Πρώιμοι χριστιανοί μάρτυρες και το φως του Χριστού
Η Αγριππίνα της Ρώμης αφιέρωσε τη ζωή και τα υπάρχοντά της στον Χριστό, φροντίζοντας τους φτωχούς και στηρίζοντας την Εκκλησία. Αφού ομολόγησε την πίστη της υπό διωγμό, η Αγριππίνα πέθανε από βασανιστήρια· χριστιανές γυναίκες μετέφεραν τα λείψανά της στη Σικελία, όπου αποδίδονταν θεραπείες στις πρεσβείες της.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Αγριππίνα της Ρώμης αφιέρωσε τη ζωή και τα υπάρχοντά της στον Χριστό, φροντίζοντας τους φτωχούς και στηρίζοντας την Εκκλησία.
- Αφού ομολόγησε την πίστη της υπό διωγμό, η Αγριππίνα πέθανε από βασανιστήρια· χριστιανές γυναίκες μετέφεραν τα λείψανά της στη Σικελία, όπου αποδίδονταν θεραπείες στις πρεσβείες της.
- Στην Κύπρο, ο ιερέας Αριστοκλής είδε όραμα που τον οδήγησε στη Σαλαμίνα, όπου ενώθηκε με τον Δημητριανό και τον Αθανάσιο στην ομολογία του Χριστού και υπέστη μαρτύριο.
- Ο Ευστόχιος, κάποτε ειδωλολάτρης ιερέας, μεταστράφηκε αφού είδε χριστιανούς μάρτυρες και οδήγησε στο βάπτισμα τον ανιψιό του Γάιο και τα παιδιά του Λολλία, Πρόβα και Ουρβανό.
- Ο Ευστόχιος αποκεφαλίστηκε μπροστά στην οικογένειά του· οι υπόλοιποι έμειναν πιστοί μέσα από φυλάκιση και βασανιστήρια και εκτελέστηκαν κι εκείνοι.
- Η ομιλία καταλήγει ότι ο Χριστός χαρίζει στους αγίους το φως τους και ότι η ζωή, τα λόγια και οι προσευχές τους οδηγούν άλλους προς τη σωτηρία.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι
του Χριστού. Η Αγριππίνα ήταν γέννημα και θρέμμα της ενδόξου πόλεως Ρώμης, από τη νεότητά της δε παρέδωσε τον εαυτό της στον Θεό. Ευωδίαζε τις καρδιές των πιστών ως κήπος ανθισμένος ή ευωδέστατο ρόδο, απεδίωκε δε τη δυσοδία των παθών, καθώς είχε στολίσει την ψυχή της με την παρθενία και την καθαρότητα. Η Αγριππίνα απέφυγε μεν να κάνει δική της οικογένεια, έκανε όμως οικείους της τους πτωχούς της Εκκλησίας. Υπέρ αυτών χρησιμοποιούσε την περιουσία της, τους οποίους έτρεφε, παρηγορούσε στις θλίψεις και περιποιούνταν στις ασθένειές τους. Και όσες φορές η στη Ρώμη Εκκλησία είχε ανάγκη από εισφορές εκ μέρους των πιστών, η Αγριππίνα δεν περίμενε να προσκληθεί, αλλά έσπευδε από τις πρώτες.
Η διακεκριμένη αυτή θέση μεταξύ των χριστιανών ενοχλούσε τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι την κατήγγελλαν ότι προσηλύτιζε γυναίκες και νέες κοπέλες, αποσπώντας τες από την πάτριο θρησκεία της πολυθεΐας. Συνελήφθηκε η Αγριππίνα και επειδή όλον της τον εαυτό τον είχε αφιερώσει στον Χριστό, γι' αυτό με ανδρεία και με θάρρος προσήλθε στο μαρτύριο. Ομολόγησε ότι ήταν χριστιανή και δεν αρνήθηκε ότι καθήκον της ήταν να συντελεί στο να ελκύονται όσο το δυνατόν περισσότερες ψυχές στον Χριστό. Όταν προσκλήθηκε να αρνηθεί τον Κύριο Ιησού, δήλωσε ότι ήταν έτοιμη για Αυτόν να αποθάνει. Για την αγάπη του Χριστού παρέδωσε τον εαυτό της σε πολλούς βασανισμούς και μαρτύρια.
Τη χτύπησαν στο στόμα, τη μαστίγωσαν, την έβαλαν στη στρέβλη. Εκεί, αφού σχίστηκαν οι σάρκες και συντρίφθηκαν τα κόκαλά της, παρέδωσε στον Κύριο την πιστή και αφοσιωμένη μέχρι τέλους ψυχή της και έτσι έλαβε τον αμάραντο στέφανο της αθλήσεως. Αφού πήραν κρυφά το ιερό λείψανο της μάρτυρος, οι ευλογημένες γυναίκες Βάσα, Παύλα και Αγαθονίκη έφτασαν τελικά στη Σικελία, όπου και το αποθησαύρισαν. Καθώς τον θησαυρό αυτό δέχθηκε το νησί, ελευθερώθηκε από το σκοτάδι της πλάνης και των δαιμόνων, αλλά και οι λεπροί που προσέρχονται σε αυτό καθαρίζονται και κάθε άλλη ασθένεια γιατρεύεται με τις πρεσβείες της μάρτυρος.
Ο μάρτυς Αριστοκλής, του οποίου η μνήμη επίσης σήμερα εορτάζεται, ήταν Κύπριος το γένος, καταγόταν δε από την πόλη Ταμασού, της οποίας ήταν ιερέας. Κατά τους χρόνους της βασιλείας Μαξιμιανού, γύρω στο 300 μ.Χ., ανέβηκε στο βουνό που ήταν εκεί και κρύφτηκε μέσα σε σπήλαιο, φοβούμενος τον διωγμό που είχε κινηθεί κατά των Χριστιανών. Στο σπήλαιο δε εκείνο, καθώς προσευχόταν, είδε λαμπρό φως, το οποίο έλαμπε περισσότερο από τον ήλιο, και άκουσε φωνή από τον ουρανό, η οποία τον παρακινούσε να πάει στη Μητρόπολη της Κύπρου, Σαλαμίνα, δηλαδή στην Αμμόχωστο, όπου και να υποστεί μαρτυρικό τέλος. Καθώς πήγαινε εκεί, έφτασε στον ναό του Αποστόλου Βαρνάβα.
Βρήκε τον διάκονο Δημητριανό και τον αναγνώστη Αθανάσιο. Καθώς ξενοδοχήθηκε από αυτούς, τους διηγήθηκε την οπτασία την οποία είδε, τη φωνή την οποία άκουσε και τον λόγο για τον οποίο πήγαινε στην Αμμόχωστο. Όταν αυτοί τον άκουσαν, προθυμοποιήθηκαν να αποθάνουν και αυτοί για τον Χριστό. Πήγαν λοιπόν στην Αμμόχωστο και καθώς τους είδε ο ηγεμόνας, τους προσκάλεσε και όταν έμαθε από τους ίδιους ότι ήταν χριστιανοί, πρώτα έδειρε και καταξέσχισε τον Άγιο Αριστοκλή και μετά τον αποκεφάλισε. Τους δε Δημητριανό και Αθανάσιο, βλέποντας ότι επέμεναν στην πίστη του Χριστού, πρώτα τους βασάνισε με διάφορα βασανιστήρια και μετά πρόσταξε να ριχτούν στη φωτιά. Επειδή όμως φυλάχτηκαν αβλαβείς από τη χάρη του Χριστού, γι' αυτό
πρόσταξε και τους αποκεφάλισαν και έτσι έλαβαν οι αοίδιμοι τους στεφάνους της μαρτυρικής αθλήσεως.
Οι επίσης σήμερα εορταζόμενοι Άγιοι Μάρτυρες, Ευστόχιος, ο ανεψιός του Γάιος και τα παιδιά του Λωλία, Πρόβη και Ουρβανός, ζούσαν κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Μαξιμιανού και του ηγεμόνα Γρίπα, κατά τα τέλη του τρίτου μετά Χριστόν αιώνος, ήταν δε από την πόλη που ονομαζόταν Ούσαδος. Ο Ευστόχιος λοιπόν αυτός ήταν προηγουμένως ιερέας των ειδώλων, ύστερα δε, βλέποντας τους Αγίους να μαρτυρούν για τον Χριστό και να επιτελούν παράδοξα θαύματα, αποστράφηκε τη θρησκεία των ειδώλων και αφού προσήλθε στον επίσκοπο της Αντιοχίας Ευδόξιο, βαπτίστηκε από Αυτόν και μετά έλαβε το αξίωμα του πρεσβυτέρου. Έφερε δε προς τον Χριστό και προς το Άγιο του Βάπτισμα τον ανεψιό του Γάιο
δύο του θυγατέρες, Λωλία και Πρόβη, και τον γιο του Ουρβανό. Εγκαταστάθηκε στα Λύστρα της Λυκαονίας και εκεί εργάστηκε ακούραστα υπέρ του Ευαγγελίου, μαζί του δε συναγωνίζονταν ο ανεψιός και τα παιδιά του με ζήλο και αυταπάρνηση. Αφού καταγγέλθηκαν, οδηγήθηκαν στον έπαρχο που ήταν στην Άγκυρα, Αγριππίνο. Αυτός ζήτησε να εκμεταλλευθεί το πατρικό αίσθημα του Ευστοχίου, να θελήσει να σώσει τα παιδιά του αρνούμενος τον Χριστό. Τα παιδιά πάλι προσπάθησε να τα παραπλανήσει, παριστάνοντας σε αυτά ότι ο πατέρας τους ήταν σκοτισμένος και ανίκανος να σκεφτεί νηφάλια και ότι σε αυτά απόκειτο να τον σώσουν από τον θάνατο, εάν δέχονταν να επανέλθουν στη θρησκεία των πατέρων τους. Όμως το τέχνασμα απέτυχε.
Ο πατέρας και ο ανεψιός και τα παιδιά δήλωσαν ότι πάνω από όλα και πάνω από όλους είναι η αλήθεια του Χριστού και ότι δεν δέχονταν για ζωή πρόσκαιρη να στερηθούν τον Ουρανό και την αιώνια ζωή. Ο Αγριππίνος τότε διέταξε να αποκεφαλίσουν τον Ευστόχιο μπρος στα παιδιά του και αυτά τον ενίσχυαν λέγοντας ότι λίγο ακόμη και θα έρχονταν και αυτά προς συνάντησή του. Αυτός δε προχώρησε προς τον θάνατο αφού τα εξόρκισε να μείνουν όλοι σταθεροί για να μην ατιμαστεί η πίστη τους και να μην διασπαστούν στη μέλλουσα ζωή. Ο Αγριππίνος ανέβαλε για μερικές μέρες τον θάνατο του Γαΐου και των παιδιών του Ευστοχίου με την ελπίδα ότι η φυλακή και το πατρικό πάθημα θα επέφεραν τη μεταμέλεια στις νεαρές εκείνες υπάρξεις που ήταν γεμάτες ζωή.
Μάταιη όμως η προσδοκία. Σε νέα τους εμφάνιση επανέλαβαν με τον ίδιο ζήλο την ομολογία του Χριστού. Τότε τους βασάνισαν με φωτιά και τροχό, αλλά οι γενναίοι μάρτυρες, αφού περισυνέλεξαν τις δυνάμεις που τους υπολείπονταν, φώναξαν προς τον Αγριππίνο: «Είμαστε χριστιανοί». Εκείνος δε, μη εννοώντας στην τύφλωσή του ότι η περισσότερη μανία αυτόν μόνο ήταν ικανή να ατιμάσει, πρόσταξε και αποκεφάλισαν τον αθλητή εκείνο και τις αθλήτριες του Θεανθρώπου Χριστού. Και έτσι ανέβηκαν στεφανηφόροι στα ουράνια.
Ο άνθρωπος της νέας δημιουργίας, ο εν Χριστώ καινός και καινούριος άνθρωπος, λαμπρύνεται, φωτίζεται με το φως, τη χάρη του Χριστού, και ζωογονείται από αυτή. Ο νους αποκτά την αληθινή γνώση του Θεού. Η καρδιά φωτίζεται και αγαπά τον Θεό και τον άνθρωπο. Η φωτισμένη θέληση υπηρετεί το θέλημα του Αγίου Θεού.
Οι Άγιοι είναι τα φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας, αστέρες πολύφωτοι του νοητού στερεώματος, τέκνα φωτός. Όταν βαπτιζόμαστε λαμβάνουμε το ένδυμα του φωτός, αφού ενδυόμεθα τον Χριστό, γι' αυτό και ψάλλουμε: «Χιτώνα μοι παράσχου φωτεινόν, ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον».
Οι Άγιοι είναι οι μεγαλύτεροι φωτοδότες και ευεργέτες της ανθρωπότητας, διότι μας φωτίζουν με τον λόγο τους, τις προσευχές και την αγία τους ζωή. Ό,τι αξία έχει ο ήλιος για την κτίση, τόση και ακόμη μεγαλύτερη αξία έχουν οι Άγιοι για μας. Μας δείχνουν την πραγματική πορεία, τον δρόμο προς την πηγή της αληθινής ζωής, τον δρόμο της σωτηρίας. Τέτοιοι ήταν όλοι οι Άγιοι Απόστολοι, οι Άγιοι Προφήτες, οι Άγιοι Πατέρες, οι Άγιοι Ασκητές, αλλά και οι Άγιοι Μάρτυρες, όπως οι σήμερα εορταζόμενοι. Οι Άγιοι είναι φώτα δεύτερα. Πρώτο φως είναι ο Χριστός και από Αυτόν φωτίζονται οι Άγιοι και έτσι είναι Άγιοι και μετά φωτίζουν και εμάς. Φωτίζουν
όσους θέλουν να φωτιστούν, όσους έχουν μάτια για να βλέπουν και αυτιά για να ακούν, φωτίζουν όχι με ανθρώπινης σοφίας φώτα, αλλά με το φως το θεϊκό, το φως το αληθινό. Ας μένουμε κοντά τους για να φωτιζόμαστε πάντοτε, για να μην πλανόμαστε, να προχωρούμε προς την ορθή κατεύθυνση, για να μη σκοντάφτουμε, να μη πέφτουμε, να μη χανόμαστε. Για να φωτιζόμαστε και να φωτίζουμε με τη σειρά μας προς δόξαν του αρχιφώτου και αυτοφώτου αληθινού φωτός.
Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι
of Christ. Agrippina was born and raised in the glorious city of Rome, and from her youth she gave herself to God. Like a garden in bloom or a fragrant rose, she filled the hearts of the faithful with sweetness and drove away the foul odor of the passions, having adorned her soul with virginity and purity. Agrippina did not start a family of her own, but she made the poor of the Church her family. She used her wealth to feed them, comforted them in their troubles, and cared for them when they were ill. Whenever the Church in Rome needed contributions from the faithful, Agrippina did not wait to be asked. She was among the first to give.
Her prominent place among the Christians troubled the pagans. They accused her of drawing women and young girls away from the ancestral religion of many gods. Agrippina was arrested. Because she had devoted her whole self to Christ, she faced martyrdom with courage. She confessed that she was a Christian and did not deny that she considered it her duty to help draw as many souls as possible to Christ. When called upon to deny the Lord Jesus, she declared that she was ready to die for Him. For the love of Christ, she endured many torments.
They struck her in the mouth, scourged her, and put her on the rack. There, after her flesh had been torn and her bones crushed, she gave her faithful soul, devoted to the end, into the hands of the Lord. Thus she received the unfading crown of martyrdom. The blessed women Bassa, Paula, and Agathonice secretly took the martyr’s holy relics and eventually reached Sicily, where they laid them to rest. When the island received this treasure, it was freed from the darkness of error and demons. Lepers who come to her relics are cleansed, and every other illness is healed through the martyr’s intercessions.
The martyr Aristocles, whose memory we also celebrate today, was a native of Cyprus. He came from the city of Tamassos and served there as a priest. During the reign of Maximian, around AD 300, he went up into the nearby mountain and hid in a cave, fearing the persecution of Christians. While he was praying there, he saw a brilliant light, brighter than the sun, and heard a voice from heaven urging him to go to Salamis, the chief city of Cyprus, here identified as Famagusta, and suffer a martyr’s death there. On his way, he came to the church of the Apostle Barnabas.
There he met the deacon Demetrian and the reader Athanasius. They gave him hospitality, and he told them about the vision he had seen, the voice he had heard, and why he was going to Famagusta. When they heard him, they too offered to die for Christ. So they went to Famagusta. The governor summoned them, and when they told him they were Christians, he first beat and savagely tore the flesh of Saint Aristocles, then beheaded him. Seeing that Demetrian and Athanasius held firm in their faith in Christ, he subjected them to various tortures and ordered them thrown into the fire. But the grace of Christ kept them unharmed, and so
he ordered them beheaded as well. Thus these blessed men received the crowns of martyrdom.
The holy martyrs we also celebrate today—Eustochius, his nephew Gaius, and his children Lollia, Proba, and Urban—lived under Emperor Maximian and the governor Gripas, toward the end of the third century after Christ. They came from a city called Ousados. Eustochius had once been a pagan priest. But when he saw the Saints suffer martyrdom for Christ and work extraordinary miracles, he turned away from the worship of idols. He went to Eudoxius, the bishop of Antioch, who baptized him, and afterward he became a priest. He also brought to Christ and to holy Baptism his nephew Gaius,
his two daughters, Lollia and Proba, and his son Urban. He settled in Lystra of Lycaonia and worked tirelessly there for the Gospel. His nephew and children labored beside him with zeal and self-denial. After they were denounced, they were brought before Agrippinus, the prefect in Ancyra. Agrippinus tried to appeal to Eustochius’s love for his children, hoping he would deny Christ to save them. He also tried to deceive the children, telling them that their father’s judgment was clouded and that he could no longer think clearly. They could save him from death, he said, if they returned to the religion of their ancestors. But his scheme failed.
The father, his nephew, and the children declared that the truth of Christ stood above everything and everyone. They would not give up heaven and eternal life for a life that would soon pass away. Agrippinus then ordered Eustochius beheaded before his children. They encouraged their father, saying that they would soon come to meet him. As he went to his death, he urged them all to remain steadfast, so that they would not dishonor their faith or be separated in the life to come. Agrippinus postponed the deaths of Gaius and Eustochius’s children for a few days, hoping that prison and their father’s suffering would make these young people change their minds.
But his hope was in vain. When they appeared before him again, they confessed Christ with the same zeal. They were tortured with fire and on the wheel, but the courageous martyrs gathered what strength they had left and cried out to Agrippinus, “We are Christians!” Blind to the fact that his growing fury could only bring shame upon himself, he ordered these champions of Christ the God-Man beheaded. And so they ascended to heaven wearing the crowns of victory.
The person of the new creation, the new person in Christ, is made radiant and illumined by the light and grace of Christ, and receives life from that grace. The nous, our spiritual intellect, comes to know God truly. The heart is illumined and comes to love God and other people. The illumined will serves the will of the holy God.
The Saints are the radiant children of the Church, bright stars in the spiritual heavens, children of light. When we are baptized, we receive the garment of light, for we put on Christ. That is why we sing, “Grant me a garment of light, O You who clothe Yourself with light as with a garment.”
The Saints are humanity’s greatest bearers of light and benefactors, because they illumine us through their words, their prayers, and their holy lives. As precious as the sun is to creation, the Saints are as precious, and even more so, to us. They show us the true path, the way to the source of true life, the way of salvation. Such were all the holy Apostles, the holy Prophets, the holy Fathers, the holy Ascetics, and the holy Martyrs whom we celebrate today. The Saints are lights that shine by another’s light. Christ is the first light. He illumines the Saints and makes them holy; then they illumine us. They illumine
those who want to receive light, those who have eyes to see and ears to hear. They illumine them with divine light, the true light, rather than the light of human wisdom. Let us stay close to the Saints, so that we may always receive that light, avoid going astray, and walk in the right direction without stumbling, falling, or being lost. Then we too may receive the light and shine it on others, to the glory of the true Light, the source of all light, who shines by His own light.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
06 ΙΟΥΝΙΟΥ\23 06 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.