Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Η σφαγή του Ηρώδη και η φυγή της Αγίας Οικογένειας στην Αίγυπτο

Όταν οι μάγοι δεν επέστρεψαν, ο Ηρώδης φοβήθηκε ότι το παιδί που ονομαζόταν Βασιλιάς των Ιουδαίων απειλούσε τον θρόνο του. Ο Ηρώδης διέταξε τη θανάτωση των αγοριών δύο ετών και κάτω στη Βηθλεέμ και στην περιοχή της, συνεχίζοντας ένα μοτίβο βίας που περιγράφεται στην ομιλία.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Εορτές και Μνήμες26 Δεκεμβρίου15:40Εορτή ή μνήμη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Όταν οι μάγοι δεν επέστρεψαν, ο Ηρώδης φοβήθηκε ότι το παιδί που ονομαζόταν Βασιλιάς των Ιουδαίων απειλούσε τον θρόνο του.
  • Ο Ηρώδης διέταξε τη θανάτωση των αγοριών δύο ετών και κάτω στη Βηθλεέμ και στην περιοχή της, συνεχίζοντας ένα μοτίβο βίας που περιγράφεται στην ομιλία.
  • Άγγελος προειδοποίησε τον Ιωσήφ στο όνειρο, και εκείνος πήρε τον Ιησού και τη Μαρία και τους οδήγησε σε ασφάλεια στην Αίγυπτο, πριν από τη σφαγή.
  • Η ομιλία στοχάζεται για την Αίγυπτο ως καταφύγιο της Αγίας Οικογένειας και αφηγείται παραδόσεις για τη διαμονή τους εκεί.
  • Μετά τον θάνατο του Ηρώδη, άγγελος είπε στον Ιωσήφ να επιστρέψει στο Ισραήλ, ώστε να εκπληρωθούν τα λόγια: «Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου».
  • Φοβούμενη τον διάδοχο του Ηρώδη, τον Αρχέλαο, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας.
  • Ο ομιλητής καταλήγει ότι η αντίθεση δεν μπορεί να νικήσει το έργο του Θεού και καλεί τους Ορθοδόξους Χριστιανούς να αντισταθούν στην αμαρτία και να δεχθούν μέσα τους το έργο του Αγίου Πνεύματος.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι

Ο Ηρώδης είδε ότι οι μάγοι βράδυναν να επιστρέψουν σ' αυτόν. Στην αρχή απέδωσε την αργοπορία σε αποτυχία της έρευνάς τους και στην επιμονή τους να ανακαλύψουν το παιδί. Επειδή όμως είχε κάποια ανησυχία, έκρινε καλό να στείλει κάποιους ανθρώπους του στη Βηθλεέμ για να δουν τι γίνονται οι μάγοι και να τους φέρουν σ' αυτόν. Αλλά οι απεσταλμένοι του γρήγορα τον πληροφόρησαν ότι πουθενά δεν έβρισκαν τους μάγους και ότι αυτοί πριν από μερικές μέρες είχαν εξαφανιστεί από τη Βηθλεέμ. Η ανέλπιστη αυτή είδηση εξόργησε και τάραξε τον Ηρώδη. Πρώτον, διότι οι ξένοι εκείνοι τον γέλασαν, αψηφώντας τη λάμψη και τη δύναμή του σαν να ήταν ένας κοινός άνθρωπος. Δεύτερον δε, διότι ενώ μέχρι πρότινος

δεν πίστευε τα περί γεννήσεως ενός τέτοιου παιδιού όπως το περιέγραφαν οι μάγοι, ήδη όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο τον έβαζε επάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Τι λοιπόν; Αυτός που κατέλαβε την εξουσία με τόσες κακουργίες και τη διατηρούσε με τόσους φόνους, που προσπαθούσε να δώσει λάμψη στη φήμη του, ανεγείροντας μεγαλοπρεπείς οικοδομές και κτίζοντας ωραίες πόλεις, αυτός τώρα να βρεθεί αντιμέτωπος ενός παιδιού, το οποίο αμέσως από το λίκνο του να τιτλοφορείται Βασιλεύς των Ιουδαίων και να θεωρείται ως ο προφητευόμενος Μεσσίας; Τι λοιπόν έπρεπε να γίνει; Η ιδέα ότι πράγματι το παιδί γεννήθηκε δυνάμωνε όλο και περισσότερο μέσα του. Διότι πώς δεν επέστρεψαν οι μάγοι;

Η Βηθλεέμ δεν απείχε παρά μόνο δύο ώρες από τα Ιεροσόλυμα. Τι δε το φυσικότερο από το να επιστρέψουν στη χώρα τους, περνώντας από εκεί, αφού μάλιστα το υποσχέθηκαν σ' αυτόν τον βασιλέα, και τι απλούστερο από του να του δηλώσουν ότι το παιδί δεν είχε βρεθεί και ότι απατήθηκαν νομίζοντας ότι γεννήθηκε; Και όμως αυτοί έφυγαν και εξαφανίστηκαν ως δραπέτες. Γιατί άραγε; Μήπως οι μάγοι κατάλαβαν τους σκοπούς του και δεν θέλησαν να του φανερώσουν αν το βρήκαν και πού; Ο Ηρώδης δεν ήταν από εκείνους που μένουν αναποφάσιστοι με τέτοιες αμφιβολίες. Θα κατόρθωνε εκείνο που επιθυμούσε φονεύοντας όλα τα παιδιά που ήταν μέσα στη Βηθλεέμ και τριγύρω από ηλικίας δύο ετών και κάτω.

Πίστευε ότι έτσι μαζί με τα άλλα θα φονευόταν και το τέκνο των γραφών. Το τελευταίο αυτό μέτρο θεωρούσε απαραίτητο για να ασφαλιστεί με κάθε βεβαιότητα. Η διαταγή που εκδόθηκε και εκτελέσθηκε ήταν εντελώς σύμφωνη με τον καθόλου χαρακτήρα και τις άλλες θηριώδεις πράξεις του Ηρώδου. Η ζωή του ήταν αδιάκοπη σειρά των μιαρωτέρων φόνων. Από τη μάχαιρά του είχαν περάσει ιερείς και μέλη του συνεδρίου. Ο γαμπρός του και αρχιερέας Αριστόβουλος αναγκάστηκε να πνιγεί μόνος του, για να μην υποκύψει στη θέληση του αιμοδιψούς και αδυσώπητου τυράννου. Αυτή η σύζυγός του, Μαριάννα η Μακαβέα, είχε στραγγαλιστεί κατά διαταγή του. Τρεις από τους γιους του...

Αλέξανδρος, ο Αριστόβουλος και ο Αντίπατρος, και συγγενείς του άλλοι πολύ κοντινοί και φίλοι του βρήκαν το θάνατο από τον αποτρόπαιο εκείνο άνθρωπο. Αφήνουμε τα άλλα πλήθη τα οποία φόνευσε είτε με στραγγαλισμό, είτε με φωτιά, είτε με τους πιο άγριους και απάνθρωπους βασανισμούς. Την ίδια σχεδόν εποχή είχε κάψει ζωντανούς δυο ευγλώττους Ιουδαίους διδασκάλους, τον Ιούδα και τον Ματθία, με σαράντα μαθητές τους. Τι λοιπόν τον εμπόδιζε να διατάξει σφαγή παιδιών προκειμένου να επιτύχει την εξασφάλιση του θρόνου του και της ψυχικής του ησυχίας; Και το κακούργημα εξετελέσθη. Αιμοβόροι απεσταλμένοι του, άξιοι του θηριώδους ηγεμόνα τους, έφεραν εις πέρας το πρόσταγμα

παραβιάζοντας όλα τα σπίτια της Βηθλεέμ και των τριγύρω περιοχών και θανατώνοντας τα βρέφη μπρος στους γονείς τους ή και αποσπώντας αυτά από τις αγκαλιές των μητέρων τους. Το κακούργημα λοιπόν εκτελέστηκε, ο σκοπός του όμως απέτυχε εντελώς. Τι σκόπευε εκείνος; Τον φόνο του Ιησού. Όλα τα παιδιά, τα μέχρι δύο ετών, σφάγηκαν για να εξασφαλιστεί η δική του σφαγή. Αποδείχθηκε και αυτή η μωρία των δυνατών της γης, οι οποίοι μέσα στην τύφλωσή τους δεν μπορούν να εννοήσουν ότι τίποτε δεν μπορεί να ματαιώσει όσα έχει αποφασισμένα ο Θεός. Μόλις οι μάγοι ανεχώρησαν, πριν ο Ηρώδης δώσει τη διαταγή του φόνου, άγγελος Κυρίου φάνηκε στον Ιωσήφ, ενώ κοιμόταν

σε όνειρο πολύ ζωηρό του είπε: «Γρήγορα να σηκωθείς και να παραλάβεις το παιδί μαζί με τη μητέρα του και να φύγεις αμέσως και με κάθε ταχύτητα στην Αίγυπτο, να μείνεις δε εκεί μέχρι που να έλθω πάλι να σου πω, διότι ο Ηρώδης μέλλει να ζητήσει το παιδί για να το φονεύσει». Ο Ιωσήφ σηκώθηκε αμέσως και ξύπνησε την Παναγία βιαστικά. Με λίγες λέξεις της διηγήθηκε το όνειρο και παρέστησε την ανάγκη της φυγής. Αποφάσισαν, λοιπόν, να ετοιμαστούν αμέσως. Και ο Κύριος ως άνθρωπος έμπαινε από την ηλικία αυτή στο δρόμο των διωγμών. Έτσι ξεκίνησαν για την Αίγυπτο. Ποια αντιστροφή! Η γη της Επαγγελίας, πλημμυρισμένη από αίματα,

σκιασμένη από τα βρωμερότερα εγκλήματα, έδιωχνε μακριά της τον Υιό του Θεού. Και για το φυγάδα αυτό άσυλος τόπος γινόταν η Αίγυπτος, η άλλοτε γη της τυραννίας και της δουλείας. Με όχι λίγη βέβαια ταλαιπωρία έφτασαν στην Αίγυπτο, αλλά και δεν ήταν μικρή η ευχαρίστησή τους, όταν έφεραν το αγαπητό παιδί μακριά από το φονικό μαχαίρι του αιμοχαρούς τυράννου της Ιουδαίας. Σύμφωνα με κάποια παράδοση, η Αγία Οικογένεια εγκαταστάθηκε στη μικρή πόλη Ματαλκέχ, λίγα μίλια βορειοανατολικά του σημερινού Καΐρου, επί πολύ δε καιρό ύστερα έδειχναν μια συκομορέα κάτω από το φύλλωμα της οποίας κάθισαν να αναπαυθούν.

Ως προς το χρονικό διάστημα της εκεί διαμονής τους, υπάρχουν πολλές γνώμες. Κατ' άλλους μεν έμειναν μόνο δύο μήνες, κατ' άλλους δύο έτη, κατ' άλλους τρία έτη και είκοσι μέρες και κατ' άλλους τέσσερα ή πέντε έτη. Ένα όμως μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο: ότι η από την Αίγυπτο επιστροφή έγινε ύστερα από τις 21 Μαρτίου του 750 από κτίσεως Ρώμης, διότι είναι μαρτυρημένο ότι τότε απέθανε ο Ηρώδης. Και ο μεν Ευαγγελιστής Ματθαίος περιορίζεται να μας γνωστοποιήσει απλώς τον θάνατο του τυράννου, από αλλού όμως γνωρίζουμε το άθλιο τέλος του, καθόλα άξιο της πλήρους εγκλημάτων ζωής του και φανερώνοντας πως η Θεία Δικαιοσύνη δίνει πολλές φορές τρομερά τα χτυπήματά της και σε αυτόν τον κόσμο.

Και αν είχε δηλητηριάσει τη συνείδησή του ο Ηρώδης, η μακρά σειρά των εγκλημάτων και των αδιαλείπτων υποψιών του τον έκαναν τόσο παράφρονα, ώστε περί τα τέλη της ζωής του να κυριεύεται από άγρια έξαψη, ώστε κάποτε ζήτησε να αυτοκτονήσει. Λίγες δε μέρες πριν από το θάνατό του, αποκεφάλισε τον μεγαλύτερο γιο του Αντίπατρο. Ο Θεός δε επέτρεψε να προσβληθεί από φθειρίαση, από την οποία πρήστηκε το σώμα του και άνοιξαν πληγές γεμάτες πύο και σκουλήκια. Σε αυτή την άθλια κατάσταση, μάταια ζήτησε καταφύγιο στο κάτω από τους φοίνικες της Ιεριχούς μεγαλοπρεπές και πλούσιο ανάκτορό του. Ο θάνατος τον βρήκε εν μέσω ζωντανής τρόπον τινά αποσυνθέσεως του σώματός του

οικτρής παραφροσύνης. Ο άγγελος εκείνος, ο οποίος είχε ειδοποιήσει τον Ιωσήφ στη Βηθλεέμ ότι έπρεπε αμέσως να φύγουν για την Αίγυπτο, αυτός πάλι τον ειδοποίησε στο όνειρο για το θάνατο του Ηρώδου και του είπε να παραλάβει το παιδί και τη μητέρα του για να επιστρέψουν στη γη Ισραήλ. Ο Ιωσήφ εξετέλεσε την παραγγελία και έτσι εκπληρώθηκε το ρητό «Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον Υιόν μου». Με χαρά περισσή άφησαν την ξένη γη και από τον ίδιο δρόμο επανήλθαν στη γη των πατέρων τους με τη διάθεση να εγκατασταθούν στη Βηθλεέμ. Αλλά καθοδόν συναντήθηκαν με ταξιδιώτες Ιουδαίους, από τους οποίους άκουσαν ότι διάδοχος του Ηρώδου επί της Ιουδαίας έγινε ο γιος του Αρχέλαος,

ο οποίος έκανε τα εγκαίνια της εξουσίας του διατάσσοντας να σφαγούν τρεις χιλιάδες Ιουδαίοι. Τι λοιπόν έπρεπε να κάνουν; Αλλά αφού έμαθαν ότι στη Γαλιλαία την εξουσία είχε ο μεγαλύτερος αδελφός του Αρχελάου, Αντίπας, πλέον ανεξίκακος και αδιάφορος, αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην πρώτη τους κατοικία, δηλαδή στη μικρή πόλη Ναζαρέτ.

Ανά τους αιώνες οι οποίοι προσπάθησαν, όπως ο Ηρώδης, να αντιστρατευτούν στον ίδιο το Θεό και το έργο του. Εάν δεν θέλαμε να βρούμε την αρχή, το ξεκίνημα της θλιβερής ή μάλλον τραγικής αυτής υποθέσεως, θα φτάναμε στην ανταρσία του διαβόλου, ο οποίος υπερήφανα σκεπτόμενος θέλησε να γίνει Θεός χωρίς το Θεό, απέκοψε την κοινωνία με την πηγή του φωτός και της ζωής και έγινε σκοτεινή και νεκρή πνευματικά ύπαρξη. Από τότε ο εφευρέτης της κακίας και γεμάτος από κάθε κακία αντιστρατεύεται το έργο του Θεού που είναι έργο αγάπης και σωτηρίας. Το καταστροφικό και αντίθεο έργο, ο πονηρός το κάνει είτε αμέσως ο ίδιος, είτε μέσω οργάνων του που σκέφτονται

συνειδητά ή χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνουν πάνε κόντρα στο θέλημα και το έργο του Θεού. Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις τόσο κατά τους χρόνους της Παλαιάς όσο και κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Καταστροφικό. Καταστροφικό, καταστροφικό όμως όχι για το έργο του Θεού, αλλά για αυτούς που προσπαθούν να το καταστρέψουν. Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν. Ζημιώνονται όσοι κλωτσούν με γυμνά πόδια καρφιά, το αυγό που χτυπά την πέτρα και όσοι πάνε να τα βάλουν με το Θεό και την Εκκλησία Του. Το έργο του Θεού προχώρησε, προχωρεί και θα προχωρήσει όσο και αν δεν το θέλουν κάποιοι, όσο και αν το πολεμούν. Ο πόλεμος αυτός

και αν μερικές φορές φαίνεται ότι κλονίζει το έργο του Θεού, τελικά μάλλον το προάγει. Τι κατόρθωσε ο διάβολος; Έβγαλε τον άνθρωπο από τον αισθητό παράδεισο και μπήκε αυτός εν Χριστώ Ιησού στη βασιλεία του Θεού. Ποιο το αποτέλεσμα της θανάτωσης του Κυρίου; Η Ανάσταση και η αιώνια ζωή. Ποιο το αποτέλεσμα των διωγμών; Αντί να αφανίσουν, θέριεψαν την Εκκλησία. Αυτά καλό είναι να τα έχουν υπόψη τους οι επίδοξοι διώκτες του Χριστού και της Εκκλησίας Του. Αλλά και εμείς που υποτίθεται ότι ως χριστιανοί ορθόδοξοι αγαπάμε το Θεό, χρειάζεται να προσέχουμε να μην με τις αμαρτίες μας αντιστρατευόμαστε στο έργο του Αγίου Πνεύματος, αλλά να το επιτρέπουμε

μορφώνει μέσα μας Κύριον Ιησούν. Χριστός ετέχθη.

Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι

Herod noticed that the Magi were taking a long time to return. At first, he put their delay down to a fruitless search and their determination to find the child. Still uneasy, he sent some of his men to Bethlehem to see what the Magi were doing and bring them back. His messengers soon reported that the Magi were nowhere to be found: they had disappeared from Bethlehem several days earlier. This unexpected news enraged and alarmed Herod. First, these foreigners had made a fool of him, disregarding his splendor and power as though he were an ordinary man. And second, although until then

he had not believed what the Magi said about the birth of such a child, the possibility now filled him with dread. What was he to do? He had seized power through so many crimes and held on to it through so many murders. He had tried to add luster to his name by raising magnificent buildings and founding beautiful cities. Was he now to face a child who, from the cradle, bore the title King of the Jews and was regarded as the promised Messiah? What could he do? The thought that the child really had been born grew stronger and stronger in him. Why else had the Magi failed to return?

Bethlehem was only two hours from Jerusalem. What could have been more natural than for them to pass through Jerusalem on their way home, especially since they had promised the king they would? What could have been simpler than to tell him they had not found the child and had been mistaken in thinking he was born? Yet they had slipped away and vanished like fugitives. Why? Had the Magi seen through his intentions and refused to tell him whether they had found the child, or where? Herod was not one to remain undecided in the face of such doubts. He would get what he wanted by killing every child aged two or under in Bethlehem and the surrounding area.

He believed the child spoken of in the Scriptures would be killed along with the others. He considered this final measure necessary to make absolutely sure. The order he issued and carried out was entirely in keeping with Herod’s character and his other savage deeds. His life was an unbroken series of the foulest murders. Priests and members of the council had fallen by his sword. His brother-in-law, the high priest Aristobulus, was forced to drown, rather than submit to the will of that bloodthirsty, merciless tyrant. Even his wife, Mariamne the Maccabean, had been strangled on his orders. Three of his sons...

Alexander, Aristobulus, and Antipater, along with other close relatives and friends, met their deaths at the hands of that monstrous man. And this is to say nothing of the many others he killed by strangling, burning, or the cruelest and most inhuman tortures. At almost the same time, he had burned alive two eloquent Jewish teachers, Judas and Matthias, together with forty of their students. What, then, would stop him from ordering the slaughter of children to secure his throne and put his mind at ease? The crime was carried out. His bloodthirsty agents, worthy of their savage ruler, obeyed his command

by breaking into every home in Bethlehem and the surrounding area, killing infants before their parents’ eyes or tearing them from their mothers’ arms. The crime was carried out, but his purpose failed completely. What had he intended? To kill Jesus. Every child aged two or under was slaughtered to make certain that Jesus, too, would die. Here again was the folly of the powerful of this world. In their blindness, they cannot understand that nothing can thwart what God has willed. As soon as the Magi had left, before Herod gave the order to kill, an angel of the Lord appeared to Joseph while he slept

and said to him in a vivid dream: “Get up quickly. Take the child and his mother and flee to Egypt at once. Stay there until I come and tell you otherwise, for Herod is about to search for the child to kill him.” Joseph rose immediately and hurriedly woke the Most Holy Theotokos (All-Holy). In a few words, he told her the dream and explained why they had to leave. So they prepared to go at once. Even at that age, the Lord, in his humanity, had begun to walk the path of persecution. And so they set out for Egypt. What a reversal! The Promised Land, flooded with blood

and darkened by the foulest crimes, drove away the Son of God. Egypt, once a land of tyranny and slavery, became a refuge for him in his flight. They reached Egypt after considerable hardship, but how relieved they were to bring the beloved child beyond the murderous blade of Judea’s bloodthirsty tyrant. According to one tradition, the Holy Family settled in the small town of Matalkheh, a few miles northeast of present-day Cairo. For a long time afterward, people pointed out a sycamore tree beneath whose leaves they had rested.

There are many views about how long they stayed there. Some say only two months; others, two years; others, three years and twenty days; and still others, four or five years. One thing, however, may be considered certain: they returned from Egypt after March 21 in the year 750 from the founding of Rome, for Herod is known to have died then. The Evangelist Matthew simply tells us that the tyrant died. Other sources tell us of his wretched end, wholly fitting for a life filled with crimes, and show how Divine Justice sometimes strikes terribly even in this world.

Herod had poisoned his own conscience. His long succession of crimes and constant suspicions drove him so far into madness that, toward the end of his life, he was seized by violent agitation and at one point even tried to take his own life. A few days before his death, he had his eldest son, Antipater, beheaded. God let him be afflicted by a disease that caused his body to swell and break out in sores full of pus and worms. In this miserable condition, he sought refuge in vain at his splendid, richly appointed palace beneath the palm trees of Jericho. Death found him while his body was, as it were, decaying before his eyes

and his mind was in a pitiful state of madness. The same angel who had warned Joseph in Bethlehem to flee at once to Egypt appeared to him again in a dream. He told Joseph of Herod’s death and instructed him to take the child and his mother back to the land of Israel. Joseph obeyed, and so the words were fulfilled: “Out of Egypt I called my son.” With great joy, they left the foreign land and returned by the same road to the land of their fathers, intending to settle in Bethlehem. But on the way, they met Jewish travelers who told them that Herod’s son Archelaus had succeeded him as ruler of Judea,

and had begun his reign by ordering the slaughter of three thousand Jews. What were they to do? They learned that Galilee was ruled by Archelaus’s older brother, Antipas, who was less cruel and less concerned with them. So they decided to settle in their former home, the little town of Nazareth.

Through the ages, there have been people who, like Herod, tried to fight against God himself and his work. If we look for the beginning of this sad, indeed tragic, story, we come to the rebellion of the devil. In his pride, he wanted to become God without God. He cut himself off from communion with the source of light and life and became a being of spiritual darkness and death. Since then, the inventor of evil, filled with every kind of wickedness, has fought against God’s work, which is a work of love and salvation. The evil one carries out this destructive work against God either himself or through people who

knowingly, or without quite realizing it, set themselves against God’s will and work. History is full of such examples, both in the time of the Old Testament and in the time of the New Testament. And what is the result? Destruction. But that destruction falls on those who try to destroy God’s work. “It is hard for you to kick against the goads.” Those who kick sharp points with bare feet only injure themselves; so does an egg that strikes a stone, and so do those who take on God and his Church. God’s work has gone forward, goes forward now, and will go forward, however much some may oppose and fight it. And this struggle,

even when it sometimes seems to shake God’s work, ultimately helps it advance. What did the devil accomplish? He drove humanity out of the earthly Paradise, yet in Christ Jesus humanity entered the Kingdom of God. What was the result of putting the Lord to death? The Resurrection and eternal life. What was the result of the persecutions? They strengthened the Church instead of destroying it. Those who would persecute Christ and his Church would do well to remember this. And we, who as Orthodox Christians are supposed to love God, must take care that our sins do not set us against the work of the Holy Spirit. We must let him

form the Lord Jesus within us. Christ is born.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ\26 12 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα