να του έλεγε «Συ που λες ότι θα αγωνιστείς έως θανάτου, έτσι κοιμάσαι με τους υπολοίπους;»

Δε, για δεύτερη φορά, πήγε και προσευχήθηκε λέγοντας «Πάτερ μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ' εμού, εάν μη αυτό πίω, γενηθήτω το θέλημά σου». Και ελθών ευρίσκει αυτούς πάλιν καθεύδοντας· «ήσαν γαρ αυτών οι οφθαλμοί βεβαρημένοι». Και αφείς αυτούς, απελθών πάλιν προσηύξατο εκ τρίτου τον αυτόν λόγον ειπών. Τότε έρχεται προς τους μαθητάς αυτού και λέγει αυτοίς «Καθεύδετε το λοιπόν και αναπαύεσθε. Ιδού ήγγικεν η ώρα και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδοται εις χείρας αμαρτωλών. Εγείρεσθε, άγωμεν· ιδού ήγγικεν ο παραδιδούς με». Έπειτα, αφού πήγε πέρα από το χείμαρρο των Κέδρων, όπου ήταν κήπος, αυλίστηκε εκεί με τους μαθητές του.

Συνήθιζε δε ο Κύριος τακτικά να πηγαίνει εκεί, γι' αυτό και ο Ιούδας γνώριζε τον τόπο εκείνο. Αυτός λοιπόν, αφού πήρε κάποιους από τη σπείρα και με όχλο να ακολουθεί, πήγε στον Ιησού δίνοντας σε αυτούς ως σύνθημα το φίλημα. Είπε δε αυτό, διότι ο Κύριος πολλές φορές κρατήθηκε, αλλά αφανής έφευγε από το μέσο τους. Όμως τώρα ο Χριστός πρώτος παρουσιάστηκε σε αυτούς και τους είπε «Τίνα ζητείτε;» Εκείνοι δε, επειδή ήταν ακόμη νύχτα, δεν τον αναγνώρισαν, διότι έβλεπαν με φανάρια και αναμμένες λαμπάδες, φοβήθηκαν δε και υποχώρησαν. Και πάλι επανήλθαν και αυτός τα ίδια τους αποκρίθηκε. Όταν δε ο Ιούδας έκανε το σύνθημα, ο Χριστός του είπε «Εταίρε, εφ' ω πάρει;» τρόπον τινά σαν να του έλεγε

«Γι' αυτό για το οποίο ήλθες, Ιούδα, είναι ευκαιρία να το κάνεις». Και πάλι είπε «Ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων συλλαβείν με;» Πήγαν δε νύχτα για να μην προκληθεί κάποια εξέγερση από τον όχλο. Τότε ο θερμότατος Πέτρος άρπαξε ένα μαχαίρι, όρμησε κατά του δούλου του αρχιερέως που ονομαζόταν Μάλχος και του έκοψε το δεξί αυτί. Τότε όμως ο Χριστός έλεγξε τον Πέτρο, διότι δεν είναι καλό ο πνευματικός άνθρωπος να χρησιμοποιεί μαχαίρι. Θεράπευσε δε το αυτί του Μάλχου. Αφού συνέλαβαν τον Ιησού, τον έφεραν δεμένο στην αυλή του αρχιερέα Άννα, ο οποίος ήταν πεθερός του Καϊάφα. Εκεί δε ήταν μαζεμένοι όλοι οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς που φρονούσαν εναντίον του Χριστού. Εδώ δε έγιναν τα σχετικά με τον Πέτρο και την παιδίσκη και

την άρνησή του. Και καθώς πέρασε η νύχτα, ο αλέκτωρ, ο πετεινός, φώναξε τρεις φορές. Ο δε Πέτρος θυμήθηκε τα λόγια του Χριστού και έκλαψε πικρά. Αφού δε ξημέρωσε, έφεραν το Χριστό από τον Άννα στον αρχιερέα Καϊάφα, όπου και εμπτυσμούς έλαβε και ψευδομάρτυρες εναντίον του κλήθηκαν. Καθώς προχώρησε η μέρα, ο Καϊάφας απέστειλε τον Κύριο στον Πιλάτο. Εκείνοι δε που τον πήγαν δεν εισήλθαν στο πραιτώριο για να μη μολυνθούν, αλλά να μπορέσουν να φάγουν το Πάσχα, διότι κατά τη νύχτα εκείνοι έπρεπε αυτοί να φάνε το πασχαλινό δείπνο. Ότι δε τότε έπρεπε να φάνε το Πάσχα, φαίνεται και από όσα είπε ο Χριστός πριν από το δείπνο την εσπέρα της Πέμπτης, όταν έφαγε και μετά παρέδωσε τα τελειότερα.

Καθώς προείπαμε, έπρεπε το νομικό τύπο να ακολουθήσει και η αλήθεια. Διότι, καθώς λέγει ο Θείος Ευαγγελιστής Ιωάννης, πριν από τη γιορτή του Πάσχα όλα αυτά τα γεγονότα συνέβησαν κατά την νύκτα της Πέμπτης προς την Παρασκευή. Γι' αυτό κι εμείς με δέος θυμούμαστε και γιορτάζουμε τα

φοβερά και άρρητα εκείνα γεγονότα και πράξεις.

Ευχαριστώ.

Πνευματικής τροφής είναι απαραίτητη για την πνευματική μας ζωή. Όπως το σώμα που μένει χωρίς τροφή υλική φθείρεται και πεθαίνει, έτσι και η ψυχή που δεν έχει από μόνη της πνευματική ζωή, χωρίς βρώση και πόση πνευματική, χωρίς τη ζωή που δίνει το Άγιο Πνεύμα και που είναι η αληθινή ζωή του ανθρώπου, οδηγείται στον πνευματικό θάνατο. Πνευματική τροφή είναι ο Λόγος του Θεού, διότι με Αυτόν ομιλεί ο ίδιος ο Θεός. Είναι ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και φέρει στις ψυχές αυτών που καλοπροαίρετα Τον ακούν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ακόμη τροφή πνευματική αποτελούν οι αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας μας, ιδιαιτέρως δε τα μυστήριά της.

Μάλιστα η Θεία Ευχαριστία: «Η σαρξ μου αληθής εστι βρώσις και το αίμα μου αληθής εστι πόσις». Κατά τη Θεία Ευχαριστία παίρνουμε μέσα μας τη θεωμένη σάρκα του Κυρίου, η οποία είναι πηγή αγιασμού και πρόξενος θεώσεως σε αυτούς που αξίως προσέρχονται σε αυτήν. Χρειάζεται πνευματικός αγώνας, κατάλληλη προετοιμασία, ώστε η κατάλληλη τροφή να πέσει στο κατάλληλο στομάχι. Λέγει σχετικά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Όπως η σωματική τροφή, όταν πέσει σε άρρωστο στομάχι, χειροτερεύει την αρρώστια, όχι λόγω της φύσεώς της, αλλά λόγω της ασθένειας του στομάχου, έτσι συμβαίνει και στα μυστήρια τα πνευματικά.

Και αυτά, όταν πέσουν σε ψυχή γεμάτη κακία, περισσότερο της κάνουν κακό και την καταστρέφουν, όχι εξαιτίας της φύσεώς τους, αλλά εξαιτίας της αρρώστιας της ψυχής που τα δέχθηκε». Εκείνο δε που μας καθιστά αξίους, κατάλληλους για να δεχτούμε τη χάρη των μυστηρίων και να ωφεληθούμε από αυτά, είναι η μετάνοια και τα έργα της μετανοίας. Πολλοί σήμερα, ιδού, καθώς πολλά και ωραία ακούνε για το μεγάλο αυτό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, έχουν την τάση να κοινωνούν συχνά. Όμως δεν δείχνουν την ίδια τάση για να ζούνε ανάλογη προς το μυστήριο ζωή τόσο πριν από τη συμμετοχή τους σε αυτό όσο και μετά. Αποτέλεσμα, ενώ κοινωνούν πυκνά,

ενώ φαίνεται ότι ψυχολογικά ικανοποιούνται με κάποιες γλυκύτητες, η πνευματική τους ζωή γενικά όχι μόνο δεν παρουσιάζει τη βελτίωση που θα περίμενε κανείς, αλλά μάλλον χειρότερη γίνεται. Χρειάζεται λοιπόν μεγάλη προσοχή και προπαντός ταπείνωση. Η μετά το Μυστικό Δείπνο άρνηση του Πέτρου και η προδοσία και αυτοκτονία του Ιούδα μπορούν να μας βοηθούν στη μετά φόβου και επ' ωφελεία προσέλευση και μετοχή στο σωτήριο αυτό μυστήριο.

Αγγλική μετάφρασηEN · 21 παράγραφοι

On this day, Holy and Great Thursday, the Fathers who ordered all things well, following the divine Apostles and the Holy Gospels, handed down to us the celebration of four events: the sacred Washing of the Feet, the Mystical Supper, that is, the institution of the awe-inspiring Mysteries, the prayer beyond nature, and the betrayal.

On the following Friday, the Passover sacrifice of the Jews was to take place: the slaughter of the lamb raised for that purpose. And on that same Friday, the Reality was to fulfill the ancient type: the true Passover, the Lamb of God the Father, who takes away the sin of the world, our Lord Jesus Christ, was to be sacrificed. The lamb the Jews sacrificed each year at Passover was a type that pointed to him. So on the evening of this Thursday, then the first day of Unleavened Bread, the eve of the Passover prescribed by the Law, the Lord celebrated Passover in the city with his twelve disciples.

The Lord did this on Thursday evening because, for the Jews, a day begins on the previous evening and ends on its own evening. According to one account, Zebedee prepared the meal, for he was the man carrying the jar of water, as Athanasius the Great says, though others hold a different view. After this, when night had fallen, the Lord showed his disciples what was greater and entrusted to their company the Mystery of our Passover. For it says, ‘When supper came, he reclined with the twelve.’ Notice that this was not the Passover prescribed by the Law: here we have a supper, reclining at table, bread, and drink.

At the Passover prescribed by the Law, the Passover of the Jews, everything was roasted over fire and eaten with unleavened bread. Before they began supper, the Lord rose from the table, laid aside his garments, and poured water into a basin. He did all this himself, both to put Judas to shame and to remind the other disciples not to seek first place. After washing their feet, he urged them, ‘Whoever wants to be first, let him be last of all,’ setting himself before them as an example. It seems that Christ washed Judas first, since Judas boldly seated himself ahead of the others, and then he came to Peter.

Peter, more ardent than the others, tried to stop his Teacher. But when the Lord told him that unless he washed his feet, Peter would have no share with him, Peter yielded and said, ‘Lord, wash not only my feet but my hands and my head as well.’ Having washed his disciples’ feet and shown humility as the way to be raised up, our Lord put his garments on again and reclined at table. He urged them to love one another and not to seek first place. As they ate, he spoke of the betrayal. The disciples were troubled by this, and Jesus quietly spoke to John alone.

‘It is the one to whom I give this piece of bread after dipping it.’ He spoke this way because, if Peter had known the truth, his more ardent nature might have led him to strike Judas. Jesus also said, ‘The one who has dipped his hand into the dish with me will betray me.’ After these two things had happened, and after a brief silence, he took the bread and said, ‘Take, eat.’ He took the cup likewise and said, ‘Drink from it, all of you, for this is my blood of the New Testament. Do this in remembrance of me.’ Having done this, he ate and drank with them. We see, then, that he calls his body bread, not unleavened bread.

After Judas had eaten the bread, Satan entered him. Satan had tempted him before, but now took complete hold of him. Judas left and went to the chief priests, agreeing to hand Christ over to them for thirty pieces of silver. After supper, the Lord and his disciples went out to the Mount of Olives, to a place called Gethsemane. There Jesus told them, ‘All of you will fall away because of me this night, for it is written: I will strike the shepherd, and the sheep will be scattered. But after I am raised, I will go before you into Galilee.’ Peter said, ‘Even if they all fall away, I will not.’ And Jesus said to him:

‘I tell you, today, this very night, before the rooster crows twice, you will deny me three times.’ He said ‘before the rooster crows twice’ because a rooster commonly crows not just once, but twice or three times, as happened. Peter was overcome with grief at these words of the Lord, which reveal the weakness of human nature. The Lord allowed this to happen so that Peter would learn from his own experience how changeable human nature is and would forgive those who sin. Beyond this, Peter’s three denials represented the sins of all humanity against God.

They are these: first, the breaking of the commandment God gave Adam; second, the breaking of the written Law; and third, the rejection of the Gospel proclamation. After Peter repented, the Lord healed his denial by asking him three times, ‘Simon, son of Jonah, do you love me?’ Then, wishing to show his disciples how fearful death is to every human being, he said, ‘My soul is sorrowful even to death. Stay here and keep watch with me.’ Going a little farther, he fell on his face and prayed, saying, ‘My Father, if it is possible, let this cup pass from me. Yet not as I will, but as you will.’ He said this

both as a man and to deceive the devil, so that the devil would take him for an ordinary man, supposedly afraid of death. He did this so the devil would not learn the truth and try to thwart the Mystery of the Cross. After this first prayer, the Lord returned to his disciples and found them fast asleep. Turning to Peter, he said, ‘Could you not keep watch with me for one hour? Watch and pray, so that you may not enter into temptation. The spirit is willing, but the flesh is weak.’ He said this to Peter as though to ask, ‘You say you will struggle to the death, and yet here you are, asleep with the others?’

He went away a second time and prayed, ‘My Father, if this cup cannot pass unless I drink it, your will be done.’ When he returned, he found them sleeping again, ‘for their eyes were heavy.’ Leaving them, he went away and prayed a third time, saying the same words. Then he came to his disciples and said, ‘Sleep now and rest. See, the hour is at hand, and the Son of Man is being handed over into the hands of sinners. Rise, let us go. See, my betrayer is at hand.’ Then he went across the Kidron Valley to a garden, where he stayed with his disciples.

The Lord often went there, so Judas knew the place. Judas took some soldiers, with a crowd following, and came to Jesus, having given them a kiss as the signal. He chose this signal because, on many earlier occasions, people had tried to seize the Lord, but he had slipped away unseen from their midst. This time Christ came forward first and asked them, ‘Whom are you looking for?’ It was still night, and they did not recognize him by the light of their lanterns and burning torches. They grew afraid and drew back. They came forward again, and he gave them the same answer. When Judas gave the signal, Christ said to him, ‘Friend, why have you come?’ It was as though he were saying

‘Judas, now is the time to do what you came to do.’ Again he said, ‘Have you come out with swords and clubs to seize me, as though I were a robber?’ They came at night to avoid stirring up a revolt among the crowd. Then the ardent Peter seized a sword, rushed at the high priest’s servant, whose name was Malchus, and cut off his right ear. Christ rebuked Peter, for it is not right for a spiritual person to use a sword. Then he healed Malchus’s ear. They arrested Jesus and brought him, bound, to the courtyard of Annas, the high priest and father-in-law of Caiaphas. All the Pharisees and scribes who opposed Christ had gathered there. It was there that Peter encountered the servant girl

and denied him. As the night passed, the rooster crowed three times. Peter remembered Christ’s words and wept bitterly. At daybreak they took Christ from Annas to Caiaphas, the high priest. There he was spat upon, and false witnesses were called against him. Later that day, Caiaphas sent the Lord to Pilate. Those who took him there did not enter the governor’s headquarters, so that they would not become defiled and could eat the Passover, since they still had to eat the Passover meal that night. That they had yet to eat the Passover is also apparent from what Christ said before supper on Thursday evening, when he ate and afterward entrusted to them what was greater.

As we said earlier, the Reality had to fulfill the type laid down in the Law. For, as the holy Evangelist John says, all these events took place before the feast of Passover, on the night from Thursday into Friday. This is why we too remember and celebrate with awe those

fearsome and inexpressible events and deeds.

Thank you.

Spiritual food is essential to our spiritual life. Just as the body wastes away and dies without physical food, so the soul, which does not have spiritual life of itself, is led toward spiritual death without spiritual food and drink, without the life given by the Holy Spirit, which is the true life of a human being. The Word (Logos) of God is spiritual food, for through the Word God himself speaks. The Word is an expression of the divine uncreated energies of the Holy Spirit and brings the grace of the Holy Spirit to the souls of those who listen with a willing heart. The sanctifying acts of our Church are also spiritual food, especially her Mysteries.

Above all, there is the Holy Eucharist: ‘My flesh is true food, and my blood is true drink.’ In the Holy Eucharist we receive within ourselves the Lord’s flesh, made divine, which is a source of sanctification and brings theosis, divinisation, to those who come to it worthily. Spiritual struggle and proper preparation are needed, so that this food may be received by a stomach ready for it. John Chrysostom says: ‘Just as physical food, when it enters a sick stomach, makes the illness worse, not because of the food itself but because the stomach is sick, so it is with the spiritual Mysteries.

‘When they enter a soul full of wickedness, they harm it still more and bring it to ruin, not because of what they are, but because the soul receiving them is sick.’ What makes us worthy and ready to receive the grace of the Mysteries and be edified by them is metanoia, repentance, and the deeds that flow from it. Today many people hear such beautiful things about this great Mystery of the Holy Eucharist that they want to receive Holy Communion often. Yet they do not show the same desire to live in a way that befits the Mystery, both before and after receiving it. As a result, though they receive Holy Communion frequently,

Although they seem to find emotional satisfaction in certain sweet feelings, their spiritual life as a whole does not show the improvement one would expect. It may even grow worse. We therefore need great care and, above all, humility. Peter’s denial after the Last Supper, and Judas’s betrayal and suicide, can help us approach and partake of this saving Mystery with reverent fear, so that we may be benefited by it.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

13 ΤΡΙΩΔΙΟΥ\M. PEMPTH.mp3

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα