Το Μέγα Σάββατο και η κάθοδος του Χριστού στον Άδη
Το Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου μνημονεύει την θεόσωμη ταφή του Χριστού και την κάθοδό του στον Άδη, με την οποία η ανθρώπινη φύση καλείται από τη φθορά στην αιώνια ζωή. Η ομιλία συγκρίνει την ανάπαυση του Χριστού στον τάφο με την ανάπαυση του Θεού την έβδομη ημέρα της δημιουργίας.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Το Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου μνημονεύει την θεόσωμη ταφή του Χριστού και την κάθοδό του στον Άδη, με την οποία η ανθρώπινη φύση καλείται από τη φθορά στην αιώνια ζωή.
- Η ομιλία συγκρίνει την ανάπαυση του Χριστού στον τάφο με την ανάπαυση του Θεού την έβδομη ημέρα της δημιουργίας.
- Η ψυχή του Χριστού κατέρχεται στον Άδη, ενώ το σώμα του παραμένει στον τάφο, με τη θεότητά του ενωμένη και με τα δύο.
- Ο Ιωσήφ θάβει τον Χριστό, και φρουροί τοποθετούνται στον τάφο αφού οι θρησκευτικοί ηγέτες ζητούν από τον Πιλάτο να τον ασφαλίσει.
- Με βάση τον Συναξαριστή και ομιλία που αποδίδεται στον Άγιο Επιφάνιο, η ομιλία παρουσιάζει τον Άδη να τρέμει στην άφιξη του Χριστού.
- Ο Χριστός παίρνει τον Αδάμ από το χέρι και καλεί αυτόν, την Εύα και τους πιστούς που έχουν κοιμηθεί από την αιχμαλωσία στη ζωή.
- Η ομιλία κλείνει με τον εορτασμό της Ανάστασης του Χριστού και την υπόσχεση της αποκατεστημένης κοινωνίας με τον Θεό.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Τη αυτή ημέρα του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου, την θεόσωμον ταφήν και την εις Άδου κάθοδον του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν, με τα οποία το γένος μας ανακλήθηκε από τη φθορά και ανήλθεν προς την αιώνιον ζωή.
Χριστού έτους, οι Άγιες Τεσσαρακοστές είναι ανώτερες κατά το σεβασμό, και πάλι από τις άλλες Τεσσαρακοστές, ανώτερη είναι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Από αυτή δε πάλι, ανώτερη και μεγαλύτερη είναι η Μεγάλη Εβδομάδα, και πάλι από τη Μεγάλη Εβδομάδα, μεγαλύτερο και θειότερο είναι αυτό το Μέγα και Άγιο Σάββατο.
Λέγεται δε Μεγάλη Εβδομάδα και Μέγα Σάββατο, όχι διότι οι ημέρες ή οι ώρες είναι τυχόν μεγαλύτερες, αλλά επειδή τα μεγάλα και υπερφυή, τεράστια και εξαίσια έργα του Σωτήρος μας, κατά την εβδομάδα αυτή πράχτηκαν και γι' αυτό λέγεται μεγάλη. Κατά την εβδομάδα λοιπόν αυτή, αφού έπαθε ο Κύριος για τη δική μας σωτηρία τα ζωηφόρα του πάθη, κατά τη σημερινή μέρα
ούτε έπραξε, έπαθε τίποτε πάνω στη γη, αλλά σωματικώς κοιτόταν στον τάφο. Από την εσπέρα της Παρασκευής η δε παναγία του ψυχή είχε κατεβεί στον Άδη για να εγείρει από εκεί μαζί με τον εαυτό του και τους προπάτορες. Καθώς όμως κατά την πρώτη κοσμογένεση όλα τα άλλα ο Θεός τα έκανε σε έξι μέρες, κατά δε την τελευταία μέρα, δηλαδή την έκτη, έπλασε και τον άνθρωπο, εντελώς τελευταίο δημιούργημα. Ακολούθως δε την εβδόμη κατέπαυσε από όλα τα έργα του και αγίασε την ημέρα αυτή, ονομάζοντάς την Σάββατο, το οποίο θα πει κατάπαυση. Έτσι και εδώ στην εργασία του νοητού κόσμου, αφού άριστα καθώς έπρεπε έκανε όλα, και κατά την έκτη μέρα πάλι ανέπλασε τον φθαρέντα άνθρωπο, δια του ζωηφόρου του σταυρού και
του εκουσίου θανάτου τον ανανέωσε, κατά την εβδόμη αυτή ημέρα κατέπαυσε την τελεία των έργων του κατάπαυση, ύπνο δηλαδή θάνατο, υπνώττοντας τον ζωοποιό και σωτήριο ύπνο, δηλαδή θάνατο της δικής μας φύσεως. Κατέβηκε λοιπόν ο Λόγος του Θεού με τη σάρκα στον τάφο. Αφού κατέβηκε δε και στον Άδη με την άχραντη και θεία του ψυχή, αφού χωρίστηκε από το σώμα μετά το θάνατο, την οποία ψυχή στα χέρια του Πατέρα παρέδωσε, με φωνή μεγάλη λέγοντας κατά τον Ευαγγελιστή Λουκά: «Πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου». Δεν κρατήθηκε δε στον Άδη και η ψυχή του Κυρίου, καθώς οι ψυχές των άλλων Αγίων, καθόσον δεν είχε ποτέ καμιά μετοχή, καθώς οι άλλες, από την κατάρα των προπατόρων του γένους μας.
Η δε Θεότητα ήταν εντελώς ενωμένη με αυτή και με το σώμα, στο σταυρό και στον τάφο, χωρίς να πάσχει τίποτε από τα ανθρώπινα. Και φθορά μεν έπαθε το Κυριακό Σώμα, το οποίο είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, διαφθορά δε, δηλαδή διάλυση της σάρκας και αφανισμό των μελών, καθόλου. Αφού δε ο Ιωσήφ έθαψε το θείο σώμα του Κυρίου, οι Ιουδαίοι πήγαν στον Πιλάτο και του είπαν: «Θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος όταν ακόμη ζούσε είπε ότι ύστερα από τρεις μέρες θα αναστηθώ. Παρακαλούμε λοιπόν την εξοχότητά σου να προστάξεις τους στρατιώτες σου να ασφαλίσουν όσο είναι δυνατόν καλύτερα τον τάφο του, μήπως πάνε οι μαθητές του τη νύχτα και τον κλέψουν, έπειτα δε κηρύξουν στον κόσμο ότι ανέστη εκ των νεκρών».
Και τότε θα ακολουθήσει η εσχάτη πλάνη, η οποία θα είναι χειρότερη από την πρώτη. Καθώς λοιπόν ζήτησαν, τους δόθηκε άδεια και έτσι έκαναν. Αλλ' ω συκοφάντες, αν ήταν πλάνος ο Χριστός, τι φοβάστε από τα λόγια του πλάνου, αφού τον θανατώσατε όταν ζούσε; Λοιπόν ομολογουμένως πέθανε και κατ' ανάγκη αυτό πρέπει να ομολογηθεί. Πότε δε και πού φαίνεται να είπε στους Ιουδαίους κοινώς ότι μετά τρεις ημέρες εγείρομαι; Ίσως αυτό να συμπέραναν εκείνοι από το παράδειγμα του Ιωνά. Ας προσέξουμε δε και ας εννοήσουμε ότι όσα εκείνοι οι αγνώμονες έπρατταν ήταν όλα αντίθετα προς τις επιθυμίες τους. Διότι οι ίδιοι εκείνοι φύλακες, τους οποίους έβαλαν να φυλάττουν τον τάφο, εκείνοι υπήρξαν ύστερα και μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού. Ευχαριστώ.
Ο Άδης από κάτω συστρέφεται και λυγγίζει, αισθανόμενος ότι πάσχει, καθώς έχει προσβληθεί από δύναμη ισχυρότατη και αήττητη. Έτσι λοιπόν με την άδικη κατάποση του Χριστού, του στερεοτάτου και ακρογωνιαίου λίθου, πρόκειται μετά από λίγο να εκβάλει και όλους εκείνους τους οποίους από την αρχή κατέφαγε και γέμισε την παμφάγο του γαστέρα. Σας ευχαριστώ.
Το συναξάρι της σημερινής ημέρας, με κάποια αποσπάσματα σχετικού λόγου του Αγίου Επιφανίου Αρχιεπισκόπου Κύπρου. Τι τούτο σήμερον, ερωτά ο Άγιος, σιγὴ πολλὴ ἐν τῇ γῇ, σιγὴ πολλὴ καὶ ἠρεμία πολλή; Σιγὴ πολλή, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὑπνοῖ. Γῆ ἐφοβήθη καὶ ἡσύχασεν, ὅτι ὁ Θεὸς ἐν σαρκὶ ὕπνωσεν. Ὁ Θεὸς ἐν σαρκὶ τέθνηκε καὶ ὁ ᾍδης ἐτρόμαξεν. Ὁ Θεὸς πρὸς βραχὺ ὕπνωσε καὶ τοὺς ἀπ' αἰῶνος ὑπνοῦντας ἐκ τοῦ ᾍδου ἀνέστησε. Σήμερον σωτηρία τοῖς ἐπὶ γῆς καὶ τοῖς ἀπ' αἰῶνος ὑποκάτω τῆς γῆς. Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ, ὅσος τε ὁρατὸς καὶ ὅσος ἀόρατος, διότι σήμερον τοῦ Δεσπότου παρουσία
οἰκονομία, διτὴ φιλανθρωπία, διτὴ κατάβασις, ὁμοῦ καὶ συγκατάβασις, διτὴ πρὸς ἀνθρώπους ἐπίσκεψις, ἀπὸ οὐρανοῦ ἐπὶ τὴν γῆν, ἀπὸ τῆς γῆς ὑπὸ τὴν γῆν Χριστὸς παραγίνεται. Πύλαι ᾍδου ἀνοίγονται, οἱ ἀπ' αἰῶνος κεκοιμημένοι ἀγάλλεσθε, οἱ ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθήμενοι τὸ μέγα φῶς ὑποδέξασθε. Μετὰ τῶν δούλων ὁ Δεσπότης, μετὰ τῶν νεκρῶν ὁ Θεός, μετὰ τῶν θνητῶν ἡ ζωή, μετὰ τῶν ὑπευθύνων ὁ Ἀνεύθυνος, μετὰ τὸ σκότος τὸ Ἀνέσπερον Φῶς, μετὰ τῶν αἰχμαλώτων ὁ Ἐλευθερωτής, μετὰ τῶν κατωτάτων ὁ Ὑπεράνω τῶν Οὐρανῶν. Χριστὸς ἐπὶ γῆς, πεπιστεύκαμεν, Χριστὸς ἐν νεκροῖς, συγκατέλθωμεν.
Μάθωμεν καὶ τὰ ἐκεῖ μυστήρια, γνῶμεν Θεοῦ κρυπτοῦ κρυπτὰ ὑπὸ γῆν θαυμάσια, μάθωμεν πῶς καὶ τοῖς ἐν ᾍδῃ ἐπεφάνη τὸ κήρυγμα. Τί οὖν, τι λοιπόν, πάντας ἁπλῶς σώζει ἐπιφανεὶς ἐν ᾍδῃ Θεός; Οὔ, ἀλλὰ τοὺς πιστεύσαντας. Χθὲς τὰ τῆς οἰκονομίας, σήμερον τὰ τῆς ἐξουσίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀσθενείας, σήμερον τὰ τῆς αὐθεντίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀνθρωπότητος, σήμερον τὰ τῆς θεότητος ἐνδείκνυται. Χθὲς ἐραπίζετο, σήμερον τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος τὸ τοῦ ᾍδου ῥαπίζει δεσμωτήριον.
εδεσμήτω, σήμερον αλήτης δεσμής κατά δεσμή των τύραννων, χθες κατεδικάζετο, σήμερον τῆς καταδίκης ἐλευθερίαν χαρίζεται. Χθὲς οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Πιλάτου αὐτὸν ἐνέπαιζαν, σήμερον πυλωροὶ τοῦ ᾍδου ἰδόντες αὐτὸν ἔφριξαν. Εἰσῆλθεν ὁ Δεσπότης πρὸς αὐτούς, τοὺς ἐν ᾍδῃ, τῶν νικητικῶν ὅπλων τοῦ Σταυροῦ κατέχων, ὃν ἰδὼν Ἀδὰμ ὁ Πρωτόπλαστος καὶ τῇ ἐκπλήξει τὸ στῆθος τύψας, ἐβόησε πρὸς πάντας τοὺς ἀπ' αἰῶνος κεκοιμημένους καὶ εἶπεν: «Ὁ Κύριός μου μετὰ πάντων». Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Χριστὸς λέγει τῷ Ἀδάμ: «Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου». Καὶ κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρός, ἀνίστησι λέγων: «Ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός. Ἐγὼ ὁ Θεός, ὁ διὰ σὲ γενόμενος Υἱός σου, σὲ καὶ τοὺς ἀπὸ σοῦ, κατ' ἐξουσίαν ἐπιτρέπων,
ενδεσμής εξέλθετε, και της εν το σκότι ανακαλύφθητε, και της κειμένης ανάστητε. Έγιρο καθ' έβδον, ου γαρδιά τούτος επεπίκα, ήνα εν άδει κατέχει δέσμιος, διότι δε σε έπλασα γι' αυτό, για να σε κατέχει δέσμι ο άδης. Ανάστα εκ των νεκρών, εγώ γαριμή ζωή των βρωτών, Ανάστα πλάσμα το αιμόν, Ανάστα μορφή η αιμή, η κατοικώνα αιμήν γεγενημένη. Έγυρε, άγομεν εν τέφθεν, σίγαρ εν αιμή, καγώ εν σύ. Διασέ ο δεσπότης έλαβον την σύνμορφην του δούλου, διασέ ο υπεράνω των ουρανών ήρθον επί γης και υποκάτω γης. Διασέτων από κήπου εξελθώντα, από κήπου Ιουδαίης παρεδόθην και εν κήπο εσταυρώθην Ἴδε μου τοῦ προσώπου τὰ ἐμπτύσματα, ἅπερ, τα οποία διὰ σὲ κατεδεξάμην, ἵνα σε ἀποκαταστήσω εἰς τὸ ἀρχαῖον ἐμφύσημα. Ἴδε μου τῶν σιαγόνων τὰ ῥαπίσματα, ἃ κατεδεξάμην, ἵνα σου τὴν διαστραφεῖσαν μορφὴν ἀνορθώσω εἰς τὸ κατ' εἰκόνα τὸ πρότερον. Ἴδε μου τοῦ νώτου τὴν φραγγέλωσιν, ἣν κατεδεξάμην, ἵνα σου τὸ φορτίον τῶν ἁμαρτημάτων σκορπίσω. Ἴδε μου τὰς προσηλωθείσας χεῖρας, ἃς ἐξέτεινα ἐν τῷ ξύλῳ ὁ καλός, διὰ σὲ τὸν ἐκτείναντα τὴν χεῖρα ἐν τῷ ξύλῳ ὁ κακός.
Ἴδε μου τοὺς προσηλωθέντας καὶ ὀρυχθέντας ἐν τῷ ξύλῳ πόδας, διὰ τοὺς σοὺς πόδας, τοὺς κακῶς δραμόντας ἐπὶ τὸ ξύλον. Τῇ ἕκτῃ ἡμέρᾳ ἡ ἀπόφασις γέγονε, τῇ ἕκτῃ ἡμέρᾳ καὶ τὴν σὴν ἀνάπλασιν καὶ παραδείσου ἄνοιξιν πεποίημαι. Ἐγευσάμην διὰ σὲ χολῆς, ἵνα ἰάσω σου τῆς βρώσεως ἐκείνης τῆς γλυκείας τὴν πικρὰν ἡδονήν. Ἐγευσάμην ὄξους, ἵνα καταργήσω τοῦ σοῦ θανάτου τὸ δριμὺ καὶ παρὰ φύσιν ποτήριον. Ἐδεξάμην σπόγγον, ἵνα ἐξαλείψω τὸ χειρόγραφόν σου τῆς ἁμαρτίας. Ἐδεξάμην κάλαμον, ἵνα ὑπογράψω ἐλευθερίαν τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων. Ὕπνωσα ἐν τῷ σταυρῷ καὶ ῥομφαία ἔνυξέν μου τὴν πλευράν, διὰ σὲ τὸν ἐν παραδείσῳ ὑπνώσαντα καὶ τὴν Εὕαν ἐκ πλευρᾶς ἐξενέγκαντα. Ἡ ἐμὴ πλευρὰ ἰάσατο τὸ ἄλγος σου τῆς πλευρᾶς, ὁ ἐμὸς ὕπνος ἐξήγαγέ σε τοῦ ἐν τῷ ᾍδῃ ὕπνου.
Η εμή ρομφαία έστησε την κατά σου στρεφομένην ρομφαίαν. Λοιπόν, έγειρε, άγωμεν εντεύθεν. Εξήγαγόν σε πάλαι από γης παραδείσου, αλλά αποκαθιστώ σε τανύν, ουκέτι εν παραδείσῳ, αλλά εν ουρανίῳ θρόνῳ. Εκώλυσά σε του ξύλου της ζωής, σε εμπόδισα από το δένδρο της ζωής, αλλ’ ιδού εγώ αυτός όλος ηνώθην σοι, η ζωή. Ἔταξα τὰ χερουβὶμ φυλάττειν σε δουλοπρεπῶς, ποιήσω τὰ σεραφὶμ προσκυνῆσαί σε θεοπρεπῶς. Ἐκρύβης ἀπὸ Θεοῦ ὡς γυμνός, ἀλλ’ ἰδοὺ ἐκρύψας ἐν σεαυτῷ Θεὸν γυμνόν. Διὸ ἔγειρε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ἀπὸ τῆς φθορᾶς εἰς ἀφθαρσίαν, ἀπὸ τοῦ σκότους εἰς τὸ αἰώνιον φῶς, ἀπὸ τῆς ὀδύνης εἰς εὐφροσύνην.
ἀπὸ τῆς δουλείας εἰς ἐλευθερίαν, ἀπὸ φυλακῆς εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἀπὸ τῶν δεσμῶν ἐπὶ τὴν ἄνεσιν, ἀπὸ τῆς κατοχῆς ἐπὶ τὴν τοῦ παραδείσου τρυφήν, ἀπὸ τῆς γῆς εἰς τὸν οὐρανόν. Ἐπὶ τούτῳ γὰρ Χριστὸς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, ἵνα καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων κυριεύσῃ. Διὸ ἔγειρε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν. Ὁ γὰρ Πατήρ, ὁ οὐράνιος, τὸ ἀπολωλὸς ἐκδέχεται πρόβατον. Τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα πρόβατα τῶν Ἀγγέλων τὸν σύνδουλον Ἀδὰμ ἀναμένουσι, πότε ἀναστῇ, πότε ἀνέλθῃ καὶ πρὸς Θεὸν ἐπανέλθῃ. Ὁ χερουβικὸς θρόνος ηὐτρέπισται, ὁ νυμφὼν παρεσκεύασται, τὰ δεῖπνα ἕτοιμα, οἱ θησαυροὶ τῶν ἀγαθῶν ἠνοίχθησαν, ἡ τῶν οὐρανῶν βασιλεία πρὸ αἰώνων ἡτοίμασται.
Ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσεν, ἀγαθὰ τὸν ἄνθρωπον ἀναμένουσι. Ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα τοῦ Δεσπότου λέγοντος, ἀνίσταται σὺν αὐτῷ ὁ ἐν αὐτῷ ἡνωμένος Ἀδάμ. Καὶ συνανίσταται Εὔα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ σώματα τῶν ἀπ' αἰῶνος κεκοιμημένων Ἁγίων ἀνέστησαν, κηρύττοντα τὴν τοῦ Δεσπότου τριήμερον Ἀνάστασιν. Ἣν φαιδρῶς οἱ πιστοὶ ὑποδεξώμεθα καὶ περιπτυξώμεθα, μετὰ Ἀγγέλων χορεύοντες, μετὰ Ἀρχαγγέλων ἑορτάζοντες, ὁμοῦ καὶ δοξάζοντες τὸν ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς Χριστὸν ἀναστήσαντα. ᾯ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος, σὺν τῷ ἀθανάτῳ Πατρὶ καὶ τῷ Παναγίῳ καὶ Ἀγαθῷ καὶ Ζωοποιῷ καὶ Ὁμοουσίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς σύμπαντας αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
On this Holy and Great Saturday, we celebrate the burial of the Lord and our Savior Jesus Christ, and his descent into Hades. Through these, our human race was called back from corruption and raised to eternal life.
In the Christian year, the holy forty-day fasts are held in great reverence, and Holy and Great Lent is revered above the other forty-day fasts. Holy Week is greater still; and greater and more divine than Holy Week is this Great and Holy Saturday.
We call them Great Week and Great Saturday because of the great, wondrous works our Savior accomplished during this week, not because its days or hours are longer. For our salvation, the Lord endured his life-giving Passion. And on this day...
...he did nothing and suffered nothing on earth, but rested bodily in the tomb. Since Friday evening, his most holy soul had descended into Hades to raise our forebears with himself. At the first creation, God made all things in six days, forming man last of all on the sixth day. On the seventh, he rested from all his works and sanctified that day, calling it the Sabbath, which means rest. So too, in the work of the spiritual creation, he did all things as they should be done. On the sixth day, he again refashioned fallen humanity; through his life-giving Cross...
...and voluntary death, he renewed fallen humanity. Then, on this seventh day, he rested from his completed work in the life-giving sleep of death, the death of our human nature. The Word (Logos) of God descended bodily into the tomb, while his pure and divine soul descended into Hades, having been separated from his body at death. He had entrusted that soul to the Father, crying out, as Luke tells us, “Father, into your hands I commend my spirit.” Yet the Lord’s soul was not held in Hades as the souls of the other saints were, for he had never shared in the curse inherited by our race from its forebears.
His divinity remained fully united both to his soul and to his body, on the Cross and in the tomb, without itself suffering anything human. The Lord’s body underwent corruption in the sense that soul and body were separated. But it underwent no decay: his flesh did not dissolve, nor did any part of it perish. After Joseph buried the Lord’s divine body, the Jewish leaders went to Pilate and said, “We remember that while that deceiver was still alive, he said, ‘After three days I will rise.’ So please order your soldiers to secure his tomb as well as they can. Otherwise his disciples may come at night and steal him, then proclaim to the people that he has risen from the dead.”
“Then this last deception will be worse than the first.” They were given permission to do as they asked, and they did so. But, you slanderers, if Christ was a deceiver, why fear his words after putting him to death? That he died must surely be admitted. And when, or where, had he openly told the Jews that he would rise after three days? Perhaps they drew that conclusion from the sign of Jonah. Notice how everything these ungrateful men did worked against their own intentions. The very guards they posted at the tomb later became witnesses to Christ’s Resurrection. Thank you.
Below, Hades writhes and trembles, feeling the blow of a power stronger than itself, a power it cannot overcome. Having unjustly swallowed Christ, the firm cornerstone, Hades will soon be forced to give up all those it has devoured since the beginning and gathered into its all-consuming belly. Thank you.
The Synaxarion for today includes passages from a homily of Saint Epiphanius, Archbishop of Cyprus. The saint asks: “What is this today? A great silence fills the earth, a great silence and stillness. There is a great silence because the King sleeps. The earth was afraid and grew still because God slept in the flesh. God has died in the flesh, and Hades trembled. God slept for a little while and raised from Hades those who had slept since the beginning. Today salvation comes to those on earth and to those who have long lain beneath it. Today salvation comes to the whole world, visible and invisible, because today the Master comes...
“...in the work of salvation. Twice he shows his love for humanity; twice he descends and comes to us: first from heaven to earth, and now from earth beneath the earth. Christ has come, and the gates of Hades are opened. You who have slept since the beginning, rejoice! You who sit in darkness and the shadow of death, receive the great Light! The Master is among his servants, God among the dead, Life among mortals, the One without guilt among the guilty, the Unsetting Light in the darkness, the Liberator among captives, and the One above the heavens among those in the depths. We believed in Christ when he was on earth; now let us go down with him among the dead.”
“Let us learn the mysteries found there and behold the hidden wonders of God beneath the earth. Let us learn how the Gospel was proclaimed even to those in Hades. Does God, simply by appearing there, save everyone? No, but those who believed. Yesterday revealed his saving work; today reveals his authority. Yesterday showed his weakness; today, his sovereign power. Yesterday showed his humanity; today, his divinity. Yesterday he was struck; today the lightning of his divinity strikes the prison of Hades.”
“Yesterday he was bound; today he binds the tyrant with unbreakable bonds. Yesterday he was condemned; today he grants freedom from condemnation. Yesterday Pilate’s servants mocked him; today the gatekeepers of Hades shudder at the sight of him. The Master entered among those in Hades bearing the victorious weapon of the Cross. When Adam, the first man, saw him, he struck his breast in astonishment and cried out to all who had slept since the beginning, ‘My Lord be with you all!’ Christ answered Adam, ‘And with your spirit.’ Taking him by the hand, he raised him up and said, ‘Awake, you who sleep, rise from the dead, and Christ will give you light. I am your God, who for your sake became your son. I now, by my authority, grant you and all who came from you leave...
“‘...Come out, you who are bound! Come into the light, you who dwell in darkness! Rise, you who lie among the dead! Awake, sleeper! I did not create you to be held captive in Hades. Rise from the dead, for I am the life of the dead. Rise, work of my hands! Rise, you who were made in my image! Get up; let us leave this place. You are in me, and I am in you. For your sake I, the Master, took the form of a servant. For your sake I, who am above the heavens, came down to earth and beneath the earth. For your sake, after you were driven from the garden, I was handed over in a garden and crucified in a garden. Look at the spittle on my face, which I accepted for your sake to restore you to the breath of life you first received. Look at the blows on my cheeks, which I accepted to restore your disfigured form to its first likeness. Look at the scourging of my back, which I accepted to scatter the burden of your sins. Look at my hands nailed to the wood. I stretched them out for you, who wrongly stretched out your hand toward the tree.”
“‘Look at my feet, pierced and nailed to the wood for the sake of your feet, which ran toward the tree in disobedience. On the sixth day the sentence was pronounced; on the sixth day I remade you and opened Paradise. I tasted gall for you, to heal the bitter pleasure of your eating that sweet fruit. I tasted vinegar to put an end to the harsh, unnatural cup of your death. I received the sponge to wipe away the record of your sin. I received the reed to sign the freedom of the human race. I slept upon the Cross, and a sword pierced my side, for you who slept in Paradise and from whose side Eve was brought forth. My side healed the wound in your side; my sleep brought you out of the sleep of Hades.”
“‘My sword stopped the sword turned against you. Now rise; let us leave this place. Long ago I led you out of the land of Paradise, but now I restore you, no longer in Paradise, but on a throne in heaven. I kept you from the tree of life, I prevented you from the tree of life; but see: I myself, who am Life, have become wholly united with you. I appointed the cherubim to guard you as a servant; I will cause the seraphim to worship you with honor worthy of God. You hid from God because you were naked; now you have hidden God himself, naked, within you. So rise; let us leave this place: from death to life, from corruption to incorruption, from darkness to eternal light, from pain to gladness...”
“‘...from slavery to freedom, from prison to the Jerusalem above, from chains to release, from captivity to the delight of Paradise, from earth to heaven. For this Christ died and rose again: to be Lord of both the dead and the living. So rise; let us leave this place. The heavenly Father awaits his lost sheep. The ninety-nine sheep, the angels, await their fellow servant Adam: they wait for him to rise, ascend, and return to God. The throne of the cherubim is prepared, the bridal chamber is ready, the feasts are set, the treasuries of good things are opened, and the Kingdom of Heaven has been prepared from before the ages.”
“Good things that no eye has seen and no ear has heard await humanity.” As the Master says these things, Adam, now united with him, rises with him. Eve rises too, and many bodies of the saints who had slept since the beginning are raised, proclaiming the Master’s Resurrection on the third day. Let us believers welcome and embrace it with joy, dancing with the angels, celebrating with the archangels, and together glorifying Christ, who has raised us from corruption. To him be glory and dominion, with the immortal Father and the all-holy, good, life-giving Spirit, consubstantial with him, throughout all ages of ages. Amen.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
13 ΤΡΙΩΔΙΟΥ\M. SABBATO.mp3
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.