Ευστράτιος ο Νηστευτής: άσκηση, μαρτύριο και μαθητεία
Ο Ευστράτιος μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και μπήκε στη Μονή των Σπηλαίων του Κιέβου. Με προσευχή, αγρυπνίες και αυστηρή νηστεία πολέμησε τους πειρασμούς και έγινε γνωστός ως ο Νηστευτής.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Ευστράτιος μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και μπήκε στη Μονή των Σπηλαίων του Κιέβου.
- Με προσευχή, αγρυπνίες και αυστηρή νηστεία πολέμησε τους πειρασμούς και έγινε γνωστός ως ο Νηστευτής.
- Μετά από επιδρομή των Πολόβτσων, αυτός και άλλοι χριστιανοί αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν στη Χερσώνα.
- Ο Ευστράτιος παρότρυνε τους συναιχμαλώτους του να μείνουν πιστοί στον Χριστό και στις βαπτισματικές τους υποσχέσεις, παρά τις απειλές για λιμό και βασανιστήρια.
- Η αφήγηση αναφέρει ότι σαράντα εννέα αιχμάλωτοι πέθαναν, ενώ ο Ευστράτιος άντεξε δεκαπέντε ημέρες πριν σταυρωθεί και σκοτωθεί με λόγχη.
- Η αφήγηση περιγράφει ένα όραμα κατά τον θάνατό του, την θαυματουργική επιστροφή του σώματός του στα Σπήλαια του Κιέβου και την τιμωρία των υπευθύνων.
- Με βάση τον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, η ομιλία καταλήγει ότι όλοι οι χριστιανοί μπορούν πνευματικά να μετάσχουν στον σταυρό του Χριστού μέσω της αυταπάρνησης και της μαθητείας.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι
Ευστράτιος, όπως φανερώνει και το ίδιο του το όνομα, στρατεύθηκε την καλή στρατείαν έχων πίστην και αγαθήν συνείδησην, πράγμα που φανερώθηκε στη θεοφιλή ζωή και τα μαρτυρικά τέλη του. Μιμητής και γενναίος στρατιώτης του Σωτήρος Χριστού, ο θείος Ευστράτιος υπέμεινε όμοια με εκείνον πάθη.
Καταγόταν από την πόλη του Κιέβου. Νιώθοντας ισχυρό πόθο να ενδυθεί το άγιο μοναχικό σχήμα, διέκοψε κάθε δεσμό με τον κόσμο και τις βιωτικές μέριμνες. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, μένοντας ο ίδιος φτωχότερος από όλους, και πήγε στη Μονή των Σπηλαίων για να κακοπαθήσει ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού.
Σας ευχαριστώ. Να αγωνίζεται κατά των σαρκικών παθών και του διαβόλου, με την αγρυπνία, την προσευχή και προπαντός τη χριστομίμητη νηστεία. Με τη σκληρή εγκράτεια ταπείνωνε τους δαίμονες και εξουδετέρωνε τις προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ότι ο Κύριός του, ο Ιησούς Χριστός, με τη σαρανταήμερη νηστεία και την προσευχή Του κατέβαλε τον πονηρό. Θυμόταν ακόμη ότι, αντίθετα, ο πρωτόπλαστος Αδάμ από την ακράτειά του έπεσε και εξορίστηκε από τον Παράδεισο. Έτσι ο γενναίος Ευστράτιος έλιωσε πραγματικά το σώμα του με την αυστηρή νηστεία, αλλά μαζί με αυτό έλιωσε και τα πάθη και διέλυσε τις δαιμονικές πλεκτάνες. Γι' αυτό επωνομάστηκε Νηστευτής. Τα χρόνια εκείνα...
Κρίμασιν οις Κύριος οίδε, ο ανόσιος Μπονιάκ, ηγέτης των Πολόφτσων, εισέβαλε στη ρωσική γη, τη λεηλάτησε με τις ορδές του και έσυρε στην αιχμαλωσία πολλούς Ρώσους. Ανάμεσά τους ήταν και ο μακάριος Ευστράτιος μαζί με άλλους μοναχούς των Σπηλαίων και χριστιανούς της περιοχής του Κιέβου. Οι Πολόφτσοι πούλησαν τους αιχμαλώτους σε άλλους τόπους. Τον όσιο Ευστράτιο τον πούλησαν στην ελληνική γη της Χερσόνος, στα βόρεια παράλια του Ευξείνου Πόντου, που ανήκε τότε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, σε κάποιο πλούσιο Εβραίο έμπορο, μαζί με άλλους χριστιανούς. Πενήντα αιχμαλώτους αγόρασε συνολικά εκείνος ο Εβραίος, τριάντα μοναστηριακούς και είκοσι κατοίκους του Κιέβου.
Την πρώτη στιγμή ο μισόχριστος εκείνος άνθρωπος άρχισε να πιέζει τους αιχμαλώτους να αρνηθούν το Χριστό. Όταν είδε πως με το μαλακό δεν κατόρθωνε τίποτε, αγρίεψε και δήλωσε ότι όποιος δεν υπέκυπτε θα πέθαινε στα δεσμά με το αργό μαρτύριο της πείνας και της δίψας. Όταν έμειναν μόνοι οι αιχμάλωτοι, πήρε το λόγο ο φιλόχριστος Ευστράτιος και είπε: «Αδελφοί, πάντες υιοί Θεού εστέ διά της πίστεως εν Χριστώ Ιησού. Όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. Στο όνομα λοιπόν του Κυρίου σας παρακαλώ, κανείς ας μην αρνηθεί το Χριστό, κανείς ας μην καταπατήσει τις ιερές υποσχέσεις που έδωσε στο Άγιο Βάπτισμα. Ας μιμηθούμε, αδελφοί μου, εκείνον που είπε: Εμοί το ζην Χριστός και
το αποθανείν κέρδος». Μετά τις θεόπνευστες νουθεσίες του μακαρίου Ευστρατίου, όλοι οι αιχμάλωτοι πήραν τη σταθερή απόφαση να θυσιάσουν τη ζωή τους για τον Κύριο Ιησού. Και εκείνος σαν φιλάνθρωπος παραχώρησε να παραδώσουν σύντομα την ψυχή τους οι ασθενέστεροι στο φρόνημα, για να μην μπουν σε πειρασμό και να μην διακινδυνεύσουν τη σωτηρία της ψυχής τους. Ο μισόθεος Εβραίος πραγματοποίησε την απειλή του και τους έριξε όλους στα δεσμά, αφήνοντάς τους χωρίς τροφή και νερό. Επιπλέον όμως, μανιασμένος για τη γενική άρνησή τους να αλλαξοπιστήσουν, τους παρέδωσε σε αιμοβόρους βασανιστές που τους βασάνισαν αλύπητα με άγριους ξυλοδαρμούς. Μετά από τρεις μέρες υπέκυψαν στο θάνατο ορισμένοι χριστιανοί, άλλοι μετά από τέσσερις, πέντε, επτά
μέρες. Οι πιο ανθεκτικοί μετά από δεκαήμερα φρικτά βάσανα. Οι σαράντα εννέα από τους πενήντα πέθαναν σαν γενναίοι μάρτυρες, καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες από τον Αγωνοθέτη Κύριο. Μόνο ένας έμενε ζωντανός ακόμη, ο ανδρείος Ευστράτιος. Μαθημένος από τα νεανικά του χρόνια στη σκληρή άσκηση και τη νηστεία, άντεξε δεκατέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα. Ο Εβραίος ξέχυσε τότε όλο το δηλητήριο του μίσους του για τον Χριστό και τους χριστιανούς πάνω στον Όσιο, που είχε γίνει ο αίτιος να χάσει όλα τα χρήματα της αγοράς των αιχμαλώτων. Και τι έκανε; Σαν έφτασε η μεγάλη μέρα της ενδόξου Αναστάσεως του Χριστού, αυτός και οι φίλοι του άρχισαν να βασανίζουν τον μακάριο όπως
ακριβώς οι προπάτορές του βασάνισαν τον Κύριό μας. Τον ράπισαν, τον χλεύασαν, τον έφτυσαν για πολλή ώρα. Έπειτα τον μαστίγωσαν ανελέητα και τέλος τον κάρφωσαν πάνω σε σταυρό. Ήταν η δέκατη πέμπτη μέρα του μαρτυρίου του και ζούσε ακόμη. Οι Εβραίοι ύψωσαν το σταυρό στο ύπαιθρο και άρχισαν να λένε στον εσταυρωμένο μιμητή του Θεανθρώπου: «Γίνε, ανόητε, Εβραίος και θα σου χαρίσω τη ζωή. Αλλιώς όχι μόνο θα πεθάνεις, αλλά θα πέσει επάνω στο κεφάλι σου και η κατάρα του προφήτη Μωυσή που γράφει στο Δευτερονόμιο: Κατηραμένος υπό Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου». «Μεγάλη η χάρη του Θεού», αποκρίθηκε ο όσιος από το σταυρό, «που μ' αξίωσε να υποφέρω για το Πανάγιο όνομά Του
τον ίδιο τρόπο που υπέφερε και εκείνος για τις αμαρτίες μου. Ελπίζω να πει και σε μένα, όπως στο ληστή, σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω. Εβραίος εγώ δεν γίνομαι, και τις κατάρες του παλαιού νόμου δεν τις φοβάμαι. Διότι λέγει ο Άγιος Απόστολος: Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου, γενόμενος υπέρ ημών κατάρα. Γέγραπται γαρ: Επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου. Ίνα εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ γένηται εν Χριστώ Ιησού. Αυτός είναι η ζωή των απάντων, όπως βεβαίωσε προφητικά ο Μωυσής: Και έσται η ζωή σου κρεμαμένη απέναντι των οφθαλμών σου. Ενώ όμως για την εορτή του Πάσχα ο ψαλμωδός Δαβίδ έλεγε: Αύτη η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος,
αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή, εσύ και οι όμοιοί σου, που με σταυρώσατε για την Αγία Πίστη μου, θα κλάψετε και θα θρηνήσετε. Τας νουμηνίας υμών και τας εορτάς υμών μισεί η ψυχή μου, σας λέγει ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ισαΐα. Όταν εκτείνητε τας χείρας υμών προς με, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου. Αι γαρ χείρες υμών αίματος πλήρεις. Έφτασε η ώρα σας. Πλησιάζει ο θάνατος και του προστάτη σας, του αρχηγού της ανομίας». Άναψε από οργή ο Εβραίος ακούοντας τα απειλητικά λόγια του θείου Ευστρατίου και βλέποντας τη γενναία αντίστασή του. Άρπαξε έξαλλος ένα ακόντιο και το κάρφωσε με δύναμη στην καρδιά του σταυρωμένου Οσίου. Έτσι ο πιστός στρατιώτης του Χριστού
τέλος αντάξιο των ανδρείων πολεμιστών. Και να, μόλις ο θεομακάριστος παρέδωσε την ψυχή του, φάνηκε πύρινη άμαξα που την παρέλαβε και την ανέβασε στον ουρανό. Την ίδια στιγμή ακούστηκε θεία φωνή να λέει ελληνικά: «Ιδού ο καλός πολίτης της ουράνιας πολιτείας». Οι ανόσιοι σταυρωτές κατέβασαν το μαρτυρικό σώμα από το σταυρό και το πέταξαν στη θάλασσα. Όσο κι αν έψαξαν όμως αργότερα χριστιανοί, δεν μπόρεσαν να το βρουν. Η θαυμαστή οικονομία του Θεού μετέφερε το τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση, στα σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου. Εκεί το βρήκαν με κατάπληξη και δέος αδελφοί
που είχαν σωθεί και επιστρέψει στη Μονή μετά το πέρασμα των Πολόφτσων και το κήδεψαν με τιμές και δοξολογίες. Στον τόπο αυτό παραμένει μέχρι σήμερα άφθορο και δοξασμένο, επιτελώντας αναρίθμητα θαύματα στους πιστούς. Η πρόρρηση του ενδόξου οσιομάρτυρος για την τιμωρία των σταυρωτών του δεν άργησε να πραγματοποιηθεί. Σχεδόν αμέσως μετά τη μαρτυρική τελευτή του, ήρθε διαταγή από τον Έλληνα Αυτοκράτορα να διωχτούν από τα όρια του κράτους του όλοι οι Εβραίοι, να δημευτούν οι περιουσίες τους και να θανατωθούν οι άρχοντές τους, σαν υπαίτιοι των μαρτυρίων πολλών χριστιανών. Σύμφωνα με τα τελευταία προφητικά λόγια του Οσίου Ευστρατίου, ο έπαρχος της Χερσόνος και κρυφός προστάτης των Εβραίων θανατώθηκε σαν
υποκινητής και προτεργάτης των εβραϊκών κακουργημάτων. Ο έπαρχος αυτός ήταν Εβραίος κατά το γένος και την πίστη, άνθρωπος ονομαστός και πλούσιος. Κάποτε όμως έδειξε ότι πίστεψε στο Χριστό και ζήτησε να βαπτιστεί. Μετά τη βάπτισή του ο Αυτοκράτορας τον τίμησε και τον διόρισε διοικητή της Χερσόνος. Αλλά εκείνος, ενώ παρίστανε το χριστιανό, παρέμενε κρυφά Εβραίος και προέτρεπε μυστικά τους ομοπίστους του να αγοράζουν τους χριστιανούς αιχμαλώτους και να τους εξαναγκάζουν σε άρνηση του Χριστού και, αν δεν υπέκυπταν, να τους βασανίζουν μέχρι θανάτου. Ο δίκαιος Θεός όμως δεν άργησε να αποκαλύψει τη σκοτεινή και σατανική δραστηριότητά του. Και έτσι με βασιλική διαταγή διώχθηκαν οι Εβραίοι, ενώ
οι ηγέτες τους, όπως προαναφέρθηκε, καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και του Οσίου Ευστρατίου ο φονιάς, που κρεμάστηκε σε ένα δένδρο από τους στρατιώτες του Αυτοκράτορα. Σαν του Κυρίου μας Ιησού ήταν το ένδοξο τέλος του οσιομάρτυρος Ευστρατίου. Σαν του Ιούδα ήταν το άδοξο τέλος του αντίχριστου Εβραίου. Και ενώ αυτός απήλθε εις κόλασην αιώνιον, ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού και αθλοφόρος Ευστράτιος αξιώθηκε να ανέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών και να ψάλει εκεί μαζί με τα ουράνια στρατεύματα τον επινίκιο ύμνο, δοξολογώντας ακατάπαυστα τον νικητή του θανάτου, Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Ευλογία είναι να υποφέρει κανείς από αγάπη για τον Χριστό. Μεγαλύτερη το να μαρτυρεί και να πεθαίνει γι' Αυτόν. Όλως ιδιαίτερο δε, το να μαρτυρεί όπως Εκείνος πάνω στο Σταυρό. Και αυτή την ιδιαίτερη και μέγιστη ευλογία είχε ο οσιομάρτυς Ευστράτιος. Αλλά ενώ η σωματική συμμετοχή στο Σταυρό του Χριστού είναι ολίγων, η πνευματική είναι για όλους τους χριστιανούς. Ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος μας λέγει ότι ο Κύριος έγινε σε εμάς τύπος και αρχηγός της οδού που μας οδηγεί στη ζωή, με το να δώσει το σώμα Του για χάρη δική μας και να νικήσει την τυραννία του διαβόλου και να μας εξαγοράσει με το δικό Του αίμα.
Έτσι όλους όσους Τον ακολούθησαν και μαθητεύουν σε Αυτόν και θέλουν να αποκτήσουν τον Ουράνιο Μαργαρίτη, ο οποίος είναι η Βασιλεία των Ουρανών, διδάσκει να απαρνηθούν τον εαυτό τους και να μισούν τον εαυτό τους κατά τον Απόστολο. Ίνα οι πάντες, λέγει, μηκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι Χριστώ. Αυτός δε ο Κύριος λέγει: Απαρνησάσθω εαυτόν και ακολουθείτω μοι. Και πάλιν: Εάν μη τις, λέγει, μισήσει, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου είναι μαθητής. Διά θανάτου λοιπόν αγοράζεται αυτός ο Μαργαρίτης, Χριστός, και έτσι εάν κάποιος δεν προετοιμαστεί και δεν αρνηθεί τον εαυτό του, αυτός
δεν μπορεί να αποκτήσει τον Μαργαρίτη και χωρίς Αυτόν δεν μπορεί να δει τον Επουράνιο Πατέρα. Και κάθε ψυχή που επιθυμεί να απέλθει στη ζωή, Αυτόν τον Μαργαρίτη ας ζητήσει και ας αποκτήσει, τον Κύριο, ο οποίος γίνεται τα πάντα σε όλους, τροφή, πόμα, ένδυμα, θησαυρός, ανάπαυση, χαρά ανεκδήγητος, ζωή αληθινή που έδωσε τον εαυτό της μέχρι θανάτου. Και όποιος βρήκε Αυτόν, βρήκε αιώνιο πλούτο, απόλαυση ατελεύτητη, φως ακοίμητο, δόξα που δεν σκοτίζεται. Διότι όλα αυτά διαφορετικά τα ενεργεί, αλλάζοντας ανάλογα με τις ανάγκες.
Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι
Eustratius, as his very name suggests, fought the good fight, holding fast to faith and a good conscience. His life, pleasing to God, and his martyr’s death bore witness to this. A faithful imitator and brave soldier of Christ the Savior, Eustratius endured sufferings like His.
He came from Kyiv. Longing to take on the holy monastic habit, he broke his ties with the world and its cares. He gave his possessions to the poor, leaving himself poorer than any of them, and went to the Kyiv Caves Monastery to endure hardship as a good soldier of Jesus Christ.
Thank you. He struggled against the passions of the flesh and the devil through vigils, prayer, and above all fasting in imitation of Christ. Through strict self-restraint, he humbled the demons and overcame their assaults. He always remembered that his Lord, Jesus Christ, had defeated the evil one through forty days of fasting and prayer. He also remembered how, by contrast, Adam fell through his lack of self-restraint and was driven out of Paradise. So the brave Eustratius truly wore down his body through strict fasting; at the same time, he wore down the passions and broke the demons’ schemes. For this he was called the Faster. In those years...
For reasons known to the Lord alone, the wicked Bonyak, leader of the Polovtsians, invaded the Russian lands. His hordes plundered them and carried many Russians into captivity. Among them were blessed Eustratius, other monks from the Caves, and Christians from the Kyiv region. The Polovtsians sold the captives in various places. Eustratius was sold, along with other Christians, to a wealthy Jewish merchant in Chersonesus, a Greek city on the northern shore of the Black Sea that then belonged to the Byzantine Empire. The merchant bought fifty captives in all: thirty from the monastery and twenty residents of Kyiv.
From the outset, that man, who hated Christians, pressed the captives to renounce Christ. When persuasion got him nowhere, he turned fierce and declared that anyone who refused would be left in chains to die slowly of hunger and thirst. Once the captives were alone, Eustratius, who loved Christ, spoke to them: “Brothers, you are all sons of God through faith in Christ Jesus. For as many of you as were baptized into Christ have put on Christ. So, in the name of the Lord, I beg you: let no one renounce Christ. Let no one break the sacred promises made at Baptism. My brothers, let us follow the example of the one who said, ‘For me, to live is Christ, and
to die is gain.’” After blessed Eustratius’s counsel, inspired by God, all the captives firmly resolved to give their lives for the Lord Jesus. In His love for mankind, the Lord granted that those whose resolve was weaker would give up their souls quickly, so they would not face temptation and risk the salvation of their souls. The Jewish merchant carried out his threat. He put them all in chains and left them without food or water. Enraged that none would change their faith, he also handed them over to brutal torturers, who beat them mercilessly. Some Christians died after three days, others after four, five, or seven
days. The strongest endured ten days of terrible suffering. Forty-nine of the fifty died as brave martyrs. They had fought the good fight and were crowned by the Lord, who presides over the contest. Only one was still alive: the courageous Eustratius. Accustomed from his youth to severe ascetic discipline and fasting, he endured fourteen full days and nights. The merchant then poured out all his hatred of Christ and Christians upon Eustratius, whom he blamed for the loss of all the money he had spent on the captives. What did he do? When the great day of Christ’s glorious Resurrection arrived, he and his friends began to torment the blessed man just
as his forefathers had tormented our Lord. They slapped him, mocked him, and spat on him for a long time. Then they scourged him without mercy and finally nailed him to a cross. It was the fifteenth day of his ordeal, and he was still alive. The Jews raised the cross outdoors and began to say to this crucified imitator of the God-Man, Christ: “Become a Jew, you fool, and I will spare your life. Otherwise you will die, and the curse of the prophet Moses will fall upon you as well. It is written in Deuteronomy: ‘Cursed by God is everyone who hangs on a tree.’” “Great is the grace of God,” Eustratius answered from the cross, “for He has counted me worthy to suffer for His most holy name
in the same way that He suffered for my sins. I hope He will say to me, as He said to the thief, ‘Today you will be with Me in Paradise.’ I will not become a Jew, and I do not fear the curses of the old Law. For the holy Apostle says: ‘Christ redeemed us from the curse of the Law by becoming a curse for us. For it is written: Cursed is everyone who hangs on a tree. This was so that the blessing of Abraham might come to the nations in Christ Jesus.’ He is the life of all, as Moses foretold: ‘Your life shall hang before your eyes.’ And while David the psalmist said of the feast of Pascha, ‘This is the day which the Lord has made;
let us rejoice and be glad in it,’ you and those like you, who crucified me for my holy faith, will weep and mourn. God says to you through the prophet Isaiah: ‘My soul hates your new moons and your feasts. When you stretch out your hands toward Me, I will turn My eyes away, for your hands are full of blood.’ Your hour has come. Death is approaching for your protector too, the leader of lawlessness.” Hearing Eustratius’s warning and seeing his courageous resistance, the merchant was consumed with rage. He seized a spear and drove it into the heart of Eustratius as he hung on the cross. Thus this faithful soldier of Christ
met an end worthy of a brave warrior. And behold: as soon as the man blessed by God gave up his soul, a fiery chariot appeared, received it, and carried it up to heaven. At that same moment, a divine voice was heard speaking in Greek: “Behold the worthy citizen of the heavenly city.” The wicked men who had crucified him took his martyred body down from the cross and threw it into the sea. Christians searched for it later but could not find it. By God’s wondrous providence, his precious remains were carried miraculously, without human help, to the caves of the Kyiv Lavra. There, with amazement and awe, they were found by brothers
who had survived and returned to the monastery after the Polovtsians had passed through. They buried him with honors and hymns of praise. His body remains there to this day, incorrupt and glorified, working countless miracles for the faithful. The glorious monk and martyr’s prophecy about the punishment of those who crucified him was soon fulfilled. Almost immediately after his martyrdom, an order came from the Byzantine emperor that all Jews be expelled from his empire, their property confiscated, and their leaders put to death for their part in the torture of many Christians. As Eustratius had foretold in his final words, the governor of Chersonesus, a secret protector of the Jews, was put to death as
the instigator and chief organizer of those crimes. This governor was Jewish by birth and faith, a prominent and wealthy man. At one point, however, he professed faith in Christ and asked to be baptized. After his Baptism, the emperor honored him and appointed him governor of Chersonesus. But while he presented himself as a Christian, he secretly remained Jewish and urged those who shared his faith to buy Christian captives, force them to renounce Christ, and torture them to death if they refused. The righteous God soon brought his dark and satanic deeds to light. So, by imperial order, the Jews were expelled, while
their leaders, as I have said, were condemned to death. Among them was Eustratius’s killer, whom the emperor’s soldiers hanged from a tree. The glorious end of Eustratius, the monk and martyr, was like that of our Lord Jesus. The disgraceful end of the Jew who opposed Christ was like that of Judas. And while that man departed into eternal Hell, Eustratius, the brave soldier and victorious martyr of Christ, was counted worthy to ascend to the Kingdom of Heaven. There, with the heavenly hosts, he sings the hymn of victory, ceaselessly glorifying our Lord Jesus Christ, the conqueror of death.
It is a blessing to suffer out of love for Christ. Greater still is the blessing of bearing witness to Him and dying for Him. And it is an altogether special blessing to suffer martyrdom as He did, upon the Cross. Eustratius, the monk and martyr, received that special and greatest blessing. Only a few share bodily in Christ’s Cross, but all Christians can share in it spiritually. Saint Macarius the Great tells us that the Lord became our model and the guide along the path to life: He gave His body for our sake, defeated the tyranny of the devil, and redeemed us with His own blood.
And so He teaches all who follow Him as disciples and desire to gain the heavenly Pearl, the Kingdom of Heaven, to deny themselves and even to hate their own lives, as the Apostle teaches. “So that all,” he says, “might no longer live for themselves, but for Christ, who died and rose for them.” The Lord Himself says, “Let him deny himself and follow Me.” And again: “Unless someone hates even his own life, he cannot be My disciple.” This Pearl, Christ, is therefore gained through death. If someone does not prepare himself and deny himself, he
cannot gain the Pearl; and without Him, he cannot see the heavenly Father. Let every soul that longs to enter life seek and gain this Pearl, the Lord. He becomes all things to all: food, drink, clothing, treasure, rest, inexpressible joy, and true life, which gave itself up even to death. Whoever has found Him has found everlasting riches, delight without end, light that never sleeps, and glory that never grows dim. For He works all these things in different ways, according to each person’s need.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
03 ΜΑΡΤΙΟΥ\28 03 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.