Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και η υπεράσπιση της Ορθοδοξίας
Η Εκκλησία τιμά τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό στις 25 Ιανουαρίου και τον τιμά ως υπερασπιστή της Ορθόδοξης πίστης. Μεγαλωμένος στην Καππαδοκία υπό την επιρροή της μητέρας του Νόννας, ο Γρηγόριος σπούδασε ευρέως και σύναψε φιλία διά βίου με τον Μέγα Βασίλειο.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό στις 25 Ιανουαρίου και τον τιμά ως υπερασπιστή της Ορθόδοξης πίστης.
- Μεγαλωμένος στην Καππαδοκία υπό την επιρροή της μητέρας του Νόννας, ο Γρηγόριος σπούδασε ευρέως και σύναψε φιλία διά βίου με τον Μέγα Βασίλειο.
- Μετά τη βάπτισή του επιθυμούσε ζωή θεωρίας, αλλά ο πατέρας του τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και τον κάλεσε να υπηρετήσει στη Ναζιανζό.
- Κήρυξε κατά του Αρειανισμού, υπερασπίστηκε τη θεότητα του Υιού, βοήθησε τον λαό σε περίοδο λιμού και υπέμεινε τον θάνατο στενών συγγενών.
- Στην Κωνσταντινούπολη, το κήρυγμά του στην Εκκλησία της Αναστασίας ενίσχυσε την ορθόδοξη κοινότητα παρά τη βίαιη αντίθεση.
- Ο Θεοδόσιος ο Μέγας αποκατέστησε εκκλησίες στους Ορθοδόξους και τοποθέτησε τον Γρηγόριο αρχιεπίσκοπο, αλλά η αντίθεση στη Β' Οικουμενική Σύνοδο οδήγησε τον Γρηγόριο σε παραίτηση.
- Τα τελευταία του χρόνια ο Γρηγόριος αφιέρωσε στη μελέτη και την ποίηση· η ομιλία κλείνει με τη διδασκαλία του ότι η έλευση του Χριστού καλεί τους πιστούς σε ανανεωμένη ζωή εν Αυτώ.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 20 παράγραφοι
25 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Θεολόγου, του Οσίου Ποπλίου, του Οσίου Μάρη, της Αγίας Μάρτυρος Μεδούλης και της συνοδίας αυτής, του Οσίου Δημητρίου του Σκευοφύλακος, του Οσίου Απολό, του Οσίου Καστίνου Επισκόπου Βυζαντίου, του Οσίου Δημητρίου του Σκευοφύλακος και του Αγίου Νεομάρτυρος Αυξεντίου, ο οποίος μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη το 1720.
Πάνσοφος Γρηγόριος ο Θεολόγος είναι ένας από τους μεγαλύτερους πατέρες της Εκκλησίας μας και από τους πιο λαμπρούς αθλητές της Ορθοδόξου Πίστεως. Γεννήθηκε το 329 στην Αριανζώ, κωμόπολη της Καπαδοκίας, κοντά στη Ναζιανζώ. Ήταν πλουσίως προικισμένος από το Θεό φύσει, σπουδαία δε επίδραση στις ευσεβείς του τάσεις εξάσκησε η μητέρα του Νόννα. Μετά τη στοιχειώδη παίδευσή του στη Ναζιανζώ, τη μέση του εκπαίδευση ο Γρηγόριος έλαβε στην Καισάρεια, όπου και γνωρίστηκε με το συμμαθητή του Μέγα Βασίλειο. Κατόπιν πήγε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, όπου υπήρχαν ονομαστοί διδάσκαλοι της ρητορικής, και στις περίφημες σχολές της Αλεξανδρείας. Το φιλομαθές πνεύμα του
το οποίο ποθούσε τελειότερη γνώση των Ελλήνων συγγραφέων και άσκηση στη ρητορική, τον έφερε το 354 στην Αθήνα, την πόλη αυτή των γραμμάτων και των τεχνών, όπου και κατά τον τέταρτο αιώνα συνέρεαν πολυάριθμοι νέοι από την Ασία και την Ευρώπη. Και ο ίδιος έγραψε σχετικά με το ταξίδι του εκείνο ότι το έκανε με αιγινήτικο πλοίο, κινδύνευσαν δε να καταποντιστούν από σφοδρότατη τρικυμία. Λέγεται ότι σώθηκαν με θαύμα, το οποίο έγινε μετά από προσευχή του Γρηγορίου, το οποίο όταν είδαν οι ναύτες και όλοι οι υπόλοιποι που ήταν στο πλοίο, εξεπλάγησαν και πίστευσαν στον Χριστό, όσοι ήταν ειδωλολάτρες, και όλοι ομόφωνα ομολόγησαν.
ο Θεός του Γρηγορίου τους λύτρωσε από εκείνο το μεγάλο κίνδυνο και ότι Αυτός μόνος είναι Θεός Παντοδύναμος. Στην Αθήνα ευτύχησε να επανεύρει τον Βασίλειο, συμφοιτητές δε έγιναν και συγκάτοικοι. Ο Γρηγόριος πολλές φορές ύστερα ανέφερε στους στίχους του την εγκάρδια αγάπη η οποία τους συνέδεε και ωραιότατα έλεγε ότι ήταν μια ψυχή μέσα σε δυο σώματα. Στην Αθήνα έμεινε εξαετία. Τόσο δε διακρίθηκε στις σπουδές του, ώστε πολλοί τον παρακινούσαν να μείνει εκεί για να διδάξει φιλοσοφία και ρητορική. Ήταν δε μεγάλη η αγάπη του προς τον Πλάτωνα και αγαπούσε να λέγει και κατόπιν «Και εμείς Αττικοί εσμέν». Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του το
359 ή 360 βαπτίστηκε. Κατόπιν, ενδίδοντας στις συχνές και θερμές προτροπές και παρακλήσεις του Βασιλείου, πήγε σ' αυτόν στο περίφημο ησυχαστήριο του Πόντου, του οποίου τα σπάνια και ερημικά θέλγητρα, που τόσο συμβιβάζονταν με τις πνευματικές του ενασχολήσεις, με τόση αμίμητη χάρη περιέγραφε ο Βασίλειος σε μια από τις προς τον Γρηγόριο επιστολές του. Κατά το έτος 361, ο πατέρας του, Επίσκοπος Ναζιανζού, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο παρά την αντίστασή του. Και μολονότι υποχώρησε πιθαναγκασθείς, αισθανόταν τόσο μεγάλες στην ευσεβή και ευαίσθητη καρδιά του τις ιερατικές ευθύνες, ώστε δίστασε να τις εξασκήσει.
Επωφελούμενος από νέα πρόσκληση του Βασιλείου, έτρεξε και πάλι στο αναχωρητήριο του Πόντου. Εκεί συνεργάστηκαν στην κατάρτιση της Φιλοκαλίας. Οι γονείς του όμως δεν έπαυσαν να τον παρακαλούν για να επιστρέψει και να αναλάβει τα καθήκοντά του, και η πόλη δε της Ναζιανζού συνένωνε τις συγκινητικές της ικεσίες. Επέστρεψε λοιπόν και τότε εξεφώνησε τον περίφημο λόγο του «Περί της φυγής του και της αξίας της ιεροσύνης». Προκειμένου να πληρωθεί ο θρόνος της Καισάρειας που χήρευσε με το θάνατο του Ευσεβίου, οι μεν Καισαρείς ζητούσαν τον Βασίλειο. Αυτός δε προσπάθησε να καταπείσει τον Γρηγόριο για να δεχθεί αυτός το αξίωμα. Αλλά ο Γρηγόριος αρνήθηκε
όχι μόνο διότι, όπως απέδειξαν κατόπιν τα πράγματα, ο χαρακτήρας του δεν αγαπούσε τους απαραίτητους εκείνους θορύβους, με τους οποίους συνδέεται η κεντρική εκκλησιαστική εξουσία σε κρίσιμους μάλιστα και περιπετειώδεις ιστορικούς καιρούς, αλλά και διότι αναγνώριζε ότι ο Βασίλειος ήταν προικισμένος με υπέροχα και απαράμιλλα διοικητικά προσόντα. Ο αρνηθείς τη Μητρόπολη της Καισάρειας δέχθηκε ύστερα την Επισκοπή των Σασίμων, μικρής πόλεως της Καπαδοκίας, για να ευχαριστήσει τον Βασίλειο, υπό τον οποίον έμελλε να υπηρετήσει. Ήταν όμως άθλιο το κλίμα και η ποιητική και ευπαθής ψυχή του Γρηγορίου γρήγορα άρχισε να θυμεί. Όταν δε την ασήμαντη επισκοπή του
άρχισε να τη διεκδικεί και ο Μητροπολίτης Τυάνων, λέγοντας ότι υπαγόταν στη δική του δικαιοδοσία, ο Γρηγόριος την παράτησε και, διψασμένος για να επανέλθει στην προσφιλή του ησυχία, κατέφυγε στην έρημο. Αλλά από εκεί τον απέσυρε η υική στοργή. Ο πατέρας του ήταν πλέον γέροντας και τον θέλησε βοηθό του. Η παράκληση εισακούστηκε και έτσι ο Γρηγόριος το 372 εισήλθε στην ενεργό δράση της Εκκλησίας. Εδώ, στη Ναζιανζώ, από την οποία έλαβε και την προσωνυμία του Ναζιανζηνού, άρχισε το ρητορικό θεολογικό του στάδιο, εκφωνώντας λόγους εναντίον των Αριανών και υπέρ της Θεότητος του Υιού και Λόγου του Πατρός.
Δραστηριότατα δε και φιλανθρωπότατα εργάστηκε και σε καιρό ξηρασίας, όταν πείνα και πολλή άλλη δυστυχία καταβασάνισε το ποίμνιο του πατέρα του. Η διακονία αυτή ήταν για τον Γρηγόριο και μια ανακούφιση από τις θλίψεις με τις οποίες ο θάνατος προσφιλεστάτων προσώπων είχε βαθιά πληγώσει την ψυχή του.
Διότι πρώτος είχε αρπαγεί ο νεότερος αδελφός του Καισάριος, μετά δε από αυτόν η αδελφή του Γοργονία. Το πικρό ποτήρι γέμισε όταν το 374 πέθανε και ο πατέρας του, τελευταία δε σε βαθύ γήρας έκλεισε τους οφθαλμούς της και η μητέρα του Νόννα.
Ο Γρηγόριος είχε βέβαια τη ζωηρή εκείνη πίστη, η οποία με την ελπίδα της μέλλουσας ζωής Απόστολος, Αγία Ανάληψη, Γραφή, Αποκάλυψη, Ευαγγελισμός, Βασιλεία των Ουρανών. Αλλά η Θεία Πρόνοια τον κάλεσε στη Βασιλεύουσα. Σαράντα ετών προστασία της πολιτείας στους Αριανούς τους είχε κάνει πανίσχυρους στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία είχαν καταλάβει όλους τους ναούς. Μια μόνη μικρή εκκλησία απέμεινε για τους Ορθοδόξους, η της Αγίας Αναστασίας, και σε αυτή, όταν απέθανε ο Αυτοκράτορας Ουάλης,
βασίλευσε ο Θεοδόσιος ο Μέγας. Κατάλληλος λίγο νωρίτερα προσκλήθηκε ως κήρυκας ο Γρηγόριος, κριθείς ως ο καταλληλότατος για να υπερασπίσει την Ορθοδοξία και να ανταπεξέλθει κατά του χειμάρρου του Αριανισμού. Το έργο τέτοιου ομιλητού δεν ήταν βέβαια δύσκολο για τον Γρηγόριο, ήταν όμως οδυνηρό και κινδυνώδες. Αλλά ο λαμπρότατος των θεολόγων ρητόρων, όσο και αν ήταν φίλος της ερημίας και εχθρός των θορύβων των πόλεων, δεν δίστασε να πολεμήσει για την πίστη και να επιτελέσει μέγα προς την Εκκλησία καθήκον. Ήδη είχε δώσει αλησμόνητα δείγματα τολμηρού ηρωισμού. Νεότατος ακόμη είχε εκτοξεύσει κατά του Ιουλιανού του Παραβάτου
περίφημους στηλιτευτικούς του λόγους. Στη δε Ναζιανζώ, πολλές φορές είχε υπερασπίσει ευτολμότατα τους χριστιανούς εναντίον της ανομίας των πολιτικών διοικητών. Τώρα δε υπήκουσε στην εκ Κωνσταντινουπόλεως πρόσκληση των Ορθοδόξων και ήλθε μέσα στο καμίνι της μάχης χωρίς να πτοηθεί από τη μανία των Αριανών και από τη δύναμη του ομοφρονούντος αυτοκράτορα. Οι λόγοι του Γρηγορίου αποτέλεσαν αμέσως το σπουδαιότατο γεγονός της Βασιλεύουσας. Οι Ορθόδοξοι σκίρτησαν και περί την Αγία Αναστασία συνωθούνταν πλήθη που διψούσαν να ακούσουν τον εύγλωττο και ισχυρό ρήτορα, ο οποίος γνώριζε να εκλαϊκεύει θαυμάσια τα θεολογικότατα ζητήματα
θρίαμβο της Ορθοδόξου αληθείας. Οι δε Αριανοί, εμβρόντητοι και ταραγμένοι, ζήτησαν και να τον φονεύσουν, εξαπολύοντας εναντίον του τον Αριανό όχλο, ο οποίος εισέβαλε ένοπλος στο ναό, κακοποίησε Ορθοδόξους και τραυμάτισε τον Γρηγόριο. Ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας, ζηλωτής και ένθερμος προστάτης της Ορθοδοξίας, είδε ότι όφειλε να παρέμβει. Απόδωσε το 380 στους Ορθοδόξους όλες τις εκκλησίες που τους είχαν αφαιρεθεί, διώχνοντας δε τον Αριανό Αρχιεπίσκοπο Δημόφιλο, ανέδειξε ως Ορθόδοξο Αρχιερέα Κωνσταντινουπόλεως τον Γρηγόριο. Μολονότι αυτός αποποιήθηκε καταρχάς, τελικά τον εγκαθίδρυσε εν θριάμβο
στη Μεγάλη Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Κατά το 381 συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη η Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδος υπό την προεδρία του Αντιοχείας Μελετίου και μετά το θάνατο αυτού υπό την προεδρία του Γρηγορίου. Μια όμως μερίδα επισκόπων τον αντιπολιτεύτηκε, προβάλλοντας ότι ανυψώθηκε στον πρώτο θρόνο από μια τόσο άσημη επισκοπή όπως ήταν των Σασίμων και ότι δεν καταπολεμούσε με πολλή σφοδρότητα τους Αριανούς. Η ευγενική ψυχή του Γρηγορίου γέμισε τότε από βαθιά θλίψη. Και αυτός, ο οποίος καταφρόνησε τους κινδύνους θανάτου εκ μέρους των αιρετικών, αισθάνθηκε πολύ άσχημα, αναγκασμένος να αντικρίζει τόσο ταπεινή αντιπολίτευση
εκ μέρους Ορθοδόξων Επισκόπων. Αποχώρησε λοιπόν από τη Σύνοδο και υπέβαλε την παραίτησή του. Με έξοχη δε αποχαιρετιστήρια ομιλία, της οποίας αξιοπρεπέστερη και παθητικότερη ποτέ δεν εκφωνήθηκε, άφησε την Κωνσταντινούπολη, όπου τόσα είχε στήσει τρόπαια, και ησύχασε τέλος στη γενέθλιό του κωμόπολη, την Αριανζώ. Εδώ έζησε το υπόλοιπο της ζωής του, με ειρήνη, καλλιεργώντας μικρό κήπο, ενασχολούμενος με τις θεολογικές του μελέτες και συνθέτοντας στίχους. Τελεύτησε περί το 390 σε ηλικία 62 ετών. Τα σωζόμενα συγγράμματά του δείχνουν τη λαμπρή και γλαφυρή του ρητορία, τη θαυμάσια πολυμάθεια,
την υψηλή του πνευματική κατάσταση. Το ύψος των θεολογικών του νοημάτων, καθώς και το ότι σχεδόν σε κάθε του λόγο αναφέρει περί της Αγίας Τριάδος, έκαναν την Εκκλησία να του προσδώσει τον υψηλό και σπάνιο τίτλο του Θεολόγου, καθώς μόνο τρεις από όλους τους αγίους φέρουν τον τίτλο αυτό. Αυτό. Τα έργα του διακρίνονται σε λόγους, επιστολές και ποιήματα. Έχει γράψει εγκωμιαστικούς λόγους στο Μέγα Αθανάσιο και τον Άγιο Κυπριανό, επιταφείους στον αδελφό του Καισάριο, την αδελφή του Γοργονία, τον πατέρα του και τον Μέγα Βασίλειο.
Κλείσουμε το σημερινό μας συναξάρι με ένα μικρό μέρος από το λόγο του μεγάλου αυτού πατρός και θεολόγου της Εκκλησίας μας, στα γενέθλια του Σωτήρος. Το αποδίδουμε εν μεταφράσει, αν και η μετάφραση υπολείπεται αρκετά του πρωτοτύπου. Γράφει λοιπόν: «Αυτό είναι για μας το νόημα της πανηγύρεως και αυτό εορτάζουμε σήμερα, τον ερχομό του Θεού στους ανθρώπους, για να πάμε εμείς στο Θεό ή για να επανέλθουμε, διότι έτσι νομίζω ότι είναι σωστότερο να ειπωθεί, για να ενδυθούμε τον νέον άνθρωπο αφού εκδυθούμε τον παλαιό και όπως έχουμε πεθάνει με τον Αδάμ, έτσι ας ζήσουμε μαζί με τον Χριστό. Ας γεννηθούμε μαζί Του, ας συσταυρωθούμε
ας ταφούμε μαζί Του για να αναστηθούμε με την Ανάστασή Του, διότι πρέπει να κάνουμε την καλή αντίστροφη πορεία, και όπως από τα πιο καλά ήρθαν τα δυσάρεστα, έτσι και από τα δυσάρεστα να επανέλθουν τα πιο καλά. Διότι εκεί όπου αυξήθηκε σημαντικά η αμαρτία, εκεί δόθηκε πλουσιοπάροχα και η χάρη. Και αν η γεύση επέφερε την καταδίκη, δεν δικαίωσε πολύ περισσότερο το πάθος του Χριστού; Ας εορτάζουμε επομένως όχι πανηγυρικώς αλλά θεϊκώς. Όχι κατά τρόπο κοσμικό αλλά κατά τρόπο υπερκόσμιο. Όχι τα δικά μας, αλλά τα του δικού μας, μάλλον δε τα του Δεσπότου. Όχι τα της ασθενείας,
τα της θεραπείας, όχι τα της δημιουργίας, αλλά τα της αναδημιουργίας.»
Αγγλική μετάφρασηEN · 20 παράγραφοι
On January 25, our Church commemorates Saint Gregory the Theologian, Archbishop of Constantinople; Saint Publius; Saint Maris; Saint Medoule the Martyr and her companions; Saint Demetrios the Sacristan; Saint Apollo; Saint Kastinos, Bishop of Byzantium; Saint Demetrios the Sacristan; and Saint Auxentios the New Martyr, who was martyred in Constantinople in 1720.
The wise Gregory the Theologian is one of the greatest fathers of our Church and one of the most brilliant champions of the Orthodox faith. He was born in 329 in Arianzus, a town in Cappadocia near Nazianzus. God had blessed him with rich natural gifts, and his mother, Nonna, had a profound influence on his devotion. After his early schooling in Nazianzus, Gregory continued his education in Caesarea, where he met his fellow student Basil the Great. He then went to Caesarea in Palestine, renowned for its teachers of rhetoric, and to the famous schools of Alexandria. His love of learning
and his desire to know the Greek writers more deeply and develop his skill in rhetoric brought him to Athens in 354. That city of learning and the arts still drew many young people from Asia and Europe in the fourth century. Gregory later wrote that he had traveled there on a ship from Aegina and that a violent storm had nearly sunk them. It is said that they were saved by a miracle after Gregory prayed. When the sailors and the others aboard saw what had happened, they were astonished. Those who were pagans came to believe in Christ, and all agreed that
Gregory’s God had delivered them from that great danger, and that He alone is God Almighty. In Athens, Gregory had the joy of meeting Basil again. They became fellow students and shared a home. In his poems, Gregory often recalled the heartfelt love that bound them together, saying beautifully that they were one soul in two bodies. He stayed in Athens for six years and distinguished himself so greatly in his studies that many urged him to remain and teach philosophy and rhetoric. He loved Plato deeply and later liked to say, ‘We too are Athenians.’ When he returned to his homeland in
359 or 360, he was baptized. Then, yielding to Basil’s repeated and heartfelt invitations, he joined him at his renowned hesychasterion, or hermitage, in Pontus. In a letter to Gregory, Basil described its rare, secluded beauty with a grace all his own. It was a place well suited to Gregory’s spiritual pursuits. In 361, Gregory’s father, the bishop of Nazianzus, ordained him a priest despite his resistance. Though he yielded to his father’s urging, the weight of priestly responsibility pressed so deeply on his devout and sensitive heart that he hesitated to take up his duties.
When Basil invited him again, Gregory hurried back to the hermitage in Pontus. There they worked together on the Philokalia. But his parents continued to beg him to return and take up his duties, and the people of Nazianzus added their heartfelt pleas. So he returned and delivered his famous oration, ‘On His Flight and the Dignity of the Priesthood.’ When the see of Caesarea fell vacant after the death of Eusebius, the people of Caesarea wanted Basil. Basil, however, tried to persuade Gregory to accept the office. Gregory refused,
both because, as events later showed, he had no taste for the turmoil that comes with leading the Church in troubled times, and because he knew Basil possessed exceptional gifts for leadership. Though he declined the metropolitan see of Caesarea, Gregory later accepted the bishopric of Sasima, a small town in Cappadocia, to please Basil, under whom he would serve. But the climate was harsh, and Gregory’s sensitive, poetic soul soon began to chafe. Then the bishopric, modest as it was,
was also claimed by the Metropolitan of Tyana, who said it belonged under his authority. Gregory left it behind and withdrew into the wilderness, longing to return to the hesychia, the inner stillness, he loved. But love for his father drew him back. His father was now an elder and wanted Gregory to help him. Gregory answered his plea, and in 372 he entered into active service in the Church. Here in Nazianzus, from which he took the name Nazianzen, he began his work as a preacher and theologian, delivering orations against the Arians and in defense of the divinity of the Son, the Word (Logos) of the Father.
He also served tirelessly and with great compassion during a drought, when famine and many other hardships afflicted his father’s flock. For Gregory, this ministry also brought some relief from the sorrow that had wounded him so deeply after the deaths of those dearest to him.
First his younger brother Caesarius had died, and then his sister Gorgonia. His cup of sorrow filled when his father died in 374. Finally, his mother Nonna also closed her eyes in death at a very advanced age.
Gregory had a living faith and the hope of the life to come. The account here also names the Apostle, Holy Scripture, the Ascension, the Apocalypse, the Annunciation, and the Kingdom of Heaven. Yet divine Providence called him to Constantinople. Forty years of imperial support had made the Arians powerful there, and they had taken possession of every church. Only one small church remained for the Orthodox: the Church of Saint Anastasia. After Emperor Valens died,
Theodosius the Great came to the throne. Gregory had been invited a little earlier to preach, for he was judged the best man to defend Orthodoxy against the rising tide of Arianism. Preaching itself was no great difficulty for Gregory, but this task brought pain and danger. Brilliant as a theologian and speaker, he loved solitude and disliked the turmoil of cities. Even so, he did not hesitate to fight for the faith and fulfill a great duty to the Church. He had already shown unforgettable courage. When he was still very young, he had delivered
his famous orations denouncing Julian the Apostate. In Nazianzus, too, he had often defended Christians boldly against abuses by civil officials. Now he answered the call of the Orthodox in Constantinople and stepped into the heat of the struggle, undaunted by the fury of the Arians or the power of the emperor who shared their views. Gregory’s sermons at once became the talk of the capital. The Orthodox took heart, and crowds eager to hear him gathered around the Church of Saint Anastasia. He spoke with eloquence and force, making even the deepest theological questions wonderfully clear
and leading the Orthodox truth to triumph. The Arians, stunned and troubled, even sought to kill him. They sent an armed Arian mob into the church, where it assaulted Orthodox Christians and wounded Gregory. Emperor Theodosius the Great, a zealous supporter of Orthodoxy, saw that he had to intervene. In 380, he returned to the Orthodox all the churches that had been taken from them. He removed the Arian Archbishop Demophilus and appointed Gregory as the Orthodox Archbishop of Constantinople. Though Gregory at first declined, the emperor finally installed him in triumph
in the Great Church of the Holy Apostles. In 381, the Second Ecumenical Council met in Constantinople, first under the presidency of Meletius of Antioch and, after his death, under Gregory’s. But some bishops opposed Gregory. They objected that he had been raised to so prominent a see from a bishopric as obscure as Sasima, and claimed that he did not oppose the Arians forcefully enough. Gregory’s noble soul was filled with deep sorrow. He had faced threats of death from heretics, yet he found it painful to confront such petty opposition
from Orthodox bishops. So he withdrew from the Council and submitted his resignation. In a farewell address of extraordinary dignity and feeling, he left Constantinople, where he had won so many victories, and at last found peace in Arianzus, the town of his birth. There he spent the rest of his life tending a small garden, pursuing his theological studies, and writing poetry. He died around 390 at the age of sixty-two. His surviving writings show his brilliant and vivid eloquence, his remarkable learning,
and his profound spiritual life. The depth of his theological thought, and the way he spoke of the Holy Trinity in almost every oration, led the Church to give him the rare and exalted title ‘the Theologian.’ Only three saints bear that title. His works include orations, letters, and poems. He wrote orations in praise of Athanasius the Great and Saint Cyprian, and funeral orations for his brother Caesarius, his sister Gorgonia, his father, and Basil the Great.
Let us close today’s account of the saints with a short passage from this great father and theologian of our Church, taken from his oration on the birth of the Savior. We offer it in translation, though a translation falls far short of the original. He writes: ‘This is what the feast means for us, and this is what we celebrate today: God’s coming to humanity, so that we may go to God—or rather, return to Him, which I think is the better way to say it. We put on the new person after taking off the old. As we died with Adam, so let us live with Christ. Let us be born with Him; let us be crucified with Him;
let us be buried with Him, so that we may rise through His Resurrection. For we must make the journey back toward what is good: just as evil came from what was good, so may what is good come again out of evil. For where sin increased, grace abounded all the more. And if tasting the fruit brought condemnation, how much more has the suffering of Christ brought justification? So let us celebrate, not in a festive way but in a godly way; not in a worldly way but in a way beyond this world. Let us celebrate not what is ours, but what belongs to Him who is ours—or rather, to our Master. Not the things of weakness,
what brings healing; not simply creation, but our re-creation.’
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\25 01.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.