Η βασίλισσα Ειρήνη και ο Αββάς Δωρόθεος για την ταπεινοφροσύνη και τη διακονία
Η μνήμη της 13ης Αυγούστου τιμά πολλούς αγίους, με ιδιαίτερη έμφαση στη βασίλισσα Ειρήνη και τον Αββά Δωρόθεο. Η Ειρήνη, σύζυγος του αυτοκράτορα Ιωάννη Β' Κομνηνού, ασκούσε προσευχή, εγκράτεια, πραότητα και φροντίδα για τους χρήζοντες βοήθειας.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η μνήμη της 13ης Αυγούστου τιμά πολλούς αγίους, με ιδιαίτερη έμφαση στη βασίλισσα Ειρήνη και τον Αββά Δωρόθεο.
- Η Ειρήνη, σύζυγος του αυτοκράτορα Ιωάννη Β' Κομνηνού, ασκούσε προσευχή, εγκράτεια, πραότητα και φροντίδα για τους χρήζοντες βοήθειας.
- Στήριξε φτωχές οικογένειες, ίδρυσε φιλανθρωπικά ιδρύματα και βοήθησε στην ανέγερση της Μονής Χριστού Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη.
- Μετά από οικογενειακές απώλειες, η Ειρήνη εισήλθε στη μονή ως μοναχή Ξένη και έζησε ταπεινά μέχρι τον θάνατό της.
- Ο Αββάς Δωρόθεος μαθήτευσε κοντά στους γέροντες της μονής του Αββά Σερίδου κοντά στα Γάζα, υπηρετώντας τους ξένους, τους αρρώστους και τους συμμοναχούς του.
- Ο Δωρόθεος ίδρυσε αργότερα μονή που συνέχισε τη πνευματική διδασκαλία που είχε λάβει.
- Τα λόγια του προτρέπουν σε ταπεινοφροσύνη, υπακοή, φροντίδα για τη συνείδηση και αγάπη προς τους άλλους, χωρίς να απαιτούν αντάλλαγμα.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 20 παράγραφοι
13 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη της ανακομιδής και μεταθέσεως του λειψάνου του Οσίου Μαξίμου του Ομολογητού, επιτελεί τη μνήμη της Αγίας Ευδοκίας της Βασιλίσσης, του Οσίου Σερίδου, ηγουμένου της εν Γάζη Μονής, του Οσίου Δωροθέου, του Οσίου Δοσιθέου του Υποτακτικού, της αειδήμου και παμμακαρίστου Βασιλίσσης Ειρήνης, της διά του αγίου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείσης Ξένης μοναχής και του Αγίου Μάρτυρος Κορονάτου.
Η Βασίλισσα Ειρήνη ήταν κόρη βασιλέων της Δύσεως, από την αρετής δε ηλικία έδειχνε ποια έμελλε να γίνει ακολούθως. Προκόβοντας έγινε σε όλους ονομαστή και περίφημη, διότι η αρετή συνηθίζει να φανερώνει όσους την έχουν και την εργάζονται, και όταν ακόμη αυτή είναι κρυμμένη σε κάποια γωνιά ή κάποιο απόμερο τόπο. Επειδή δε τότε, κατά το 1070, οι βασιλείς της Κωνσταντινουπόλεως Αλέξιος ο Κομνηνός και η σύζυγός του Ειρήνη ζητούσαν ωραία και ενάρετη κόρη, βρήκαν αυτήν την Ειρήνη, η οποία συγκέντρωνε πάνω της όλα τα καλά, και την πάντρεψαν με το θεοπάροχο γιο τους, τον πορφυρογέννητο βασιλέα Ιωάννη, ο οποίος επωνομάστηκε Καλός Ιωάννης.
Για τις πολλές και εξαίρετες του αρετές. Στο να παραμείνει δε τέτοιος, πολύ συνετέλεσε η σύζυγός του. Έτσι λοιπόν η Ειρήνη έγινε βασίλισσα και γέννησε οκτώ παιδιά. Απέκτησε τέσσερις γιους και τέσσερις θυγατέρες. Τα θέλγητρα δε του κόσμου τούτου και αυτή τη βασιλεία λογαριάζοντας σαν ένα μηδέν, έλεγε το του Δαβίδ: «Τις ωφέλεια εν τω αίματί μου, εν τω καταβαίνειν με εις διαφθοράν;» Μεγάλη ήταν η αγάπη της για το Θεό. Μέρα και νύχτα δεν έπαυε να τον λατρεύει, αλλά και με τις άλλες αρετές κοσμούνταν η ευλαβέστατη βασίλισσα: με την πραότητα, το ήρεμο, την ταπεινοφροσύνη, την προς όλους ευπροσηγορία, τη μακροθυμία.
Ποτέ δεν οργίστηκε. Κινήθηκε σε ύβρη ή εκδίκηση εναντίον κάποιου, αλλά και αν έπρεπε να μειδιάσει, το μειδίαμά της ήταν σεμνότατο. Πάντοτε πενθούσε και λυπούνταν για τον εαυτό της και είχε στα χείλη της τους πενθικούς ψαλμούς του Δαβίδ. Αγαπούσε την εγκράτεια και καταξήρανε το σώμα της με ευτελή και πρόχειρα φαγητά, διότι προτιμούσε να ζει ασκητικά. Μεγάλη και η αγάπη της προς τον άνθρωπο. Μεσολαβούσε δε και παρακαλούσε τον βασιλέα να βοηθούν εκείνους που είχαν ανάγκη, τους οποίους υπερασπιζόταν και με κάθε τρόπο ευεργετούσε. Χαιρόταν δε περισσότερο στο να δίνει και να ελεεί τους πτωχούς, παρά να παίρνει αυτή από άλλους. Ξόδευε αφειδώς σε φιλανθρωπικά έργα. Μόνη της δεν έμπαινε σε φτωχικά σπίτια για να
δώσει όχι μόνο χρήματα, αλλά και ενίσχυση και παρηγοριά με το λόγο της πίστεως και της ελπίδας στο Χριστό. Και γηροκομεία έκτισε και ξενώνες και τα προίκισε με μεγάλα χρηματικά ποσά για ασφαλή και άνετη συντήρησή τους. Ακόμη έκτισε τη βασιλική μονή, την επωνομαζομένη του Παντοκράτορος, και πολλούς ναούς. Στο κτίσιμο δε όλων των οικοδομημάτων τα οποία ανήγειρε η παμμακάριστη βασίλισσα, πολύ συνέβαλε ο νέος Βεσελεήλ, ο πάντιμος Νικηφόρος, ο οποίος με πολλή σπουδή και προθυμία, μη δίνοντας ύπνο στους οφθαλμούς του ούτε ανάπαυση στους κροτάφους του, επιμελήθηκε την ανέγερση των πολλών και διαφόρων ευαγών οικοδομημάτων.
Αυτά λοιπόν αφού τελείωσε η Ειρήνη, με τη συνεργασία του προαναφερθέντος Νικηφόρου, προξένησε στη βασιλεύουσα των πόλεων Κωνσταντινούπολη στολισμό ωραίο και ευχάριστο. Χαιρόταν για την επιτυχία τους, ευχαριστούσε δε το Θεό και προσευχόταν γι' αυτά. Για να επιτύχει μεγαλύτερη συμπαράσταση από το βασιλέα σύζυγό της, τον πήρε κάποια φορά από το χέρι και τον πήγε στον περικαλλή ναό του Παντοκράτορος, τον οποίο αυτή έκτισε. Εκεί έπεσε κατά γης, ακούμπησε το κεφάλι στο έδαφος του ναού και έλεγε με δάκρυα: «Δέξε, βασιλέα, τον από το Θεό κατασκευασμένο ναό για χάρη σου». Προσθέτοντας δε δάκρυα στα δάκρυα, έλεγε η μακαρία ότι δεν θα σηκωνόταν από το έδαφος εάν δεν λάβαινε την υπόσχεση για εκπλήρωση του αιτήματός της.
Εκείνος αφού άκουσε, υποσχέθηκε ότι θα εκτελούσε την αίτηση και την επιθυμία της, ότι θα αγωνιζόταν και υπέρ δύναμιν, θα αφιέρωνε ιερά κειμήλια και διάφορα κτήματα στο ναό, ότι με τα κινητά και ακίνητα πράγματα, τα ετήσια έσοδα, θα καθιστούσε τη σεβάσμια εκείνη μονή εξέχουσα και ανώτερη από όλα τα άλλα μοναστήρια της πόλεως και ότι ως εαυτός σεβόμενος και τιμώμενος Κύριος στο εξής θα ονομαζόταν Παντοκράτορ, όπως πράγματι είναι και ονομάζεται. Αυτά λοιπόν αφού άκουσε η Ειρήνη, σηκώθηκε από το έδαφος γεμάτη ανάπαυση και φροσύνη για τη διασφάλιση του μέλλοντος της ιερής εκείνης μονής. Όμως η ζωή της Ειρήνης δεν είχε μόνο ευχάριστα αλλά και θλιβερά. Δύο από τους γιους της πέθαναν.
Ο βασιλέας Ιωάννης, όταν το 1143 εξεστράτευσε στη Συρία, πέθανε από πληγή σε κυνήγι. Ακόμη, μετά το θάνατο του βασιλέα, ανακηρύχθηκε διάδοχός του ο μικρότερος γιος Μανουήλ και, για εξασφάλιση του θρόνου, ο μεγαλύτερος αδελφός Ισαάκιος κλείστηκε προσωρινά σε μοναστήρι. Τα γεγονότα αυτά κατέθλιψαν την ψυχή της Βασίλισσας Ειρήνης. Όπως τόσες άλλες, έτσι και αυτή επιζήτησε τη γαλήνη και ανάπαυση της ψυχής πίσω από τα μοναστηριακά τείχη. Αφού δοκίμασε τα λαμπρότερα κοσμικά μεγαλεία και απόλαυσε τη βασιλική δόξα, είδε ότι όλα είναι καπνός που διαλύεται και πείστηκε και από την πίστη αλλά και από τα πράγματα
ότι κάτω από το ευτελές ράσο είναι ευκολότερο να βρεθεί η ειρήνη της ψυχής παρά κάτω από τα βαρύτιμα βασιλικά ενδύματα. Έτσι και με τη συναίνεση του βασιλέα γιου της Μανουήλ αποσύρθηκε στη μονή του Παντοκράτορος, όπου έγινε μοναχή και μετονομάστηκε Ξένη.
Έζησε μερικά χρόνια, τιμώμενη από τις συμμονάστριές της, αλλά και αυτή τιμώντας αυτές, φερόμενη προς όλες με πολλή ταπεινοφροσύνη και στοργή. Εκεί άφησε την τελευταία της πνοή και την κήδευσαν με μεγάλη απλότητα, που είναι ανώτερη από κάθε εγκόσμια μεγαλοπρέπεια. Έτσι θέλησε αυτή η ίδια, λέγοντας λίγο πριν το θάνατό της ότι η Βασίλισσα Ειρήνη είχε πεθάνει προ πολλού.
Δεν έμενε πλέον παρά μόνο η μοναχή Ξένη.
Ο σήμερα εορταζόμενος Αββάς Δωρόθεος έζησε περί τα μέσα του 6ου μετά Χριστόν αιώνος. Καταγόταν πιθανότατα από την Αντιόχεια. Η οικογένειά του πρέπει να ήταν χριστιανική και πλούσια, όπως φαίνεται από την εξαιρετική μόρφωση που πήρε κοντά σε κάποιο φιλόσοφο της εποχής. Είχε δε και γνώσεις ιατρικής. Η ακτινοβολία που ασκούσε την εποχή εκείνη τόσο ο μοναχισμός όσο και η μονή του Αββά Σερίδου τον έκαναν να στρέψει όλο του το ενδιαφέρον και το ζήλο στον αγώνα για την κατάκτηση της καθαρότητας και της αγάπης του Χριστού. Στη μονή του Αββά Σερίδου, που ήταν μεταξύ Γάζης και Ασκάλωνος στην Παλαιστίνη, οι μεγάλες ασκητικές φυσιογνωμίες που τότε υπήρχαν,
ιδίως του Αββά Βαρσανουφίου και του Αββά Ιωάννου του Προφήτου, ενέπνεαν το ζήλο και ήταν ζωντανοί κανόνες για τη μοναχική τελείωση. Σε αυτούς λοιπόν παρέδωσε τον εαυτό του και σε αυτούς εμπιστευόταν κάθε του λογισμό και από εκεί έπαιρνε οδηγίες για τον πνευματικό του αγώνα. Ο αγώνας εκεί ήταν σκληρός, όμως τον στήριζαν οι νουθεσίες και οι προσευχές των γερόντων. Είχε την ευλογία να κάνει διακονητής στον Αββά Ιωάννη τον Προφήτη και να τον έχει πνευματικό του οδηγό μέχρι την τελευταία του. Επίσης, έκανε το διακόνημα να υπηρετεί στον ξενώνα τους ξένους, ακόμη και πνευματικά, έργο ιδιαίτερα βαρύ για την εξασθενημένη του υγεία.
όπιν αποφάσεως του ηγουμένου και των γερόντων ανέλαβε διοικητικές και νοσηλευτικές αρμοδιότητες στο νοσοκομείο της μονής. Την ίδια περίοδο τα εξαιρετικά του χαρίσματα, η μόρφωση και η μέχρι τότε διαγωγή του στη μοναχική παλαίστρα
οδήγησαν τους πνευματικούς ηγέτες της μονής στο να τον τοποθετήσουν βοηθό του ηγουμένου στην πνευματική παρακολούθηση και καθοδήγηση των αδελφών. Έτσι, ενώ ζούσε ως υποτακτικός, αγωνιζόταν να μορφώσει το Χριστό και στις ψυχές των αδελφών του. Έργο βαρύ, αλλά που ήταν και αιτία προκλήσεως ζήλιας για μερικούς αδελφούς αδύνατους πνευματικά. Ζήτησε, αλλά δεν πέτυχε να απαλλαγεί από το βάρος αυτό.
Μετά την τελευτή του ηγουμένου και του Αββά Ιωάννου και τη δική του παραίτηση από το να αναλάβει την ηγουμενία του μοναστηριού, πήγε σε τόπο ερημικό για να απολαύσει την ποθητή του ησυχία. Όμως τον ακολούθησαν κάποιοι πατέρες που προηγουμένως είχαν αναπαυθεί και βοηθηθεί κοντά του και δεν εννοούσαν να τον αποχωριστούν. Ο Αββάς Δωρόθεος αναγκάστηκε να υποχωρήσει και έτσι έκανε δικό του μοναστήρι, το οποίο ακολουθούσε τις πνευματικές γραμμές της μονής του Αββά Σερίδου και αναδείχθηκε πνευματικό και ιεραποστολικό κέντρο. Ο Αββάς Δωρόθεος, μέσα στην υποταγή στο θέλημα του Θεού, στην ταπείνωση, στη διάκριση, εν ολίγω συν Θεώ τελειωθείς,
επλήρωσε χρόνους μακρούς και της αιωνίου ζωής συντόμως τυχείν ηξιώθη. Τιμήθηκε ως Άγιος ενώ ακόμη ζούσε, η δε Ορθόδοξος Εκκλησία, μετά την οσία κοίμησή του που έγινε μεταξύ των ετών 560 με 580 μετά Χριστόν, τον κατέταξε επίσημα στη χορεία των Αγίων της.
Ο εορταζόμενος Αββάς Δωρόθεος, καθώς προαναφέρθηκε, διακρίθηκε ως ποιμένας και πνευματικός διδάσκαλος. Υπάρχουν πολλές ψυχοφελείς διδασκαλίες του. Με κάποια δε ρητά του θα κλείσουμε το σημερινό συναξάρι.
Λέει λοιπόν ο Άγιος: «Είναι αδύνατον αυτός που έχει εκτίμηση στη δική του σύνεση ή στο δικό του λογισμό να κάνει υπακοή ή να μιμηθεί το καλό που βλέπει στον πλησίον του». Έλεγε πάλι: «Καθώς έχουμε πάθη, δεν πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στο λογισμό και τα αισθήματά μας, διότι στραβός οδηγός και τα καλά τα κάνει στραβά». Είπε πάλι: «Μη ζητάς αγάπη από τον πλησίον, διότι αυτός που ζητά ταράζεται εάν δεν του δώσουν, αλλά μάλλον συ δείξε αγάπη στον πλησίον σου και ανάπαυέ τον και έτσι θα φέρεις και τον πλησίον στο σημείο να σε αγαπήσει». Είπε πάλι: «Εάν κάνει κάποιος κάτι έτσι όπως το θέλει ο Θεός, οπωσδήποτε θα συναντήσει πειρασμό, διότι σε κάθε καλό που γίνεται ή προηγείται ή ακολουθεί πειρασμός».
πάλι «Εγώ, εάν η περίσταση το φέρει, προτιμώ να γίνει η γνώμη του πλησίον και να αποτύχω, παρά να κάνω τη δική μου γνώμη και να επιτύχω». Είπε πάλι: «Είναι καλό σε κάθε πράγμα να δίνουμε στον εαυτό μας κάτι λιγότερο από εκείνο που μας χρειάζεται, διότι δεν συμφέρει σε κάποιον να αναπαύεται εντελώς». Είπε πάλι: «Δεν πρέπει κανείς να διορθώνει τον αδελφό του την ώρα που αμαρτάνει εναντίον του, αλλά ούτε άλλη ώρα, μόνο και μόνο για να τον εκδικηθεί». Είπε πάλι: «Εκείνος που θέλει να βρει η ψυχή του αληθινή ανάπαυση, ας μάθει την ταπεινοφροσύνη και θα δει ότι σε αυτή βρίσκεται κάθε χαρά, κάθε δόξα, κάθε ανάπαυση, όπως ακριβώς και στην υπερηφάνεια βρίσκονται όλα τα αντίθετα». Είπε πάλι: «Ας φροντίσουμε να φυλάμε τη συνείδησή μας όσο βρισκόμαστε σε αυτόν τον κόσμο, χωρίς να την αφήνουμε να μας ελέγξει για κάποιο πράγμα, να μην την καταπατούμε σε τίποτε απολύτως, ούτε και στο ελάχιστο».
Αγγλική μετάφρασηEN · 20 παράγραφοι
On August 13, our Church commemorates the recovery and transfer of the relics of Saint Maximus the Confessor; Saint Eudokia the Empress; Saint Seridos, abbot of the monastery in Gaza; Saint Dorotheos; Saint Dositheos the Obedient; the ever-memorable and most blessed Empress Irene, who received the name Xene when she became a nun and took the holy angelic habit; and Saint Coronatus the Martyr.
Empress Irene was the daughter of rulers from the West. Even from an early age, she showed what she would become. As she grew in virtue, she became known and admired by everyone. Virtue has a way of making itself known in those who possess and cultivate it, even when they live in some hidden corner or remote place. Around the year 1070, Emperor Alexios Komnenos of Constantinople and his wife Irene were seeking a beautiful and virtuous young woman. They found Irene, who had every good quality, and arranged her marriage to their God-given son, the emperor John, born in the purple. He came to be called John the Good
because of his many outstanding virtues. His wife did much to help him remain that way. So Irene became empress and bore eight children: four sons and four daughters. She counted the attractions of this world, and even her imperial rank, as nothing. She would say with David, “What profit is there in my blood, when I go down to corruption?” Her love for God was great. Day and night she never ceased to worship Him. This most devout empress was adorned with other virtues as well: gentleness, a calm spirit, humility, kindness toward everyone, and forbearance.
She never gave way to anger, insults, or revenge against anyone. Even when she smiled, her smile was most modest. She always mourned over her own state and kept David’s psalms of mourning on her lips. She loved self-restraint and disciplined her body with simple, plain food, preferring an ascetic life. Her love for others was great, too. She interceded with the emperor and urged him to help those in need. She defended them and did good to them in every way she could. She took more joy in giving alms to the poor than in receiving anything from others. She spent generously on works of charity. She herself would go into poor homes to
give people more than money: she strengthened and comforted them with words of faith and hope in Christ. She built homes for the elderly and guesthouses, and endowed them with substantial funds so they could be maintained securely and properly. She also built the imperial Monastery of Christ Pantokrator and many churches. In all these buildings raised by the most blessed empress, she had great help from the honorable Nikephoros. Like a new Bezalel, he worked with such diligence and eagerness that he gave neither sleep to his eyes nor rest to his temples as he oversaw the building of these many charitable institutions.
With Nikephoros’s help, Irene completed these works and gave Constantinople, the queen of cities, a beautiful and pleasing adornment. She rejoiced in their completion, thanked God, and prayed over them. To gain greater support from her husband, the emperor, she once took him by the hand and led him into the beautiful Church of Christ Pantokrator that she had built. There she fell to the ground, laid her head on the church floor, and said through tears, “Accept, O emperor, this church built by God for your sake.” Weeping still more, the blessed Irene said she would not rise until he promised to grant her request.
When he heard her, the emperor promised to fulfill her request and do all she wished. He would strive even beyond his strength, dedicate sacred treasures and estates to the church, and provide property and annual income to make that venerable monastery greater than all the others in the city. He also promised that from then on the Lord, whom he revered and honored as he did himself, would be called Pantokrator, the Almighty, as indeed He is. Hearing this, Irene rose from the ground, relieved and reassured about the monastery’s future. Yet her life held sorrows as well as joys. Two of her sons died.
In 1143, while on campaign in Syria, Emperor John died from a wound he received while hunting. After his death, their younger son Manuel was named his successor. To secure the throne, his older brother Isaac was confined to a monastery for a time. These events weighed heavily on Empress Irene’s soul. Like so many others, she sought peace and rest for her soul behind monastery walls. She had known the highest worldly honors and enjoyed imperial glory, but she saw that it all vanishes like smoke. Both her faith and her experience convinced her
that peace of soul is easier to find beneath a plain cassock than beneath costly imperial robes. So, with the consent of her son, Emperor Manuel, she withdrew to the Monastery of Christ Pantokrator. There she became a nun and took the name Xene.
She lived there for several years. Her fellow nuns honored her, and she honored them in return, treating them all with great humility and affection. There she breathed her last. She was buried with a simplicity greater than any worldly splendor. That was her own wish. Shortly before her death, she said that Empress Irene had died long ago.
Only the nun Xene remained.
Abba Dorotheos, whom we celebrate today, lived around the middle of the sixth century after Christ. He probably came from Antioch. His family seems to have been Christian and wealthy, judging by the excellent education he received from a philosopher of the time. He also knew something of medicine. The strong influence of monastic life, and especially of Abba Seridos’s monastery, turned all his interest and zeal toward the struggle for purity and the love of Christ. At Abba Seridos’s monastery, between Gaza and Ascalon in Palestine, there were great ascetic figures
especially Abba Barsanuphius and Abba John the Prophet. They inspired zeal and were living models of monastic perfection. Dorotheos entrusted himself to them, shared every thought with them, and received their guidance for his spiritual struggle. The struggle there was hard, but the elders’ counsel and prayers sustained him. He was blessed to serve Abba John the Prophet and to have him as his spiritual guide until John’s death. Dorotheos also served guests in the monastery’s guesthouse, caring for them spiritually as well. This was especially demanding given his weakened health.
By decision of the abbot and the elders, he took on administrative duties and cared for the sick in the monastery hospital. At the same time, his exceptional gifts, his education, and the way he had lived thus far in the monastic struggle
led the monastery’s spiritual leaders to appoint him as the abbot’s assistant in caring for and guiding the brethren spiritually. So, while he lived in obedience, he also struggled to help Christ take shape in the souls of his brothers. It was a heavy task, and it stirred jealousy in some brothers who were spiritually weak. He asked to be relieved of the burden, but his request was not granted.
After the deaths of the abbot and Abba John, Dorotheos declined to become abbot of the monastery. He went to a solitary place to enjoy the hesychia, the inner stillness he longed for. But some of the fathers who had found comfort and help with him followed. They could not bear to part from him. Abba Dorotheos gave way and founded a monastery of his own. It followed the spiritual teaching of Abba Seridos’s monastery and became a center of spiritual and missionary work. Living in obedience to God’s will, with humility and discernment, Abba Dorotheos was made perfect in a short time with God’s help,
yet fulfilled the work of many years and was soon counted worthy to receive eternal life. He was honored as a Saint even while he lived. After his blessed repose, sometime between 560 and 580 after Christ, the Orthodox Church formally numbered him among her Saints.
As we have heard, Abba Dorotheos, whom we celebrate today, was distinguished as a shepherd and spiritual teacher. Many of his teachings are edifying for the soul. We will close today’s account of the saints with a few of his sayings.
The Saint says, “Someone who puts his trust in his own understanding or his own thoughts cannot obey, or imitate the good he sees in his neighbor.” He also said, “Because we have the passions, we should not trust our own thoughts and feelings. A crooked guide can make even good things crooked.” Again he said, “Do not demand love from your neighbor. Whoever demands it becomes troubled when it is not given. Instead, show love to your neighbor and bring him comfort. In this way, you will lead him to love you too.” And he said, “If someone does something as God wills, he will certainly meet with temptation. For every good deed is either preceded or followed by temptation.”
He also said, “When the occasion arises, I would rather follow my neighbor’s judgment and fail than follow my own and succeed.” Again he said, “In everything, it is good to give ourselves a little less than we need, for it does us no good to be completely at ease.” He also said, “No one should correct a brother at the moment that brother sins against him, or even at another time, if the sole purpose is revenge.” Again he said, “Whoever wants to find true rest for his soul should learn humility. He will see that in it are all joy, all glory, and all rest, just as in pride are all their opposites.” And he said, “Let us take care to guard our conscience while we are in this world. Let us give it no cause to reproach us, and never trample on it in anything at all, even the smallest thing.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\13 08.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.