Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Η θεραπεία του παραλύτου στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά

Την τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα, η Εκκλησία μνημονεύει τη θεραπεία του παραλύτου στη Βηθεσδά από τον Χριστό. Ο άνθρωπος ήταν παράλυτος επί 38 χρόνια και δεν είχε κανέναν που να τον βοηθήσει να μπει στην κολυμβήθρα όταν ταρασσόταν το νερό.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Εορτές και ΜνήμεςΠεντηκοστάριο15:05Εορτή ή μνήμη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Την τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα, η Εκκλησία μνημονεύει τη θεραπεία του παραλύτου στη Βηθεσδά από τον Χριστό.
  • Ο άνθρωπος ήταν παράλυτος επί 38 χρόνια και δεν είχε κανέναν που να τον βοηθήσει να μπει στην κολυμβήθρα όταν ταρασσόταν το νερό.
  • Ο Χριστός του είπε να σηκωθεί, να πάρει το κρεβάτι του και να περπατήσει, και θεραπεύτηκε αμέσως.
  • Οι θρησκευτικοί ηγέτες εστίασαν στο ότι εκείνος κουβαλούσε το κρεβάτι την ημέρα του Σαββάτου, αντί να χαρούν για τη θεραπεία του.
  • Αργότερα ο Χριστός τον προέτρεψε να μην αμαρτάνει πλέον· η ομιλία προειδοποιεί ότι η ασθένεια δεν προέρχεται πάντοτε από προσωπική αμαρτία.
  • Η Βηθεσδά παρουσιάζεται ως προεικόνιση του Βαπτίσματος, που προσφέρει θεραπεία σε όλους και καθαρίζει ολόκληρο τον άνθρωπο.
  • Η μακρόχρονη υπομονή του ανθρώπου καλεί τους πιστούς να επιμένουν στην προσευχή και να αναζητούν την κοινωνία με τον Χριστό πάνω από οποιαδήποτε συγκεκριμένη απάντηση.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 16 παράγραφοι

Ίδια μέρα, Κυριακή Τετάρτη από του Πάσχα, γίνεται μνεία του παραλύτου και το εις αυτόν εορτάζομεν θαύμα.

Αυτό το θαύμα της από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό θεραπείας του παραλύτου εορτάζουμε κατά τη σημερινή Κυριακή, διότι ο Χριστός, όταν οι Εβραίοι εόρταζαν τη δική τους Πεντηκοστή, εκείνες τις ημέρες έκανε αυτό το παράδοξο θαύμα, καθώς το διηγείται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο πέμπτο κεφάλαιο του Ιερού του Ευαγγελίου. Λέγει λοιπόν ο θείος Ιωάννης ότι ο Κύριος, αφού ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα κατά τις ημέρες της Πεντηκοστής, πήγε κοντά στην κολυμβήθρα την οποία είχε κτίσει ο Σολομών και η οποία βρισκόταν προς το μέρος της πύλης του τείχους που περιέβαλε την πόλη, η οποία ονομαζόταν προβατική, διότι από αυτή περνούσαν τα πρόβατα που θα τα πήγαιναν στο ναό να τα θυσιάσουν κατά το νόμο.

Είχε δε το εβραϊκό όνομα Βηθεσδά, που σημαίνει οίκος ελέους. Ήταν δε η κολυμβήθρα εκείνη σαν πεντάγωνη στέρνα, είχε δε γύρω της πέντε στοές, δηλαδή πέντε σειρές στύλων, οι οποίες βάσταζαν στέγη καμαρωτή, κάτω από την οποία βρίσκονταν ξαπλωμένοι πλήθος πολλών αρρώστων, τυφλών, κουτσών, ανθρώπων με κάποιο μέρος πιασμένο και αναίσθητο ή ατροφικό, και όλοι αυτοί περίμεναν να κινηθεί το νερό της κολυμβήθρας. Περίμεναν δε την κίνηση του νερού, διότι άγγελος κατέβαινε από καιρού εις καιρόν στην κολυμβήθρα και τάρασσε το νερό. Εκείνος δε που θα έμπαινε πρώτος σε αυτή μετά την ταραχή του νερού γινόταν υγιής από οποιοδήποτε νόσημα και αν έπασχε.

Στο πλήθος αυτό των ασθενών ήταν και ένας που κοίτονταν από παράλυση του σώματος, την οποία είχε 38 χρόνια. Ονομαζόταν δε αυτός, καθώς λέγεται από κάποιους, Ιερός. Αληθινά αξιοθαύμαστη η καρτερία και η υπομονή του ανθρώπου εκείνου, από τον οποίο μαθαίνουμε κι εμείς πόσο μεγάλο αγαθό είναι η καρτερία και η υπομονή. Αυτόν τον ασθενή, όταν είδε ο φιλανθρωπότατος Κύριος, σαν να μη γνώριζε ο παντογνώστης, τον ρώτησε λέγοντας: «Θέλεις, άνθρωπε, να γιατρευτείς, να γίνεις υγιής;» Με την ερώτηση δε αυτή ο Κύριος του έδινε αφορμή να ζητήσει τη βοήθειά του. Αποκρίθηκε ο παράλυτος: «Και πώς να επιτύχω τη θεραπεία μου, αφού δεν έχω άνθρωπο να με ρίξει μέσα στην κολυμβήθρα

όταν το νερό ταραχθεί; Ενώ δε προσπαθώ να έλθω εγώ, προλαβαίνει άλλος και κατεβαίνει πριν από μένα». Ο δε Κύριος, μολονότι γνώριζε ότι ήταν αποκαμωμένος από τόσα πολλά χρόνια αρρώστια, είπε προς αυτόν: «Σήκω πάνω, πάρε το κρεβάτι σου στον ώμο και περιπάτη». Αμέσως τότε βρέθηκε υγιής ο πρώην επί τόσους χρόνους παράλυτος, ώστε και το κρεβάτι του σήκωσε στους ώμους του για να φανεί ακόμη περισσότερο η θεραπεία του, και τρέχοντας πήγαινε στο σπίτι του δείχνοντας με το έργο του θαύματος τη δύναμη. Επειδή ήταν Σάββατο όταν το μεγάλο αυτό θαύμα έκανε ο Κύριος, έλεγαν οι φθονεροί Φαρισαίοι και Γραμματείς στον παράλυτο που θεραπεύτηκε: «Σήμερα είναι Σάββατο και δεν επιτρέπεται να βαστάζεις βάρος στους ώμους σου».

Η σχολαστικότητα των ραβίνων για την αργία του Σαββάτου είχε φτάσει κατά τις μέρες του Χριστού τα όρια του γελοίου. Κατά το Σάββατο δεν επιτρεπόταν κανείς να σηκώσει φορτίο, δεν έπρεπε να φοράει υποδήματα με καρφιά, διότι τα καρφιά είναι βάρος. Ένας άνθρωπος επιτρεπόταν να κρατά ένα άρτο, δύο άνθρωποι δεν επιτρεπόταν να κρατούν ένα άρτο, διότι τούτο ήταν συνεργασία. Αλλά και ο Ιησούς χαρακτηρίστηκε αμαρτωλός, διότι ημέρα Σαββάτου έκανε πηλό με το σάλιο του. Αποκρίθηκε ο θεραπευμένος στους Ιουδαίους: «Εκείνος που με έκανε υγιή, εκείνος μου είπε: Πάρε το κρεβάτι σου και περιπάτη». Μετά από την απάντηση αυτή τον ρώτησαν εκείνοι: «Ποιος είναι ο άνθρωπος αυτός που σου είπε: Πάρε το κρεβάτι σου και περιπάτη;»

Στην ερώτηση αυτή, καθώς επισημαίνει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διαφαίνεται η διάθεση των ερωτώντων, η κακότητά τους. Δεν ρωτούσαν ποιος τον έκανε καλά, αυτό το αποσιώπησαν και στο καλό θεληματικά τύφλωσαν τον εαυτό τους, αλλά ρώτησαν ποιος σου είπε πάρε το κρεβάτι και περιπάτη, κι έτσι πρόβαλαν την νομιζόμενη από αυτούς παράβαση. Εκείνος όμως δεν γνώριζε να αποκριθεί ποιος ήταν εκείνος που τον θεράπευσε, διότι ο Κύριος απομακρύνθηκε και εξαφανίστηκε. Ήταν δε εύκολο να εξαφανιστεί, διότι υπήρχε πολύς κόσμος στον τόπο που έγινε το θαύμα. Μετά όμως από αυτά, όταν ο Χριστός τον βρήκε στο ιερό, του είπε: «Να, τώρα έγινες υγιής. Πρόσεξε λοιπόν να μην αμαρτάνεις πλέον,

να μη σου γίνει τίποτε χειρότερο από την ασθένεια που είχες και η οποία σου συνέβη από τις αμαρτίες σου. Πρόσεξε, μήπως και σε συμφορά του σώματος χειρότερη πέσεις, αλλά επιπλέον χάσεις και την ψυχή σου». Έφυγε τότε ο θεραπευμένος από το ιερό και είπε στους Ιουδαίους ότι αυτός που με θεράπευσε είναι ο Ιησούς. Καθώς λοιπόν οι Ιουδαίοι και από άλλα ήταν ερεθισμένοι, ακόμη περισσότερο από τότε άναψαν και αποφάσισαν να τον θανατώσουν, προφασιζόμενοι ότι λύει το Σάββατο. Αλλά ο Κύριος με πολλούς λόγους και παραδείγματα απέδειξε ότι δεν εμποδίζεται ο θεοσεβής να κάνει ευεργεσίες σε άλλους κατά την ημέρα του Σαββάτου και συχνά υποδείκνυε σε αυτούς ότι αυτός είναι που τους πρόσταξε να φυλάττουν το Σάββατο.

Διότι ως Υιός και Λόγος του Πατρός είναι ίσος με τον Θεό Πατέρα και καθώς Εκείνος εργάζεται, διότι όχι μόνο δημιούργησε αλλά και κυβερνά τον κόσμο και φροντίζει για αυτόν, έτσι και Αυτός εργάζεται χωρίς να διακόπτει το σωτήριο έργο του κατά τα Σάββατα και εξουσία έχει να λύει το Σάββατο. Όταν λοιπόν άκουσαν τους λόγους αυτούς οι Ιουδαίοι, ήθελαν ακόμη περισσότερο να τον φονεύσουν, διότι όχι μόνο κατέλυε την αργία του Σαββάτου, αλλά και έλεγε ότι έχει πατέρα του τον Θεό και έκανε τον εαυτό του ίσο με Αυτόν. Επειδή δε ο Κύριος είπε προς τον πρώην παράλυτο «Ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε», δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι όλες οι αρρώστιες προέρχονται από αμαρτίες.

Πρέπει δε να γνωρίζουμε ότι ο παράλυτος αυτός είναι άλλος από τον παραλυτικό που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Διότι εκείνος μεν ήταν σε κάποιο σπίτι και εκεί έγινε το θαύμα και πολλοί άνθρωποι τον φρόντιζαν και εκείνος άκουσε από το Σωτήρα «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Αυτός δε στις στοές αθεράπευτος και άνθρωπον ουκ είχεν, καθώς λέγει το Ιερό Ευαγγέλιον. Εορτάζεται δε το θαύμα αυτό σήμερα, διότι έγινε κατά την περίοδο της Πεντηκοστής, όπως έγινε και το περιστατικό με τη Σαμαρίτιδα και η θεραπεία του τυφλού. Τα δε περιστατικά με τον Απόστολο Θωμά και τις Μυροφόρες εορτάστηκαν προς διακήρυξη της εκ νεκρών Αναστάσεως του Χριστού. Λέγουν μερικοί ότι η κολυμβήθρα εκείνη της Βηθεσδά

προεικόνιζε την κολυμβήθρα του Αγίου Βαπτίσματος με την εξής όμως σημαντική διαφορά. Εκείνη μεν θεράπευε ένα και μόνο και σε ορισμένο καιρό, η του Βαπτίσματος όλους τους θεραπεύει και σε κάθε καιρό. Και πάλι εκείνη μεν σωματική μόνο ίαση χάριζε, αυτή δε ψυχική και με ένα λόγο όλο τον άνθρωπο καθαρίζει και ζωοποιεί.

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας είπε ότι ο παράλυτος του οποίου τη θεραπεία σήμερα εορτάζουμε είχε την πάθησή του 38 χρόνια. Ας σκεφτούμε, ούτε ένα, ούτε δύο χρόνια, ούτε πέντε, ούτε δέκα. Μια ζωή ολόκληρη παράλυτος. Και ποιος ξέρει πόσα χρόνια θα κοίτονταν εκεί στην κολυμβήθρα περιμένοντας την ανακίνηση του νερού. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι και τα 38 χρόνια ή περίπου 38 χρόνια τα πέρασε ξαπλωμένος εκεί στην κολυμβήθρα. Και όμως ενώ δεν είχε κανένα για να τον βοηθήσει και ενώ κάθε φορά έβλεπε άλλον να θεραπεύεται και αυτός να μένει έξω αθεράπευτος, δεν απελπιζόταν, δεν το έβαζε κάτω, δεν έλεγε:

«Δεν έχω κάποιον να με βοηθήσει να μπω πρώτος στην κολυμβήθρα, ας πάω στο σπίτι μου, τουλάχιστον να μην ταλαιπωρούμαι άδικα εδώ». Όχι. Έλπιζε ότι κάτι μπορεί να γίνει και με αυτόν και έμενε. Τι υπομονή! Τι καρτερικότητα! Και ο Κύριος είδε αυτή του την υπομονή και καρτερικότητα, πήγε και τον θεράπευσε. Και εμείς μοιάζουμε του παραλύτου κατά το ότι έχουμε διάφορα θέματα, προβλήματα, βάσανα, μα προπαντός διότι έχουμε τη μεγάλη αρρώστια της ψυχής που είναι η αμαρτία, τα πάθη. Και για την τακτοποίηση αυτών καταφεύγουμε στο Θεό. Όμως μοιάζουμε του παραλύτου στην καρτερία και την υπομονή; Ή προσευχόμαστε για λίγο γι' αυτά,

αν δεν δούμε αμέσως ο Θεός να κάνει αυτά που θέλουμε, χάνουμε τον αρχικό ζήλο και τελικά εγκαταλείπουμε την προσπάθεια. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σχολιάζει σχετικά: «Ας ντραπούμε λοιπόν, ας ντραπούμε αγαπητοί και ας στενάξουμε για την πολλή μας ραθυμία. Τριάντα οχτώ χρόνια έμενε εκείνος στο ίδιο μέρος και μόλο που δεν πετύχαινε ό,τι ήθελε, δεν απομακρυνόταν. Και δεν πετύχαινε όχι από αδιαφορία δική του, αλλά διότι τον εμπόδιζαν και τον παραμέριζαν οι άλλοι, και όμως δεν απογοητευόταν.

Εμείς δε δέκα μέρες αν μείνουμε κάπου και παρακαλέσουμε για κάτι και δεν το πετύχουμε, του λοιπού βαριόμαστε να δείξουμε τον ίδιο ζήλο. Και στους ανθρώπους μεν μένουμε κοντά κάποιο πολύ διάστημα, υποφέροντας ταλαιπωρίες της εκστρατείας και εκτελώντας εργασίες δουλοπρεπείς, χωρίς να εκπληρώνεται πολλές φορές εκείνο που ελπίζουμε. Στον Κύριο όμως το δικό μας, όπου θα πάρουμε οπωσδήποτε μεγαλύτερη αμοιβή από τους κόπους μας, η ελπίδα, γράφει, δεν απογοητεύει, δεν θέλουμε να μείνουμε κοντά του με το ζήλο που πρέπει. Ακόμη και αν ήταν δυνατόν να μην πάρουμε τίποτα, αυτή την αδιάκοπη συνομιλία μαζί του δεν θα έπρεπε να τη θεωρούμε άξια μυρίων αγαθών;» Αυτό το τελευταίο το οποίο λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος νομίζουμε ότι είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο.

Δηλαδή ανώτερο από κάθε τι που μπορεί να ζητάμε είναι η κοινωνία με το Χριστό, ο ίδιος ο Κύριος. Εάν ζητήσαμε και βρήκαμε το Χριστό, βρήκαμε το παν.

Αγγλική μετάφρασηEN · 16 παράγραφοι

On this day, the fourth Sunday after Pascha, we remember the paralytic and celebrate the miracle Christ worked for him.

Today we celebrate the healing of the paralytic by our Lord Jesus Christ. Christ performed this astonishing miracle around the time when the Jews were celebrating their Pentecost, as John the Evangelist recounts in the fifth chapter of the Holy Gospel. John tells us that the Lord went up to Jerusalem during those days and came to the pool built by Solomon. It stood near the gate in the city wall called the Sheep Gate, because sheep were brought through it to be sacrificed in the temple according to the Law.

The pool had the Hebrew name Bethesda, meaning “house of mercy.” It was like a five-sided reservoir, with five covered porticoes around it. Beneath them lay a great many sick people: the blind, the lame, and those whose limbs were paralyzed or withered. They were all waiting for the water to move. From time to time, an angel came down into the pool and stirred the water. Whoever entered first afterward was healed, whatever illness they had.

Among the sick was a man whose body had been paralyzed for thirty-eight years. Some say his name was Hieros. His perseverance and patient endurance are truly remarkable, and they teach us how great a blessing these qualities are. When the Lord, in His great love for mankind, saw him, He asked, as though He who knows all things did not know: “Do you want to be healed?” By asking, the Lord gave him an opening to seek His help. The paralytic answered, “How can I be healed? I have no one to put me into the pool

when the water is stirred. While I am trying to get there, someone else goes down before me.” The Lord knew how worn out he was after so many years of illness, yet He said to him, “Get up, take your bed on your shoulder, and walk.” At once the man who had been paralyzed for so long was healed. He even lifted his bed onto his shoulders, making his healing all the more plain, and hurried home, showing the power of the miracle by what he did. Because the Lord had performed this great miracle on the Sabbath, the envious Pharisees and scribes said to the healed man, “Today is the Sabbath. You are not permitted to carry a load on your shoulders.”

By the time of Christ, the rabbis’ strict rules about resting on the Sabbath had reached the point of absurdity. No one was permitted to lift a load. Shoes with nails were forbidden because the nails counted as a burden. One person could carry a loaf of bread, but two people could not carry one loaf together, because that counted as working together. Jesus, too, was called a sinner because He made clay with His saliva on the Sabbath. The healed man answered the Jews, “The one who made me well told me, ‘Take up your bed and walk.’” They then asked him, “Who is the man who told you, ‘Take up your bed and walk’?”

As Saint John Chrysostom points out, their question reveals their malice. They did not ask who had healed him. They passed over that and deliberately closed their eyes to the good that had been done. Instead, they asked who had told him to take up his bed and walk, drawing attention to what they considered a violation of the Law. The man could not tell them who had healed him, because the Lord had gone away and disappeared into the crowd. There were so many people at the place of the miracle that He could easily do so. Later, Christ found the man in the temple and said to him, “Look, you have been made well. Take care to sin no more,

lest something worse happen to you than the illness you suffered because of your sins. Take care, lest you suffer an even worse affliction of the body and, beyond that, lose your soul.” The healed man left the temple and told the Jews that it was Jesus who had healed him. Already angered by other things, they grew still more hostile and resolved to kill Him, claiming that He was breaking the Sabbath. But the Lord showed them through many arguments and examples that a God-fearing person may do good to others on the Sabbath. He often reminded them that He Himself was the one who had commanded them to keep it.

For as the Son and the Word (Logos) of the Father, He is equal to God the Father. Just as the Father continues to work, having not only created the world but also governing and caring for it, so the Son continues His saving work even on the Sabbath. He has authority over the Sabbath. When the Jews heard these words, they wanted all the more to kill Him, because He was not only setting aside the Sabbath rest but also calling God His Father and making Himself equal to Him. Yet when the Lord said to the formerly paralyzed man, “See, you are well; sin no more,” we must not conclude that every illness comes from personal sin.

We should also know that this paralytic is a different man from the one mentioned by Matthew the Evangelist. Matthew’s paralytic was in a house when the miracle took place. Many people cared for him, and he heard the Savior say, “Your sins are forgiven.” The man at Bethesda lay unhealed in the porticoes and, as the Holy Gospel says, had no one to help him. We celebrate this miracle today because it happened during the season of Pentecost, as did the encounter with the Samaritan woman and the healing of the blind man. The accounts of the Apostle Thomas and the Myrrhbearers were celebrated to proclaim Christ’s Resurrection from the dead. Some say that the pool of Bethesda

foreshadowed the pool of Holy Baptism, though there is an important difference. The pool at Bethesda healed only one person, and only at a particular time. The waters of Baptism heal all people at any time. That pool granted healing only to the body; Baptism heals the soul and, in a word, cleanses and gives life to the whole person.

John the Evangelist tells us that the paralytic whose healing we celebrate today had suffered for thirty-eight years. Think of it: not one year, or two, or five, or ten. He had been paralyzed for a whole lifetime. Who knows how many years he lay beside the pool, waiting for the water to be stirred? We might suppose that he spent all thirty-eight years there, or nearly all of them. Yet he had no one to help him. Each time, he saw someone else healed while he remained outside the pool, still sick. Even so, he did not despair or give up. He did not say,

“I have no one to help me get into the pool first, so I may as well go home instead of suffering here for nothing.” No. He held on to the hope that something might happen for him too, and he stayed. What patient endurance! What perseverance! The Lord saw his patient endurance and perseverance, went to him, and healed him. We resemble the paralytic because we face all kinds of troubles, problems, and hardships. Above all, we suffer from the great sickness of the soul: sin and the passions, those disordered desires. We turn to God for healing. But do we resemble the paralytic in his perseverance and patient endurance? Or do we pray about these things only for a little while,

then lose our first zeal and finally give up when we do not immediately see God doing what we want? Saint John Chrysostom comments: “Let us be ashamed, beloved, and groan over our great lack of zeal. That man stayed in the same place for thirty-eight years. Though he did not obtain what he wanted, he did not leave. And he failed to obtain it through no fault of his own: others blocked him and pushed past him. Yet he did not lose heart.

But if we stay somewhere for ten days, asking for something, and do not receive it, we grow weary of showing the same zeal. We stay close to other people for a long time, enduring the hardships of a campaign and doing menial work, often without gaining what we hope for. Yet we are unwilling to stay near our own Lord with the zeal we ought to have, though we will surely receive a greater reward for our labors. As it is written, hope does not disappoint. Even if it were possible to receive nothing else, should we not count this unbroken conversation with Him as worth countless blessings?” This last point made by Saint John Chrysostom deserves special attention.

Communion with Christ—the Lord Himself—is greater than anything we might ask for. If we have sought and found Christ, we have found everything.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

14 ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΥ\KYR PARALYT.mp3

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα