Ο Χριστός και η Σαμαρείτιδα στο φρέαρ του Ιακώβ
Την πέμπτη Κυριακή μετά το Πάσχα, η Εκκλησία μνημονεύει τη συνάντηση του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα και την αποκάλυψή του ως Μεσσία. Στο φρέαρ του Ιακώβ κοντά στη Συχάρ, ο Ιησούς ζητά νερό από τη γυναίκα παρά το χάσμα μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Την πέμπτη Κυριακή μετά το Πάσχα, η Εκκλησία μνημονεύει τη συνάντηση του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα και την αποκάλυψή του ως Μεσσία.
- Στο φρέαρ του Ιακώβ κοντά στη Συχάρ, ο Ιησούς ζητά νερό από τη γυναίκα παρά το χάσμα μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών.
- Της προσφέρει ζων ύδωρ, το οποίο η ομιλία ταυτίζει με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
- Αφού αποκαλύπτει ότι γνωρίζει τη ζωή της, ο Ιησούς τη διδάσκει να λατρεύει τον Πατέρα εν πνεύματι και αληθεία.
- Η γυναίκα μιλά για τον αναμενόμενο Μεσσία, τον οποίο η ομιλία συνδέει με την προφητεία του Μωυσή, και ο Ιησούς της λέει ότι είναι αυτός που μιλά μαζί της.
- Φέρνει τους κατοίκους της Συχάρ στον Ιησού· αφού τον ακούσουν, πολλοί πιστεύουν και τον ομολογούν Σωτήρα του κόσμου.
- Η ομιλία ταυτίζει τη γυναίκα με την Αγία Φωτεινή και καλεί τους ακροατές να ανταποκριθούν στην κλήση του Χριστού όπως εκείνη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 18 παράγραφοι
Ίδια μέρα, πέμπτη Κυριακή από του Πάσχα, εορτάζουμε την εορτή της Σαμαρίτιδος.
Σαμαρίτιδος επιτελούμε κατά τη σημερινή μέρα, επειδή κατά αυτήν ο Χριστός φανερά τον εαυτό του ομολόγησε Μεσσία, το οποίο σημαίνει Χριστός ή Χρισμένος. Παράγεται δε το Μεσσίας από την εβραϊκή λέξη μεσά, η οποία σημαίνει έλαιον. Επειδή δε οι βασιλείς, οι ιερείς και οι προφήτες χρίονταν, αλείφονταν με το έλαιο της σκηνής του μαρτυρίου, δηλαδή το διορισμένο από το Θεό, γι' αυτό και λέγονταν και χρισμένοι, δηλαδή αλειμμένοι. «Και τον Ελισσαιέ υιόν Σαφάτ χρίσεις», λέγει η Γραφή, «εις προφήτην αντί σου». Ώστε τα τρία αυτά ονόματα, το Εβραϊκό Μεσσίας και τα ελληνικά Χριστός και Αλειμμένος, έχουν ένα και το αυτό νόημα.
Τάχθηκε δε η εορτή αυτή να εορτάζεται αυτή την εβδομάδα της Μεσοπεντηκοστής, επειδή και στη Μεσοπεντηκοστή γίνεται η ανάμνηση του γεγονότος ότι ο Χριστός παρρησία τον εαυτό του ομολόγησε Μεσσία και τους Ιουδαίους δίδαξε λέγοντας: «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω». Τα ίδια δε και κατά τη σημερινή μέρα κήρυξε και δίδαξε. Και κατά μεν την προηγούμενη Κυριακή γιορτάσαμε το θαύμα που έγινε στην Κολυμβήθρα, κατά δε τη σημερινή, το γεγονός το οποίο συνέβη στο φρέαρ του Ιακώβου. Φεύγοντας ο Κύριός μας από την Ιουδαία και θέλοντας να πάει στη Γαλιλαία, Σαμάρια έπρεπε κατά ανάγκη να περάσει από τη Σαμάρια, διότι από εκεί περνούσε ο δρόμος. Σαμάρια κατά την εποχή της επίγειας παρουσίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού
Ονομαζόταν και πόλη της Κεντρικής Παλαιστίνης και χώρα η οποία αποτελούσε περίπου το τρίτο της όλης Παλαιστίνης, η οποία είχε προς βορράν την Γαλιλαία, προς νότο την Ιουδαία, προς ανατολάς τον Ιορδάνη και προς δυσμάς τη Μεσόγειο θάλασσα. Αποτελεί δε η χώρα αυτή μέρος της γης που δόθηκε από τον Πατριάρχη Ιακώβ ως κληρονομιά στον γιο του Ιωσήφ και στους γιους του Εφραήμ και Μανασσή. Διερχόμενος λοιπόν ο Κύριός μας από τη Σαμάρια έφτασε στην πόλη Σιχάρ, την οποία ο Πατριάρχης Ιακώβ άφησε ιδιαίτερη κληρονομιά στον αγαπημένο του γιο Ιωσήφ. Η πόλη Σιχάρ ήταν μια από τις πιο αρχαίες πόλεις της γης της Επαγγελίας, χτισμένη κοντά στους πρόποδες του όρους Γαριζίν.
Διάβασαν κάποτε οι Ισραηλίτες τις ευλογίες. Κοντά στην πόλη αυτή, όταν επανερχόταν ο Ιακώβ από τη Μεσοποταμία, 1887 έτη περίπου π.Χ., αγόρασε υποστατικό, στο οποίο άνοιξε πηγάδι, το οποίο σωζόταν μέχρι τις μέρες του Χριστού και ονομαζόταν «πηγή του Ιακώβ». Εκεί κάθισε ο Κύριος για να αναπαυθεί από τον κόπο του δρόμου, το δε κυριότερο για να κάνει το θαυμαστό κυνήγι το οποίο έκανε. Διότι εκεί, καθώς μόνος καθόταν, επειδή οι μαθητές πήγαν στην πόλη για να αγοράσουν τροφές, να και έρχεται από τη Σαμάρια κάποια γυναίκα για να πάρει νερό. Τότε ο Ιησούς ζήτησε από αυτήν να του δώσει νερό για να πιει. Εκείνη δε αποκρίθηκε:
«Συ Ιουδαίος ων ζητείς παρ' εμού ύδωρ να πιεις, ενώ εγώ είμαι Σαμαρίτις γυνή;» Είπε δε αυτό, διότι τους Σαμαρίτες οι Ιουδαίοι ως βδελυκτούς τους αποστρέφονταν. Και αυτό για τον εξής λόγο. Από την αρχή, οι Εβραίοι που κατοικούσαν τους τόπους της Σαμαρίας δεν ονομάζονταν Σαμαρίτες αλλά Ισραηλίτες. Επειδή όμως παρεξέκλιναν στην ειδωλολατρία και άλλες παρανομίες, παραχώρησε ο Θεός και ήλθαν οι Ασσύριοι, οι οποίοι τους αιχμαλώτισαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τους μετέφεραν στους δικούς τους τόπους. Μετά, ο βασιλέας των Ασσυρίων, για να μην μένει ακαλλιέργητη η γη, έστειλε άλλους ανθρώπους από τους ειδωλολάτρες να κατοικήσουν στους τόπους των Ισραηλιτών. Αυτούς όμως, κατά θεία παραχώρηση,
κατέτρωγαν τα διάφορα θηρία και τους αφάνιζαν. Όταν ο βασιλέας έμαθε αυτά, ζήτησε να μάθει την αιτία. Οι δε εκεί Ισραηλίτες του αποκρίθηκαν ότι επειδή δεν σέβονταν το Θεό του τόπου, γι' αυτό πάθαιναν τη φθορά αυτή. Τότε εκείνος έστειλε σε αυτούς ιερέα να τους διδάξει για τον αληθινό Θεό. Αυτοί πίστευσαν μεν στον αληθινό Θεό, αλλά δεν δέχτηκαν όλες τις γραφές, αλλά μόνο την Πεντάτευχο του Μωυσέως, αρνούνταν δε και τους προφήτες. Οι δε Εβραίοι που κατάγονταν από το γένος του Αβραάμ, όταν επέστρεψαν από την αιχμαλωσία, δεν τους δέχτηκαν για αδελφούς, διότι ήταν από άλλο γένος, αλλά και διότι μαζί με τον αληθινό Θεό λάτρευαν και τα είδωλά τους και δεν δέχονταν όλες τις Άγιες Γραφές, καθώς προαναφέρθηκε.
Τότε λοιπόν και στο εξής τους απέφευγαν ως μιαρούς κατά το γραμμένο «Ου γαρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρίταις». Αυτό λοιπόν γνωρίζοντας η γυναίκα και απορώντας ρώτησε τον Κύριό μας πώς, ενώ ήταν Ιουδαίος, ζήτησε από αυτή νερό, η οποία ήταν Σαμαρίτιδα. Ο δε Κύριος αποκρίθηκε και της είπε ότι αν γνώριζε με ποιον ομιλεί, τότε εκείνη θα του ζητούσε να της δώσει ύδωρ ζων, με το οποίο εννοούσε τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, το οποίο όποιος πιει δεν διψά πλέον εις τον αιώνα αλλά γίνεται σ' αυτόν πηγή ύδατος αλλομένου, δηλαδή πηγή ύδατος το οποίο πληθύνεται και πλημμυρίζει. Η γυναίκα, καθώς άκουσε τις θαυμαστές ιδιότητες του νοητού εκείνου νερού
καθώς νόμισε ότι για αισθητό νερό μιλεί, του αποκρίθηκε: «Κύριε, δώσ' μου το ύδωρ αυτό, το οποίο λέγεις, για να μην διψώ πλέον εις το εξής, μηδέ να έρχομαι πλέον εδώ να αντλώ». Της είπε ο Χριστός: «Ύπαγε, φώνησον τον άντρα σου και έλα εδώ». Η γυναίκα αποκρίθηκε ότι δεν είχε άντρα και ο Κύριος της είπε: «Καλώς είπες ότι δεν έχεις άνδρα, διότι αφού έλαβες πέντε, αυτός τον οποίο τώρα έχεις δεν είναι ανήρ σου». Εκείνη, καθώς ανέλπιστα άκουσε από ξένο άνθρωπο αυτά, εκπλάγηκε και κατάλαβε ότι χωρίς άλλο ήταν προφήτης. Έτσι του είπε: «Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης ει σύ». Έπειτα, επειδή η γυναίκα έκανε λόγο για τοπική λατρεία του Θεού,
Χριστός της αποκρίθηκε ότι ο Θεός είναι πνεύμα και όσοι προσκυνούσι τον Θεό δεν περιορίζουν σε τόπους τη λατρεία του Θεού, αλλά εν πνεύματι και αληθεία προσκυνούν το Θεό και Πατέρα. Στην πάνσοφη αυτή διδασκαλία, μη έχοντας τι να αποκριθεί η γυναίκα, είπε: «Γνωρίζω ότι έρχεται Μεσσίας, ο λεγόμενος Χριστός. Όταν Εκείνος έλθει, θα διδάξει σε μας τα πάντα». Από πού η γυναίκα η Σαμαρίτιδα γνώριζε ότι έρχεται ο Μεσσίας; Είπαμε προηγουμένως ότι τα πέντε μόνο βιβλία του Μωυσέως δέχτηκαν οι Σαμαρίτες: την Γένεση, την Έξοδο, το Λευιτικό, τους Αριθμούς και το Δευτερονόμιο. Λοιπόν, στο 18ο κεφάλαιο του Δευτερονομίου γράφει ο προφήτης Μωυσής λέγοντας:
«Προφήτην εκ των αδελφών σου ως εμέ αναστήσει Κύριος ο Θεός σου, αυτού ακούσεσθε». Και πάλι πιο κάτω: «Προφήτην αναστήσω αυτοίς εκ των αδελφών αυτών ώσπερ σε και δώσω τα ρήματά μου εν τω στόματι αυτού και λαλήσει αυτοίς καθότι αν εντείλωμαι αυτώ. Και ο άνθρωπος, ος εάν μη ακούσει όσα αν λαλήσει ο προφήτης εκείνος επί τω ονόματί μου, εγώ εκδικήσω εξ αυτού». Επειδή λοιπόν οι Σαμαρίτες δέχονταν τα βιβλία του Μωυσέως, από κει γνώριζαν και για τον προφήτη εκείνο, για τον οποίο προφήτευσε ο Μωυσής στο Δευτερονόμιο και τον οποίο Μεσσία ονόμαζαν, γι' αυτό και τον Τίμιο Πρόδρομο ρωτούσαν αν αυτός ήταν ο Μεσσίας. Αποκρίθηκε δε προς αυτούς ο Θείος Πρόδρομος
δεν ήταν εκείνος ο προσδοκόμενος προφήτης, δηλαδή ο Μεσσίας. Γι' αυτό λοιπόν η γυναίκα είπε στον Χριστό ότι έρχεται Μεσσίας και Εκείνος θέλει διδάξει αυτούς τα πάντα. Τότε βλέποντας ο Κύριος την προθυμία και την καλή διάθεση της γυναίκας, της είπε: «Εγώ είμαι Εκείνος, ο λαλών μετά σου, με τον οποίο αξιώθηκες να ομιλείς». Ταράχτηκε η γυναίκα καθώς άκουσε ξαφνικά ότι αυτός που της ομιλούσε ήταν εκείνος τον οποίο επί τόσους αιώνες προσδοκούσαν από το δωδεκάφυλο του Ισραήλ, ο κατεξοχήν καλούμενος προφήτης, ο Μεσσίας, ο Χριστός. Γι' αυτό και τρέχοντας να γίνει κήρυκας στην πόλη του τόσο μυριοπόθητου εκείνου ακούσματος, από τη βιασύνη της άφησε στο πηγάδι τη στάμνα της κι έτρεξε.
Και έλεγε: «Δεύτε, ίδετε άνθρωπον, ος είπε μοι πάντα όσα εποίησα». Εν τω μεταξύ ήρθαν οι μαθητές του και εκπλάγηκαν για τη συγκατάβαση την οποία έκανε να συνομιλεί με γυναίκα ενώ ήταν κουρασμένος από την οδοιπορία και τον καύσωνα και τον παρακαλούσαν να φάγει. Ο δε Κύριος τους ομίλησε για την ουράνια τροφή, δηλαδή τη σωτηρία των ανθρώπων και ότι έπρεπε και αυτοί να κοπιάσουν όπως και οι προφήτες. Όταν άκουσαν οι Σαμαρείτες το κήρυγμα της γυναίκας έτρεξαν πλήθος μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, για να δουν και να ακούσουν το ξένο θαύμα. Από αυτά όλα πλήθος πολύ πίστευσε στον Κύριο και τον παρακάλεσαν να μείνει λίγο μαζί τους. Έμεινε δε ο φιλάνθρωπος εκεί δυο μέρες.
Δε εκείνοι άκουσαν και είδαν τα θαυμάσια τα οποία έκανε κατά τις δύο εκείνες μέρες, πίστευσαν ακόμη πολύ περισσότεροι, ομολογώντας και κηρύττοντάς τον Χριστό και Σωτήρα του κόσμου. Τη Σαμαρίτιδα αυτή ονόμασε μετά ο Χριστός Φωτεινή. Μαρτύρησε δε για το Χριστό επί του Νέρωνος και μαζί με αυτήν μαρτύρησαν οι υιοί και οι αδελφές της. Το στόμιο του φρέατος εκείνου το μετέφερε ο βασιλεύς Ιουστινιανός με τιμή από τη Σαμάρια στην Κωνσταντινούπολη, στο Μεγάλο Ναό της Αγίας Σοφίας και το έβαλε πάνω στο φρέαρ το οποίο ήταν έξω στον νάρθηκα. Επίσης μετέφερε και το λίθο εκείνο πάνω στον οποίο καθισμένος ο Χριστός συζητούσε με τη Σαμαρίτιδα, θεράπευαν δε αυτά
είδους αρρώστιες και πάθη.
Τη σημερινή ευαγγελική περικοπή ακούσαμε, μας δίνουν την εντύπωση ότι ο Κύριος σαν να πήγε ειδικά στην πόλη Σιχάρ για να συναντήσει τη Σαμαρίτιδα και να τη σώσει ή τουλάχιστον δεν αποποιήθηκε το να συναντηθεί μαζί της. Τι ήταν η γυναίκα αυτή, καμιά σπουδαία, επιστήμων, πολιτικός κλπ.; Ήταν μια απλή, αγράμματη και φτωχή γυναίκα και από άποψη ηθική δεν ήταν ό,τι το καλύτερο. Κατά το φαινόμενο δεν είχε πολλές προϋποθέσεις για να σωθεί. Όμως ο Χριστός δεν είναι προσωπολήπτης, δεν κάνει εξαιρέσεις, χατήρια. Έρχεται συστημένος σε κάθε ψυχή που έχει ανάγκη σωτηρίας και καλή διάθεση να σωθεί.
Όσο πιο άσχημη κατάσταση βρίσκεται κανείς, τόσο πιο πολύ έχει ανάγκη από το Χριστό. Και ο Χριστός τόσο πιο πολύ τον σκέφτεται και τόσο πιο πολύ θα ενεργήσει κατά ένα ειδικό τρόπο. Ο Χριστός κτυπά έξω από την πόρτα κάθε ψυχής για να μπει και να τη σώσει. Κτυπά με ένα κήρυγμα ή ένα απλό λόγο, με ένα βιβλίο ή περιοδικό, με ένα ή πολλά γεγονότα. Και περιμένει να του ανοίξουμε. Έχουμε όμως μάτια για να δούμε, αυτιά για να ακούσουμε, νου για να καταλάβουμε; Έχουμε την καλή διάθεση για να το ανοίξουμε; Έχουμε τη δεκτικότητα της Σαμαρίτιδος; Ανοίγω την πόρτα και δέχομαι τον Χριστό, σημαίνει πιάνω το μήνυμα του Χριστού και ανταποκρίνομαι σε αυτό.
Άνθρωπος της Εκκλησίας, των Μυστηρίων, άνθρωπος που αγωνίζεται να ζει κατά τις εντολές του Χριστού. Η Σαμαρίτιδα άκουσε, πίστεψε, δέχθηκε, ακολούθησε. Έτσι έγινε η Αγία και Μεγαλομάρτυς Φωτεινή. Εμείς πιάνουμε και προπαντός ανταποκρινόμαστε στα μηνύματα του Χριστού.
Αγγλική μετάφρασηEN · 18 παράγραφοι
Today, the fifth Sunday after Pascha, we celebrate the feast of the Samaritan Woman.
We celebrate the Samaritan Woman today because on this occasion Christ openly declared Himself to be the Messiah, which means Christ, or the Anointed One. The word “Messiah” comes from a Hebrew word for oil. Kings, priests, and prophets were anointed with the oil appointed by God for the tabernacle of witness. That is why they were called anointed. Holy Scripture says, “You shall anoint Elisha, the son of Shaphat, to be prophet in your place.” So these three names—the Hebrew “Messiah” and the Greek “Christ” and “Anointed One”—have one and the same meaning.
This feast was appointed for the week of Mid-Pentecost because at Mid-Pentecost, too, we remember how Christ openly declared Himself to be the Messiah. He taught the Jews, saying, “If anyone thirsts, let him come to Me and drink.” Today He proclaimed and taught the same thing. Last Sunday we celebrated the miracle at the pool; today we celebrate what happened at Jacob’s well. As our Lord was leaving Judea for Galilee, He had to pass through Samaria, because the road went that way. In the days when our Lord Jesus Christ was on earth, Samaria
was the name both of a city in central Palestine and of a region that made up about a third of the whole land. Galilee lay to its north, Judea to its south, the Jordan to its east, and the Mediterranean Sea to its west. This region was part of the land the patriarch Jacob gave as an inheritance to his son Joseph and to Joseph’s sons, Ephraim and Manasseh. Passing through Samaria, our Lord came to the city of Sychar, which the patriarch Jacob had left as a special inheritance to his beloved son Joseph. Sychar was one of the oldest cities in the Promised Land, built near the foot of Mount Gerizim.
There the Israelites once read out the blessings. Near this city, when Jacob returned from Mesopotamia around 1887 BC, he bought a piece of land and dug a well on it. The well survived until the days of Christ and was called Jacob’s well. The Lord sat there to rest from His journey, but above all to make the wondrous catch that followed. He was sitting there alone, for His disciples had gone into the city to buy food, when a woman came from Samaria to draw water. Jesus asked her for a drink. She replied:
“How is it that You, a Jew, ask me for a drink, when I am a Samaritan woman?” She said this because the Jews shunned the Samaritans as people they considered unclean. The reason was this. At first, the Hebrews who lived in Samaria were called Israelites, not Samaritans. But they turned to idolatry and other lawless ways, and God allowed the Assyrians to come. The Assyrians took them captive, together with their wives and children, and carried them away to their own lands. Then the king of Assyria, so that the land would not lie uncultivated, sent other people from among the idolaters to live in the Israelites’ towns. But by God’s permission,
wild beasts attacked and killed these settlers. When the king heard of this, he asked what was causing it. The Israelites there answered that it was happening because the newcomers did not reverence the God of that land. So the king sent them a priest to teach them about the true God. They came to believe in the true God, but they accepted only the Pentateuch of Moses, not all the Scriptures, and they rejected the prophets. When the Jews descended from Abraham returned from captivity, they would not receive them as brothers. The settlers were of another people, and, as we have said, they worshipped their idols alongside the true God and did not accept all of Holy Scripture.
From then on, the Jews avoided them as unclean, as it is written: “Jews have no dealings with Samaritans.” Knowing this, the woman wondered how our Lord, a Jew, could ask her, a Samaritan woman, for water. The Lord answered that if she knew who was speaking to her, she would ask Him for living water. By this He meant the grace of the All-Holy Spirit. Whoever drinks it will never thirst again; within that person it becomes a spring of water welling up and overflowing. When the woman heard of the wondrous qualities of this spiritual water,
she thought He meant ordinary water and replied, “Lord, give me this water You speak of, so that I will never thirst again or have to come here to draw water.” Christ said to her, “Go, call your husband, and come back.” The woman answered that she had no husband. The Lord said, “You have spoken truly in saying that you have no husband. You have had five, and the man you have now is not your husband.” Astonished that a stranger knew this about her, she understood that He must be a prophet. So she said, “Lord, I see that You are a prophet.” Then, when the woman raised the question of where God should be worshipped,
Christ answered that God is spirit, and those who worship God do not confine His worship to a place. They worship God the Father in spirit and truth. Unable to answer this teaching, the woman said, “I know that the Messiah is coming, the one called Christ. When He comes, He will teach us everything.” How did the Samaritan woman know the Messiah was coming? As we said earlier, the Samaritans accepted only the five books of Moses: Genesis, Exodus, Leviticus, Numbers, and Deuteronomy. In chapter 18 of Deuteronomy, the prophet Moses writes:
“The Lord your God will raise up for you a prophet like me from among your brothers. You shall listen to Him.” And later: “I will raise up for them a prophet like you from among their brothers. I will put My words in His mouth, and He will speak to them everything I command Him. Whoever does not listen to what that prophet says in My name, I Myself will call him to account.” Because the Samaritans accepted the books of Moses, they knew of the prophet foretold in Deuteronomy, whom they called the Messiah. That is why people asked the honored Forerunner whether he was the Messiah. The holy Forerunner answered them that
he was not that long-awaited prophet, the Messiah. So the woman told Christ that the Messiah was coming and would teach them everything. Seeing her eagerness and her openness, the Lord said to her, “I am He, the one speaking with you, with whom you have been counted worthy to speak.” The woman was shaken to hear suddenly that the one speaking to her was the one whom the twelve tribes of Israel had awaited for so many centuries: the prophet above all others, the Messiah, the Christ. She hurried to bring this long-awaited news to the city. In her haste, she left her water jar at the well and ran.
She said to the people, “Come and see a man who told me everything I have ever done.” Meanwhile, His disciples returned. They were amazed at His willingness to speak with a woman, especially when He was weary from the journey and the heat, and they urged Him to eat. But the Lord spoke to them of heavenly food: the salvation of human beings. He told them that they, too, must labor, as the prophets had. When the Samaritans heard the woman’s proclamation, great numbers of them—young and old, men and women—ran to see and hear this astonishing thing. Many came to believe in the Lord and asked Him to stay with them for a while. In His love for mankind, He stayed there two days.
During those two days, they heard Him and saw the wonders He did. Many more came to believe, confessing and proclaiming Him as Christ and Savior of the world. Christ later gave this Samaritan woman the name Photini. She was martyred for Christ in the reign of Nero, and her sons and sisters were martyred with her. The emperor Justinian brought the mouth of that well with honor from Samaria to Constantinople, to the Great Church of Saint Sophia, and placed it over the well outside in the narthex. He also brought the stone on which Christ had sat while speaking with the Samaritan woman. These objects healed
various kinds of illnesses and afflictions.
The Gospel passage we heard today gives us the impression that the Lord went to Sychar especially to meet the Samaritan woman and save her, or at least that He did not avoid meeting her. Who was this woman? Was she a scholar, a public figure, or someone important? She was an ordinary, uneducated, poor woman, and her moral life was far from exemplary. To outward appearances, she seemed to have little in her favor. Yet Christ shows no partiality or favoritism. He comes to every soul that needs salvation and is willing to receive it.
The worse someone’s condition, the greater their need for Christ. And the more Christ cares for that person, the more He acts to reach them in a particular way. Christ knocks at the door of every soul, seeking to enter and save it. He knocks through a sermon or a simple word, through a book or a magazine, through one event or many. And He waits for us to open the door. But do we have eyes to see, ears to hear, and a mind to understand? Are we willing to open it? Are we as receptive as the Samaritan woman? To open the door and receive Christ means to hear His message and respond to it.
It means becoming a person of the Church and of the Mysteries, someone who struggles to live by Christ’s commandments. The Samaritan woman listened, believed, received Him, and followed Him. That is how she became Saint Photini, the Great Martyr. Do we hear Christ’s messages and, above all, respond to them?
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
14 ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΥ\KYR SAMARIT.mp3
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.