Κύριλλος Ιεροσολύμων: Εξορία, κατήχηση και βαπτισματική χάρη
Ο Κύριλλος μεγάλωσε κοντά στα Ιεροσόλυμα, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και έγινε επίσκοπος Ιεροσολύμων το 351. Μια διαμάχη με τον Ακάκιο Καισαρείας για το κύρος των Ιεροσολύμων και για την ορθόδοξη διδασκαλία του Κυρίλλου οδήγησε στις δύο πρώτες εξορίες του.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Ο Κύριλλος μεγάλωσε κοντά στα Ιεροσόλυμα, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και έγινε επίσκοπος Ιεροσολύμων το 351.
- Μια διαμάχη με τον Ακάκιο Καισαρείας για το κύρος των Ιεροσολύμων και για την ορθόδοξη διδασκαλία του Κυρίλλου οδήγησε στις δύο πρώτες εξορίες του.
- Η ομιλία αφηγείται την αποτυχημένη προσπάθεια του Ιουλιανού του Παραβάτη να ανοικοδομήσει τον ναό των Ιεροσολύμων και την εμφάνιση ενός φωτεινού σταυρού στον ουρανό.
- Ο αυτοκράτορας Ουαλέντης εξόρισε τον Κύριλλο για τρίτη φορά· μετά την επιστροφή του το 378, ο Κύριλλος αποκατέστησε την τάξη και οδήγησε πολλούς πίσω στην Ορθοδοξία.
- Ο Κύριλλος παρέστη στη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο το 381 και πέθανε το 386.
- Οι 23 Κατηχητικές Διαλέξεις του δίδαξαν τους υποψηφίους για βάπτιση τη χριστιανική πίστη, ενώ οι τελευταίες πέντε καθοδήγησαν τους νεοβαπτισμένους στα μυστήρια.
- Σε χωρίο από τη διδασκαλία του, ο Κύριλλος προτρέπει τους πιστούς να συνεργάζονται με τη δωρεάν χάρη του Θεού και να φέρουν διαρκείς πνευματικούς καρπούς.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 13 παράγραφοι
Κύριλλος Ιεροσολύμων αποτελεί μια από τις λαμπρότερες φυσιογνωμίες των πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας μας. Γεννήθηκε κατά τις αρχές του τετάρτου μετά Χριστόν αιώνος και ήταν σύγχρονος του Μεγάλου Αθανασίου. Ως τόπος γεννήσεώς του θεωρούνται τα Ιεροσόλυμα ή κάποια κωμόπολη από τα πέριξ. Υιός ορθοδόξων και ευσεβών γονέων, ανατράφηκε από αυτούς και εκπαιδεύτηκε στα ευσεβή και ορθά ιερά δόγματα. Ο Επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος τον χειροτόνισε διάκονο κατά το 334. Το δε επόμενο έτος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Μάξιμο, διάδοχο του Μακαρίου. Ο Κύριλλος διέπρεπε από τότε για τις θεολογικές του γνώσεις και τον ορθόδοξο ζήλο του. Γι' αυτό ανατέθηκε σ' αυτόν
στην Επισκοπή των Ιεροσολύμων το κήρυγμα και η διδασκαλία των κατηχουμένων. Το 351 ο Μάξιμος απέθανε, διάδοχός του δε αναδείχθηκε ο Κύριλλος. Το ανέβασμά του στο επισκοπικό αξίωμα δεν τον έκανε να αναπαυθεί επί της δάφνης αυτής. Αντίθετα, τότε υπήρξε μεγαλύτερη συναίσθηση των προς την Εκκλησία υποχρεώσεών του,
πολλαπλασίασε τους υπέρ αυτής κόπους του. Αλλά στους ταραχώδεις εκείνους καιρούς δεν ήταν δυνατόν να μείνει και ο Κύριλλος εκτός θορύβου και σάλου. Η Επισκοπή των Ιεροσολύμων υπαγόταν στη Μητρόπολη Καισαρείας, αλλά η εν Νικαία Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος με τον έβδομό της κανόνα είχε περιβάλει τον Επίσκοπο Ιεροσολύμων με εξαιρετική τιμή, λόγω της ιδιαίτερα υψηλής θέσεως της πόλεως εκείνης στην ιστορία του χριστιανισμού. Τον κανόνα αυτό αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ο τότε Μητροπολίτης Καισαρείας Ακάκιος, τόσο δε περισσότερο καθώς ο Μητροπολίτης αυτός ήταν Αρειανός και αντιπαθούσε την Ορθόδοξη εκείνη σύνοδο. Με την τυφλή μάλιστα μανία, την ιδιάζουσα στους αιρετικούς, θέλησε να καταφέρει καίριο χτύπημα κατά του Κυρίλλου, του οποίου τον ενοχλούσε η μεγάλη πνευματική αξία και η όλο και περισσότερο εξαπλούμενη φήμη του. Έτσι, το 358, ενώπιον τοπικής συνόδου κατηγόρησε τον Άγιο Κύριλλο ότι, όταν συνέβη πείνα, πώλησε χάρη των πτωχών και εκκλησιαστικά σκεύη. Η σύνοδος εκείνη
καθαίρεσε τον Άγιο Κύριλλο, όρισε δε τόπο διαμονής του την Ταρσό. Το επόμενο έτος ανακλήθηκε στο θρόνο με απόφαση της εν Σελευκεία συνόδου. Αλλά το πάθος του Ακακίου ορθωνόταν ακοίμητο και επέτυχε δεύτερη εξορία του Κυρίλλου κατά το επόμενο έτος, 360. Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ανέλαβε τη βασιλεία, ο Άγιος Κύριλλος κατέλαβε και πάλι την επισκοπή του, δυνάμει του κοινού μέτρου το οποίο κατά την αρχή της βασιλείας του έλαβε ο Ιουλιανός για όλους τους εξόριστους επισκόπους. Αλλά και τότε ακριβώς δοκίμασε ο διαπρεπής ιεράρχης μια από τις μεγαλύτερες θλίψεις της ζωής του. Ο Ιουλιανός, ως γνωστόν, είχε νομίσει ότι θα διέψευδε το Χριστό, ο οποίος είχε προφητεύσει
ότι δεν θα έμενε λίθος επί λίθου στο ναό των Ιεροσολύμων, εάν ο ναός αυτός ανεγειρόταν και πάλι. Η σημασία την οποία ο ειδωλομανής αυτοκράτορας έδινε στην ανέγερση του ναού ήταν βέβαια ανόητη, διότι την καταστροφή του ναού την είχε προφητεύσει ο Κύριος για το ναό που υπήρχε τότε, τον οποίο είχε ξανακτίσει ο Ηρώδης ο Μέγας. Η δε προφητεία εκείνη είχε εκπληρωθεί κατά γράμμα. Τι λοιπόν σήμαινε εάν κατόπιν στην ίδια θέση ξανακτιζόταν ναός άλλος; Σπουδαιότητα υπήρχε μόνο στο ότι η ανοικοδόμηση του ναού θα ξαναΐδρυε τη λατρεία των Ιουδαίων, η οποία κατά την Παλαιά Γραφή μόνο στο ναό των Ιεροσολύμων είναι επιτρεπόμενη και η οποία από την καταστροφή του ναού είχε εντελώς καταργηθεί.
Ο Θεός ματαίωσε την ασεβή βουλή. Μάταια ο Ιουλιανός και άφθονα χρήματα πρόσφερε και εργάτες Ιουδαίους μάζεψε. Κατά αναμφισβήτητη ιστορική μαρτυρία, σεισμός γκρέμισε το μέρος που ξανακτίστηκε, φλόγες δε κατέκαψαν τα θεμέλια και απομάκρυναν για πάντα τους εργάτες. Ο Κύριλλος ευχαρίστησε το Θεό για το λαμπρό και διδακτικότατο θαύμα. Κατά τις ημέρες της Πατριαρχίας του μεγάλου αυτού Πατέρα έδειξε ο Θεός και ένα άλλο μεγάλο θαύμα, το θαύμα της εμφανίσεως στον ουρανό του φωτεινού σημείου του Τιμίου Σταυρού, το οποίο συγκλόνισε τότε όλο το λαό, χριστιανούς, Εβραίους και ειδωλολάτρες, και του οποίου τη μνήμη επιτελούμε στις 7 Μαΐου. Όταν στο θρόνο ανέβηκε ο Αρειανός αυτοκράτορας Ουάλης,
ο Κύριλλος εξορίστηκε για τρίτη φορά κατά το έτος 367. Κατά την εξορία αυτή υπέφερε πολλές κακοπάθειες. Μόλις δε ένδεκα έτη αργότερα, το 378, μετά το θάνατο του Ουάλεντος, επέστρεψε στην επισκοπή του. Όταν επανήλθε βρήκε σε αυτήν πολλή ακαταστασία. Μπόρεσε όμως να επαναφέρει την τάξη και πέτυχε να ελκύσει στην Ορθοδοξία πολλούς οι οποίοι κατά το διάστημα της απουσίας του είχαν γίνει αιρετικοί και σχισματικοί. Το έτος 381 παραβρέθηκε στη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στην Κωνσταντινούπολη και διέπρεψε στις συζητήσεις της. Ο Άγιος Κύριλλος πέθανε το 386. Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει γι' αυτόν ότι
υπό τη διοίκησή του άκμασε η Εκκλησία των Ιεροσολύμων, το δε κυριότερο από τα συγγράμματά του, το οποίο μαρτυρεί την υπέροχη θεολογική κατάρτισή του, είναι οι 23 λεγόμενες κατηχήσεις. Αυτές εκφώνησε ως ιερέας, κατ' άλλους ως επίσκοπος, για τους κατηχουμένους των Ιεροσολύμων κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Διακαινησίμου του έτους 348 στο Ναό της Αναστάσεως. Περιλαμβάνουν δε αυτές ολόκληρη την περί χριστιανικής πίστεως διδασκαλία. Αγία. Θεωρείται πιθανό ότι δεν τις έγραψε ο ίδιος, αλλά ότι καθώς εκείνος τις εκφωνούσε, τις κατέγραφαν ταχυγράφοι. Και οι μεν δεκαοκτώ πρώτες κατηχήσεις ήταν αυτές που απευθύνονταν στους κατηχουμένους,
οι οποίοι ετοιμάζονταν να δεχτούν το φώτισμα ή βάπτισμα κατά το Πάσχα που πλησίαζε. Οι δε άλλες πέντε κατηχήσεις απευθύνονταν προς τους νεοφώτιστους για να συμπληρώσουν την προηγούμενη κατηχητική διδασκαλία και πρόσθεταν μερικά για τα μυστήρια, τα οποία έμεναν άγνωστα πριν από το Άγιο Βάπτισμα στους κατηχουμένους. Γι' αυτό οι τελευταίες αυτές πέντε κατηχήσεις ονομάζονται μυσταγωγικές. Οι κατηχήσεις αυτές είναι σαφείς και γραμμένες με θέρμη και πειθώ. Είναι ακόμη σπουδαιότατες για την ιστορία του δόγματος και για την ιστορία της λατρείας και της κατηχήσεως στην αρχαία Εκκλησία. Στον Άγιο Κύριλλο αποδίδονται ακόμη λόγοι στον παραλυτικό, άλλοι λόγοι στην Υπαπαντή,
επιστολή προς τον βασιλέα Κωνστάντιο και η λειτουργία του Ιακώβου.
Μια κατήχηση προς τους φωτιζομένους, του σήμερα εορταζομένου Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα σε μετάφραση, το οποίο νομίζουμε ότι καλό θα ήταν να το προσέξουμε και εμείς, εμείς οι οποίοι ήδη είμαστε βαπτισμένοι, καλούμαστε δε με τη χάρη του Θεού και τον προσωπικό μας αγώνα να καθαριστούμε από την αμαρτία και να φτάσουμε στην κατάσταση του φωτισμού. Σε αυτούς που λαμβάνουν την πνευματική αυτή και σωτήριο σφραγίδα, είπε λοιπόν ο Άγιος απευθυνόμενος σε εκείνους που πρόκειτο σύντομα να βαπτιστούν, χρειάζεται και η δική τους προαίρεση. Διότι όπως ακριβώς το καλάμι με το οποίο γράφουμε και το βέλος χρειάζονται αυτόν που θα συνεργήσει και θα τα χρησιμοποιήσει,
και η χάρη χρειάζεται αυτούς που πιστεύουν. Όπλο παίρνεις όχι φθαρτό, αλλά πνευματικό. Φυτεύεσαι στο νοητό παράδεισο. Λαμβάνεις όνομα καινούριο, το οποίο προηγουμένως δεν είχες. Πριν από αυτό ήσουν κατηχούμενος. Τώρα δε θα ονομαστείς πιστός. Μεταφυτεύεσαι λοιπόν στις ελιές τις νοητές. Από αγριέλαιο μπολιάζεσαι στην καλλιέλαιο, από αμαρτίες στην αρετή, από μολυσμούς στην καθαρότητα. Γίνεσαι κοινωνός της Αγίας Αμπέλου. Αλλά εάν παραμείνεις στην Άμπελο, θα αυξηθείς σαν καρποφόρο κλήμα. Εάν δε δεν επιμείνεις, θα καταναλωθείς από τη φωτιά. Ας καρποφορήσουμε λοιπόν αξίως.
Μη γένοιτο σε μας να συμβεί εκείνο που συνέβη στην άκαρπη συκιά, μήπως έλθει ο Ιησούς και τώρα καταραστεί για την ακαρπία. Αλλά ας γίνουμε όλοι να λέγουμε εκείνο: «Εγώ δε, ως ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού, ήλπισα επί το έλεος του Θεού εις τον αιώνα». Ελαία, όχι αισθητή, αλλά νοητή, φωτοφόρος. Του Θεού μεν είναι το φύτεμα και το πότισμα, δικό σου δε είναι το να καρποφορήσεις. Του Θεού το να χαρίσει, δικό σου δε το να λάβεις και να διατηρήσεις. Μη επειδή δωρεάν δίδεται η χάρη καταφρονήσεις, αλλά αφού την πάρεις, συντήρησέ την με ευλάβεια.
Αγγλική μετάφρασηEN · 13 παράγραφοι
Cyril of Jerusalem is one of the most outstanding figures among the Fathers and teachers of our Church. He was born early in the fourth century after Christ and was a contemporary of Athanasius the Great. His birthplace is thought to have been Jerusalem or a nearby town. The son of Orthodox and devout parents, he was raised and taught by them in the true and holy doctrines of the faith. Macarius, bishop of Jerusalem, ordained him a deacon in 334. The following year, Maximus, Macarius’s successor, ordained him a priest. Even then, Cyril stood out for his knowledge of theology and his zeal for Orthodoxy. For this reason, he was entrusted with
preaching and teaching the catechumens in the diocese of Jerusalem. Maximus died in 351, and Cyril succeeded him. Becoming a bishop did not lead him to rest on his laurels. Rather, he became more deeply aware of his duties to the Church
and worked even harder for her sake. But in those turbulent times, Cyril could not remain untouched by conflict. The diocese of Jerusalem came under the Metropolitan of Caesarea. Yet the First Ecumenical Council at Nicaea, in its seventh Canon, had accorded the bishop of Jerusalem special honor because of the city’s unique place in Christian history. Acacius, then Metropolitan of Caesarea, refused to recognize this Canon. He was an Arian and was hostile to that Orthodox council. With a blind fury characteristic of heretics, he sought to strike a decisive blow against Cyril. Cyril’s spiritual stature and growing reputation troubled him. So, in 358, Acacius accused Saint Cyril before a local Synod of selling Church vessels to help the poor during a famine. That Synod
deposed Saint Cyril and ordered him to live in Tarsus. The following year, a Synod at Seleucia restored him to his see. But Acacius’s hostility never rested, and in 360 he secured Cyril’s second exile. When Julian the Apostate became emperor, Saint Cyril returned to his diocese under the general measure Julian had adopted at the start of his reign for all exiled bishops. Yet it was then that this distinguished bishop endured one of the greatest sorrows of his life. Julian, as we know, thought he could prove Christ wrong. Christ had prophesied
that not one stone of the Jerusalem Temple would be left upon another, and Julian thought rebuilding it would disprove Him. Of course, the idolatrous emperor’s reasoning was foolish. The Lord had foretold the destruction of the Temple that stood in His own time, the one Herod the Great had rebuilt. That prophecy had been fulfilled to the letter. What would it matter if another temple were built later on the same site? What did matter was that rebuilding it would restore Jewish worship, which, according to the Old Testament, was permitted only in the Jerusalem Temple and had ceased entirely after its destruction.
God thwarted this impious plan. Julian offered ample money and gathered Jewish workers, but all in vain. According to historical testimony presented as beyond dispute, an earthquake brought down the part that had been rebuilt, while flames consumed the foundations and drove the workers away for good. Cyril gave thanks to God for this glorious and instructive miracle. During the patriarchate of this great Father, God showed another great miracle: the appearance in the sky of the luminous sign of the Precious Cross. It shook all the people at the time—Christians, Jews, and pagans alike—and we commemorate it on May 7. When the Arian emperor Valens came to the throne,
Cyril was exiled for a third time, in 367. He suffered many hardships during this exile. Only eleven years later, in 378, after Valens died, did he return to his diocese. He found it in great disorder, but he restored order and brought back to Orthodoxy many who had become heretics or schismatics during his absence. In 381 he attended the Second Ecumenical Council in Constantinople and distinguished himself in its discussions. Saint Cyril died in 386. Basil the Great says of him that
under his leadership the Church of Jerusalem flourished. His most important writings, which bear witness to his excellent theological learning, are the twenty-three lectures known as the Catechetical Lectures. He delivered them as a priest—or, according to others, as a bishop—to the catechumens of Jerusalem during Great Lent and Bright Week in 348, in the Church of the Resurrection. They cover the whole teaching of the Christian faith. It is thought that he may not have written them himself, but that shorthand writers recorded them as he spoke. The first eighteen lectures were addressed to the catechumens,
who were preparing to receive illumination, or Baptism, at the approaching Pascha. The other five were addressed to those newly baptized. They completed the earlier instruction by teaching more about the Mysteries, which had remained unknown to the catechumens before Holy Baptism. That is why these last five lectures are called the Mystagogical Catecheses. The lectures are clear, warm, and persuasive. They are also of great importance for the history of doctrine, worship, and catechesis in the early Church. Other works attributed to Saint Cyril include discourses on the paralytic and on the Presentation of the Lord,
a letter to Emperor Constantius, and the Liturgy of Saint James.
From a lecture for those preparing for Baptism by Saint Cyril of Jerusalem, whom we celebrate today, we offer a short passage in translation. We think we, too, should take it to heart. Though we have already been baptized, we are called, by God’s grace and through our own struggle, to be cleansed of sin and reach the state of illumination. Addressing those who were soon to be baptized, the Saint said: “Those who receive this spiritual and saving seal must also choose to cooperate. Just as a writing pen and an arrow need someone to take them up and use them,
so grace calls for people who believe. You receive a weapon that does not perish, but is spiritual. You are planted in a spiritual Paradise. You receive a new name that you did not have before. Until now, you were called a catechumen; now you will be called a believer. You are transplanted among the spiritual olive trees. You are grafted from a wild olive onto a cultivated olive tree, from sin into virtue, from defilement into purity. You become a partaker of the Holy Vine. If you remain in the Vine, you will grow like a fruitful branch. If you do not remain, you will be consumed by fire. So let us bear fruit worthy of this gift.
“May what happened to the fruitless fig tree never happen to us. May Jesus never come and curse us for bearing no fruit. Instead, let us all be able to say: ‘But I am like a fruitful olive tree in the house of God; I have put my hope in the mercy of God forever’ (Psalm 52:8; 51:10 LXX). An olive tree that is spiritual, not one we see with our eyes; a tree that bears light. It is for God to plant and water, and for you to bear fruit. It is for God to give the gift, and for you to receive and keep it. Grace is given freely, but do not treat it lightly. Once you have received it, guard it with reverence.”
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
03 ΜΑΡΤΙΟΥ\18 03 eid.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.