Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ο Χριστός θεραπεύει τον εκ γενετής τυφλό και αποκαλύπτει την πνευματική όραση

Την έκτη Κυριακή μετά το Πάσχα, η ομιλία αναφέρεται στη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού από τον Χριστό. Οι μαθητές ρωτούν αν η τυφλότητα οφείλεται στη δική του αμαρτία ή στις αμαρτίες των γονέων του, γεγονός που οδηγεί σε απόρριψη της προύπαρξης και της μετενσάρκωσης των ψυχών.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Εορτές και ΜνήμεςΠεντηκοστάριο15:34Εορτή ή μνήμη
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Την έκτη Κυριακή μετά το Πάσχα, η ομιλία αναφέρεται στη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού από τον Χριστό.
  • Οι μαθητές ρωτούν αν η τυφλότητα οφείλεται στη δική του αμαρτία ή στις αμαρτίες των γονέων του, γεγονός που οδηγεί σε απόρριψη της προύπαρξης και της μετενσάρκωσης των ψυχών.
  • Ο Χριστός λέει ότι η τυφλότητα θα φανερώσει τα έργα του Θεού, έπειτα βάζει πηλό στα μάτια του άνδρα και τον στέλνει να πλυθεί στην Κολυμβήθρα του Σιλωάμ.
  • Η ομιλία ερμηνεύει τον πηλό ως σημείο της δημιουργικής δύναμης του Χριστού και την πορεία προς τον Σιλωάμ ως δημόσια μαρτυρία του θαύματος.
  • Μετά τη θεραπεία το Σάββατο, οι Φαρισαίοι ανακρίνουν επανειλημμένα τον άνδρα και τους γονείς του και στη συνέχεια τον αποβάλλουν από τη συναγωγή, όταν εκείνος βεβαιώνει ότι ο Ιησούς είναι από τον Θεό.
  • Ο Ιησούς βρίσκει τον θεραπευμένο άνδρα, ο οποίος πιστεύει στον Υιό του Θεού και τον προσκυνεί· η ομιλία παρουσιάζει επίσης το θαύμα ως εικόνα του βαπτίσματος και της κλήσης των εθνών.
  • Η ομιλία κλείνει διακρίνοντας τη σωματική όραση από την πνευματική και καλεί σε κάθαρση της ψυχής, ώστε ο νους να αντιλαμβάνεται το φως του Θεού.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 17 παράγραφοι

Ίδια μέρα, Κυριακή έκτη από του Πάσχα, εορτάζουμε το εις τον εκ γενετής τυφλόν θαύμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Το εορταζόμενο, εξαίσιο και παράδοξο αυτό θαύμα, το οποίο ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έκανε στον εκ γενετής τυφλό, έχει σχέση με το νερό, όπως και εκείνο του παραλύτου και της Σαμαρίτιδος, και η ιστορία του έχει ως εξής. Φεύγοντας ο Κύριος από το ιερό των Ιεροσολύμων για να απομακρυνθεί από εκείνους που όρμησαν να τον λιθοβολήσουν επειδή είπε στους Ιουδαίους ότι είναι Υιός Θεού και αρχαιότερος από τον Αβραάμ, συνάντησε καθοδόν κάποιον άνθρωπο ο οποίος ήταν από τη γέννησή του τυφλός. Βλέποντας δε οι μαθητές του ότι με προσοχή έβλεπε τον εν λόγω τυφλό, πήραν από αυτό αφορμή να τον ρωτήσουν από ποια αιτία γεννήθηκε αυτός ο άνθρωπος τυφλός, μήπως από αμαρτίες δικές του ή από αμαρτίες των γονέων του.

Ποιες αμαρτίες μπορούσε να κάνει εκείνος ο οποίος ακόμη δεν γεννήθηκε; Ανόητη φαίνεται μια τέτοια ερώτηση. Πολλοί από τους φιλοσόφους των Ελλήνων, των ειδωλολατρών, δηλαδή οι λεγόμενοι Πυθαγόρειοι και οι Πλατωνικοί, είχαν μια πλάνη ότι οι ψυχές των ανθρώπων πριν μπουν στα ανθρώπινα σώματα ήταν μόνες τους και ζούσαν στον από αυτούς λεγόμενο νοητό κόσμο. Καθώς δε ζούσαν εκεί, αμάρταναν, γι' αυτό από θεία δίκη καταδικάζονταν για τις αμαρτίες τους και άλλες μεν έμπαιναν σε ανθρώπινα σώματα, άλλες σε ζώα και άλλες σε φυτά, ανάλογα με τα αμαρτήματα που είχαν κάνει, και η πλάνη αυτή ονομαζόταν μετεμψύχωση και μετεγγισμός ψυχών. Από αυτό λοιπόν μερικοί ορμώμενοι λέγουν ότι και οι μαθητές του Χριστού θα...

Θα φρονούσαν εκείνη τη μυθολογία και γι' αυτό ρώτησαν τον Χριστό αν και πριν να γεννηθεί σαρκικώς, η ψυχή μόνη αμάρτανε και γι' αυτό γεννήθηκε τυφλός. Το ανόητο όμως αυτό δόγμα της μετεψυχώσεως δεν βρισκόταν στο γένος των Εβραίων και μάλιστα στους μαθητές του Χριστού, διότι ήταν αγράμματοι ψαράδες. Έτσι δε είπαν, επειδή είχαν ακούσει το Χριστό να λέγει στον παράλυτο «ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν σοι τι γένηται», συμπέραναν ότι η ασθένεια της παραλύσεώς του συνέβη λόγω αμαρτιών. Λοιπόν, βλέποντας δε μετά τον τυφλό, τους δημιουργήθηκε απορία και τρόπον τινά είπαν: Έστω, ο παράλυτος αμάρτησε και τιμωρήθηκε με την παράλυσή του. Αλλά εδώ στον τυφλό αυτό ποιος αμάρτησε για να γεννηθεί τυφλός;

Ο ίδιος αμάρτησε; Και πώς, ενώ ακόμη δεν είχε γεννηθεί, γεννήθηκε τυφλός; Μήπως από αμαρτίες των γονέων του; Αλλά ο Θεός με τα στόματα των Αγίων του Προφητών, του Μωυσέως και του Ιεζεκιήλ, αποφασίζει ότι ο γιος για τις αμαρτίες του πατέρα του να μην τιμωρείται, εκτός μόνο αν και αυτός κάνει τα ίδια. Από πού λοιπόν σε αυτόν αυτή η τύφλωση; Είχε λοιπόν λόγο η απορία και η ερώτηση αυτή των μαθητών. Αλλά αν και είναι βέβαιο ότι οι μαθητές του Χριστού και ως Ιουδαίοι και ως ψαράδες δεν είχαν είδηση από τους ελληνικούς τους ειδωλολατρικούς μύθους, όμως πολλοί από τους παλαιούς χριστιανούς και μάλιστα από τους επισήμους, όπως επί παραδείγματι εκείνος ο μεγάλος διδάσκαλος Ωριγένης και ο Δίδυμος ο Αλεξανδρεύς και άλλοι,

το φρόνημα της προϋπάρξεως των ψυχών, τους οποίους όλους αναθεμάτισε η Πέμπτη Αγία και Οικουμενική Σύνοδος. Αποκρίθηκε λοιπόν ο Χριστός στην ερώτηση των μαθητών ότι ούτε ο τυφλός αμάρτησε, διότι δεν είχε γεννηθεί ακόμη στον κόσμο, ούτε οι γονείς του. Όχι διότι αυτοί ήταν αναμάρτητοι, αλλά δεν αμάρτησαν τέτοια αμαρτία για να γεννήσουν τυφλό γιο, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν σ' αυτόν τα έργα του Θεού, δηλαδή εμού του Υιού του Θεού. Αφού είπε αυτά ο Χριστός, έφτυσε κάτω και αφού έκανε πηλό, έχρισε με αυτόν τον τόπο των οφθαλμών του τυφλού και τον πρόσταξε να πάει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και να νιφθεί. Σιλωάμ, καθώς ερμηνεύει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, σημαίνει απεσταλμένος.

Ονομαζόταν δε Σιλωάμ περίφημη πηγή που βρισκόταν προς νότον των Ιεροσολύμων, στην πλαγιά του όρους Οφίλ και στην είσοδο της κοιλάδος των Τυρωποιών. Τα νερά της πηγής αυτής έμπαιναν στην κολυμβήθρα, δηλαδή τη δεξαμενή του Σιλωάμ, και από τα νερά αυτά ποτίζονταν οι γύρω κήποι, οι οποίοι ήταν κατάφυτοι από κάθε είδους καρποφόρα δέντρα. Στην πηγή αυτή στέλνονταν κάθε χρόνο και κατά την τελευταία μεγάλη μέρα της εορτής της σκηνοπηγίας ένας Λεβίτης και γέμιζε με το νερό αυτό χρυσή στάμνα για την εορτή. Έχρισε λοιπόν με τον πηλό τον τόπο των οφθαλμών του τυφλού για να δείξει ότι αυτός είναι εκείνος ο οποίος στην αρχή πήρε χώμα από τη γη και έπλασε τον άνθρωπο.

Ο δε οφθαλμός είναι από τα κυριότερα μέλη του σώματος, γι' αυτό τον έπλασε από το χώμα, διότι ο τυφλός εκείνος δεν είχε καν οφθαλμούς, αλλά μόνο τις θέσεις τους, στις οποίες έβαλε τον πηλό, δείχνοντας έτσι ότι αυτός είναι που έδωσε στην άψυχη ύλη την ψυχή και τη ζωή και την ενέργεια. Δεν χρησιμοποίησε δε νερό, αλλά πήρε μόνο από το πτύσμα του, για να γνωρίσουμε κι εμείς ότι όλη η χάρη από το στόμα του πήγασε και ότι με το δικό του δημιουργικό πτύσμα άνοιξε ο τυφλός τους οφθαλμούς του και όχι με το νίψιμο του Σιλωάμ. Έστειλε δε τον τυφλό στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να μην νομίσει κανείς ότι από τη γη εκείνη και τον πηλό θεραπεύτηκε. Τον έστειλε δε στην κολυμβήθρα με τον πηλό στα μάτια για να γίνουν πολλοί μάρτυρες της θεραπείας του.

Ήταν επόμενο, καθώς πορευόταν, να τον δουν πολλοί με τα μάτια χρισμένα με τον πηλό και να τον ρωτήσουν γιατί αυτό, και μετά να δουν τον προ ολίγου τυφλό και με τον πηλό στα μάτια να βλέπει καθαρά. Λέγουν δε μερικοί ότι ο τυφλός καθώς νίφθηκε δεν έφυγε ο πηλός από τα μάτια του, αλλά κατά τον χρόνο κατά τον οποίο νιβόταν ο τυφλός, από τον πηλό σχηματίστηκαν οι οφθαλμοί του. Ήταν δε τότε, όταν έκανε ο Ιησούς το θαύμα, η μέρα Σαββάτου. Απόκτησε λοιπόν οφθαλμούς ο πρώην τυφλός και απ' αυτό ακολούθησε σύγχυση. Οι γείτονες και οι γνώριμοί του, βλέποντάς τον ξαφνικά να βλέπει, άρχισαν να αμφιβάλλουν μήπως δεν ήταν εκείνος. Αυτός ομολογούσε ότι ήταν ο ίδιος και διηγούνταν τον τρόπο της θεραπείας του.

Οι δε Φαρισαίοι, όταν άκουσαν ότι ο Κύριος την ημέρα του Σαββάτου έκανε πηλό, βλασφημούσαν λέγοντας ότι ο άνθρωπος αυτός δεν είναι από το Θεό, διότι δεν τηρούσε το Σάββατο. Διαιρέθηκαν μεταξύ τους και ρωτούσαν τον τυφλό τι λέει γι' αυτόν, δηλαδή για τον Κύριο. Εκείνος αποκρίθηκε ότι είναι προφήτης, το οποίο γι' αυτούς ήταν το σπουδαιότερο. Μη πιστεύοντας δε ότι καθώς ήταν τυφλός έλαβε τη θεραπεία από τον Χριστό, κάλεσαν τους γονείς του και τους ρωτούσαν αν αυτός ήταν γιος τους και αν είχε γεννηθεί τυφλός και πώς τώρα βλέπει. Αποκρίθηκαν εκείνοι ότι γιος τους ήταν και ότι τυφλός γεννήθηκε, πώς δε τώρα έβλεπε, αυτοί δεν γνώριζαν. «Αυτός», είπαν, «ηλικίαν έχει και ας αποκριθεί».

Είπαν δε έτσι για να μην τους διώξουν από τη συναγωγή, για να μην τους κάνουν αποσυναγώγους. Εξέτασαν λοιπόν τον πρώην τυφλό και μια και δυο και πολλές φορές, τόσο ώστε με τις πολλές εξετάσεις άλλο δεν έκαναν παρά να βεβαιώνουν περισσότερο το θαύμα. Τέλος, επειδή φανερά ο πρώην τυφλός ομολόγησε ότι ο Ιησούς από Θεού ήταν και γι' αυτό άνοιξε τους οφθαλμούς αυτού που είχε γεννηθεί τυφλός, το οποίο άλλος ποτέ δεν έκανε, οργίστηκαν και τον έκαναν αποσυνάγωγο. Έτσι, όταν μετά από αυτά τον βρήκε ο Ιησούς, του είπε: «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού;» Όταν άκουσε ότι αυτός ήταν ο οποίος ομιλούσε μαζί του, τον προσκύνησε και έγινε μαθητής του, κηρύττοντας την ευεργεσία.

Τον δε λέγουν μερικοί ονομαζόταν Χελιδόνιος. Το θαύμα αυτό του Κυρίου μας Ιησού που έγινε στον τυφλό έχει και συμβολική έννοια. Κατά την ερμηνεία αυτή, τυφλός μεν είναι ο λαός από τα έθνη, οι ειδωλολάτρες, τον οποίο παράγων, δηλαδή βρισκόμενος στη γη και όχι στον ουρανό, βρήκε ο Χριστός, και ότι όταν ήλθε ο Κύριος για τον Εβραϊκό λαό παροδικά πήγε και στα έθνη. Το ότι δε έφτυσε κάτω και έκανε πηλό ερμηνεύεται ότι ως σταγόνα κατήλθε στη γη και σαρκώθηκε από την Αγία Παρθένο. Με το «ύπαγε δε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ» παρέδωσε και το θείο βάπτισμα. Μετά από αυτά ο τυφλός που ανέβλεψε, δηλαδή ο χριστιανικός λαός, με θάρρος κηρύττει το Χριστό προς όλους

διώκεται και μαρτυρεί, ύστερα δε από αυτόν ανακηρύσσεται και δοξάζεται.

Ο τυφλός λοιπόν του σημερινού Ευαγγελίου αξιώθηκε με τη θαυματουργική, τη δημιουργό χάρη του Χριστού να αποκτήσει οφθαλμούς σωματικούς, να αποκτήσει και όραση σωματική, την ικανότητα να βλέπει το φως το υλικό. Απόκτησε όμως και μια άλλη όραση. Εκτός από τους οφθαλμούς του σωματικούς με τους οποίους ο άνθρωπος βλέπει τα αισθητά, υπάρχει και ο οφθαλμός της ψυχής που είναι ο νους του ανθρώπου με τον οποίο βλέπει τα νοητά. Και όπως ο σωματικός οφθαλμός, όταν πάσχει από κάποια αρρώστια, δεν βλέπει καθαρά ή δεν βλέπει καθόλου, έτσι και ο νους του ανθρώπου, όταν καλύπτεται από τα πάθη της ψυχής, δεν βλέπει καθαρά και

πλανάται ή δεν βλέπει καθόλου τα νοητά και είναι πνευματικά τυφλός. Νοητά δε ή πνευματικά είναι κυρίως ο Θεός, το άκτιστο φως του Θεού, οι άκτιστες θεϊκές ενέργειές Του. Ο καθαρός και υγιής νους βλέπει αυτό το φως, αυτές τις ενέργειες του Θεού, είτε άμεσα, όπως το είδαν οι Απόστολοι του Χριστού κατά την Αγία Του Μεταμόρφωση, είτε μετά από αντανάκλαση πάνω στα κτίσματα.

Ο Απόστολος Παύλος μας λέγει: «Τα αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασι νοούμενα καθοράται, ή τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης». Δηλαδή στα κτίσματα φαίνονται οι αόρατες στους σωματικούς οφθαλμούς δύναμη και θεότητα του Κυρίου. Καθαρό νου έχουν όσοι καθάρισαν την ψυχή τους από τα πάθη, όπως την καθάρισαν οι Άγιοι και έβλεπαν το Θεό, το φως της ενέργειας του Θεού. Καθαρό νου είχε και ο πρώην τυφλός του σημερινού Ευαγγελίου και είδε στο πρόσωπο του Χριστού το Θεό. Εμείς, πιστεύοντας όσα μας λέγει ο Λόγος του Θεού, δεχόμαστε το σχετικά αμυδρό φως της, όπως λέγεται, πίστεως εξ ακοής. Μακάρι αφού καθαρίσουμε την ψυχή μας και τον οφθαλμό της, το νου, να αποκτήσουμε προσωπική πείρα αυτών που τώρα μόνο ακούμε ή διαβάζουμε, να αποκτήσουμε την πίστη εκ θεωρίας.

Όραση πνευματική, όραση του φωτός του αληθινού.

Αγγλική μετάφρασηEN · 17 παράγραφοι

On this day, the sixth Sunday after Pascha, we celebrate the miracle our Lord and God and Savior Jesus Christ performed for the man born blind.

This wondrous and extraordinary miracle, which our Lord Jesus Christ performed for the man born blind, is connected with water, as were the miracles involving the paralytic and the Samaritan woman. Here is what happened. The Lord was leaving the temple in Jerusalem to get away from those who had rushed to stone Him. He had told the Jews that He was the Son of God and had existed before Abraham. On His way, He encountered a man who had been blind from birth. The disciples noticed Him looking closely at the man, and asked why he had been born blind. Was it because of his own sins, or those of his parents?

What sins could someone commit before he was even born? The question seems foolish. Many pagan Greek philosophers, especially those called Pythagoreans and Platonists, held the false belief that human souls existed on their own before entering human bodies, living in what they called the intelligible world. They believed that souls sinned there and, by divine judgment, were condemned for their sins. Depending on what they had done, some entered human bodies, others animals, and still others plants. This false belief was called the transmigration of souls. On this basis, some people say that Christ’s disciples also…

…believed that story, and so asked Christ whether this man’s soul had sinned before he was born in the flesh, causing him to be born blind. But this foolish teaching about the transmigration of souls was not found among the Hebrews, least of all among Christ’s disciples, who were uneducated fishermen. They asked because they had heard Christ say to the paralytic, ‘See, you have been made well. Sin no more, lest something worse happen to you.’ From this they concluded that his paralysis had come because of sin. Then, seeing the blind man, they were puzzled. It was as though they said, ‘Very well, the paralytic sinned and was punished with paralysis. But who sinned in this man’s case, that he should be born blind?’

Had the man himself sinned? How could he have sinned before he was born? Was it because of his parents’ sins? But God, speaking through His holy prophets Moses and Ezekiel, declares that a son is not to be punished for his father’s sins unless he does the same things himself. Where, then, did this man’s blindness come from? So the disciples had good reason to wonder and to ask. And although Christ’s disciples, as Jews and fishermen, knew nothing of these pagan Greek myths, many early Christians, including prominent teachers such as Origen and Didymus of Alexandria, and others,

held the belief that souls existed before birth. The Fifth Holy Ecumenical Council anathematized them all. Christ answered the disciples’ question: neither the blind man had sinned, since he had not yet been born into the world, nor had his parents sinned in a way that caused their son to be born blind. This did not mean that his parents were without sin. Rather, he was born blind so that the works of God would be revealed in him—that is, the works of Christ Himself, the Son of God. After saying this, Christ spat on the ground, made clay, and anointed the places where the blind man’s eyes should have been. He told him to go and wash in the Pool of Siloam. As the Evangelist John explains, Siloam means ‘Sent.’

Siloam was the name of a famous spring south of Jerusalem, on the slope of Mount Ophel at the entrance to the Tyropoeon Valley. Its waters flowed into the Pool of Siloam, a reservoir that watered the surrounding gardens, which were thick with every kind of fruit tree. Each year, on the last and great day of the Feast of Tabernacles, a Levite was sent to this spring to fill a golden pitcher with water for the feast. Christ anointed the places where the blind man’s eyes should have been with clay to show that He is the One who, in the beginning, took dust from the earth and formed man.

The eye is one of the body’s most important parts. Christ formed it from the earth, for this blind man had no eyes at all, only the places where they should have been. By putting clay there, He showed that He is the One who gave lifeless matter a soul, life, and the power to act. He used no water to make the clay, only His own spittle, so that we too might know that all grace flowed from His mouth. The blind man’s eyes were opened by Christ’s creative spittle, not by washing in Siloam. He sent the man to the pool so that no one would think the earth or the clay itself had healed him. And He sent him there with clay on his eyes so that many people would witness his healing.

As he walked, many people would naturally see the clay on his eyes and ask about it. Then they would see the man who had so recently been blind, still with clay on his eyes, seeing clearly. Some say that when he washed, the clay did not come off his eyes. Instead, his eyes were formed from the clay while he was washing. It was the Sabbath when Jesus performed this miracle. The formerly blind man received his eyes, and confusion followed. His neighbors and acquaintances saw him suddenly able to see and began to doubt whether it was really him. He insisted that it was and told them how he had been healed.

When the Pharisees heard that the Lord had made clay on the Sabbath, they spoke blasphemously, saying, ‘This man is not from God, because He does not keep the Sabbath.’ They were divided among themselves and asked the man what he thought of the Lord. He answered that He was a prophet—a weighty claim in their eyes. Still unwilling to believe that Christ had healed a man born blind, they called in his parents. They asked whether he was their son, whether he had been born blind, and how he could now see. His parents answered that he was their son and had been born blind, but they did not know how he could now see. ‘He is of age,’ they said. ‘Let him answer for himself.’

They said this because they feared being expelled from the synagogue. So the Pharisees questioned the formerly blind man again and again. All their questioning only confirmed the miracle more firmly. At last, he openly declared that Jesus was from God, for He had opened the eyes of someone born blind, something no one had ever done before. They grew angry and expelled him from the synagogue. Afterward, Jesus found him and asked, ‘Do you believe in the Son of God?’ When the man learned that the Son of God was the One speaking with him, he worshipped Him and became His disciple, proclaiming what Christ had done for him.

Some say the man’s name was Chelidonios. This miracle that our Lord Jesus performed for the blind man also has a symbolic meaning. In this interpretation, the blind man represents the Gentiles, the pagan peoples. Christ found them while passing by—that is, while He was on earth, rather than in heaven. Though the Lord came for the Jewish people, He also went to the Gentiles along the way. His spitting on the ground and making clay is understood to mean that He descended to earth like a drop and took flesh from the Holy Virgin. By telling the man, ‘Go and wash in the Pool of Siloam,’ He also gave us divine Baptism. After this, the man who received his sight—that is, the Christian people—boldly proclaims Christ to everyone,

is persecuted and bears witness to Him, and afterward is proclaimed and glorified.

By Christ’s miraculous, creative grace, the blind man in today’s Gospel was counted worthy to receive physical eyes and physical sight, the ability to see material light. But he received another kind of sight as well. Besides the bodily eyes with which we see things we can perceive with our senses, there is the eye of the soul: the nous, our spiritual intellect, with which we perceive spiritual realities. Just as a bodily eye affected by illness cannot see clearly, or cannot see at all, so the nous, when covered by the passions of the soul, cannot see clearly and

goes astray, or cannot perceive spiritual realities at all. Such a person is spiritually blind. Above all, these spiritual realities are God, His uncreated light, and His divine uncreated energies. A pure and healthy nous sees this light and these energies of God, either directly, as Christ’s Apostles saw them at His holy Transfiguration, or reflected in created things.

The Apostle Paul tells us, ‘Since the creation of the world, His invisible attributes are clearly seen, understood through the things He has made—even His eternal power and divinity.’ In other words, created things reveal the Lord’s power and divinity, though bodily eyes cannot see them. Those who have cleansed their souls of the passions have a pure nous. The Saints cleansed their souls in this way and saw God, the light of His divine uncreated energies. The formerly blind man in today’s Gospel also had a pure nous, and in the person of Christ he saw God. We believe what the Word (Logos) of God tells us, and so receive the comparatively faint light of what is called faith through hearing. May we cleanse our souls and the soul’s eye, the nous, so that we may experience for ourselves what we now only hear or read about, and acquire faith through theoria, the contemplation of God.

Spiritual sight: the vision of the true light.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

14 ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΥ\KYR TYFLOY.mp3

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα