Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας και η υπεράσπιση της Νικαϊκής πίστης

Η ομιλία ξεκινά με τη μνήμη του Αθανασίου, του Κυρίλλου και άλλων αγίων στις 18 Ιανουαρίου. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια από ευσεβείς γονείς, έγινε διάκονος και βοήθησε τον Αρχιεπίσκοπο Αλέξανδρο να αντιταχθεί στη διδασκαλία του Αρείου για τον Υιό του Θεού.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων18 Ιανουαρίου25:59Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η ομιλία ξεκινά με τη μνήμη του Αθανασίου, του Κυρίλλου και άλλων αγίων στις 18 Ιανουαρίου.
  • Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια από ευσεβείς γονείς, έγινε διάκονος και βοήθησε τον Αρχιεπίσκοπο Αλέξανδρο να αντιταχθεί στη διδασκαλία του Αρείου για τον Υιό του Θεού.
  • Υποστήριξε την Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας και έγινε Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας το 328, ενισχύοντας το ποίμνιό του και στηρίζοντας τον μοναχισμό και το ιεραποστολικό έργο.
  • Αρνήθηκε να αποδεχθεί την αμφισβητούμενη ομολογία πίστεως του Αρείου, παρά την πίεση του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου.
  • Κατηγορίες που προώθησαν οι αντίπαλοί του, αρειανοί και μελητιανοί, οδήγησαν στην πρώτη του εξορία· η περαιτέρω αντιπολίτευση της αυτοκρατορικής εξουσίας είχε ως αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενες εξορίες και επιστροφές.
  • Κατά τα χρόνια της απουσίας του από την Αλεξάνδρεια, υπερασπίστηκε τη νικαϊκή διδασκαλία μέσω επιστολών, πραγματειών και των δεσμών του με Αιγύπτιους μοναχούς.
  • Η ομιλία κλείνει με τα συγγράμματα του Αθανασίου και με τον έπαινο του Γρηγορίου του Θεολόγου για την ταπεινοφροσύνη, την ποιμαντική φροντίδα και τη σταθερή αρετή του.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 28 παράγραφοι

18 του μηνός Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου Πατριαρχών Αλεξανδρείας, της Αγίας Μάρτυρος Θεοδούλης, των Αγίων Μαρτύρων Ελλαδίου του Κομμενταρησίου, Βοηθού, Ευαγρίου και Μακαρίου, οι οποίοι διά της Αγίας Θεοδούλης πίστευσαν στο Χριστό, της Αγίας Μάρτυρος Ξένης και του από την Κύπρο Οσίου Μαρκιανού.

Της Αλεξανδρείας Αθανάσιος ο Μέγας γεννήθηκε το 295 ή 296 μετά Χριστόν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από χριστιανούς Έλληνες γονείς, πτωχούς μεν αλλά θερμότατης ευσέβειας. Τα μέσα των γονέων του δεν του επέτρεπαν πολυετή και συστηματική φοίτηση στις ανώτερες σχολές. Μπόρεσε όμως να αποκτήσει εγκύκλιο φιλοσοφική μόρφωση, καθώς μαρτυρεί ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Διάνοια, προικισμένη από το Θεό, με αυτοκαλλιέργεια, μπόρεσε να λάμψει όχι μόνο ως μεγάλος ηγέτης της Εκκλησίας, αλλά και ως μεγάλος ακριβολόγος δογματικός και ως απολογητής, όχι μόνο προς τους αιρετικούς, αλλά και προς τους φιλοσόφους πολεμίους του χριστιανισμού.

Χειροθετήθηκε αναγνώστης και αργότερα σε ηλικία 25 ή 26 ετών χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε εβδομηκοντούτη Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο, ο οποίος κατάλαβε ποιο θησαυρό του είχε φέρει κοντά του ο Θεός. Όταν ο δολιότατος και θρασύτατος Άριος τάραζε την εκκλησία της Αλεξανδρείας, με τις περί του Υιού και του Λόγου του Θεού δυσσεβείς διδασκαλίες του, στον Αθανάσιο, τον οποίον είχε και γραμματέα του, βρήκε πολυτιμότατο σύμβουλο και συναγωνιστή. Ο Άριος καταδικάστηκε το πρώτον συνοδικά στην Αλεξάνδρεια, το 321.

Το 325, κατά πρόσκληση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, έπρεπε να μεταβούν για τη Νίκαια, Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, Επίσκοποι Ανατολής και Δύσεως. Ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, 75 τότε ετών και φιλάσθενος, και με τις τότε δυσχέρειες των ταξιδιών, δίστασε να μεταβεί. Όμως πήρε θάρρος με τις προτροπές του Αθανασίου, αρχιδιακόνου τότε, ο οποίος και θα τον συνόδευε. Και ο ίδιος μεν ο Αθανάσιος δεν λάμβανε μέρος στις συνεδριάσεις και συζητήσεις της Συνόδου, υπήρξε όμως σπουδαιότατος παράγων στις προσυσκέψεις και προσυζητήσεις, τόσο ώστε να πει το 339 ή περί αυτού εν Αλεξανδρεία Σύνοδος ότι κυρίως αυτός σταμάτησε τη νόσο του Αριανισμού. Τον Απρίλιο του 328 απέθανε ο γηραιός Αλέξανδρος. Ο Αθανάσιος απουσίαζε σε αποστολή στην Κωνσταντινούπολη και ο Αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος

πριν πεθάνει, εξέφρασε προς τους κληρικούς και τους προκρίτους του ποιμνίου του ότι θα ήθελε διάδοχό του τον Αθανάσιο. Έτσι και έγινε τον Ιούνιο του 328. Εξελέγη πανηγυρικότατα ο Αθανάσιος, ο οποίος ήταν τότε 33 ετών, παρά τις λυσσώδεις αντιδράσεις των Αριανών. Η πρώτη φροντίδα του Αθανασίου ήταν η ενίσχυση της πίστεως και της χριστιανικής ζωής του ποιμνίου του. Επιχείρησε προς το σκοπό αυτό και για να γνωρίσει όλες τις ανάγκες της επαρχίας του, περιοδεία στη Θηβαΐδα, την Πεντάπολη, την Όαση του Άμμωνος και στην Κάτω Αίγυπτο. Παντού δε οι υποδοχές που του γίνονταν ήταν εξαιρετικής θερμότητος και με πολλή πανηγυρικότητα.

Σε χαιρετισμό του ήλθε και ο περίφημος αρχηγός και οργανωτής των μοναστών, Παχώμιος, με πλήθος μοναχών του. Από τότε οι δυο μεγάλοι αρχηγοί συνδέθηκαν στενότατα. Ο Παχώμιος ονόμαζε τον Αθανάσιο Χριστοφόρο Άνδρα, πατέρα της Ορθοδόξου του Χριστού Πίστεως. Από τα πρώτα έργα του Αθανασίου θεωρείται και η χειροτονία του Φρουμεντίου, επισκόπου Αξώμης και υπ' αυτού ίδρυση της Ιεραποστολής για τη διάδοση της χριστιανικής πίστεως στην Αβυσσινία. Ο Άριος μετά την καταδίκη του από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας είχε εξοριστεί. Εν τω μεταξύ οι φίλοι του μηχανεύονταν πώς θα επιτύχουν την ανάκλησή του. Δεδομένου ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος

εξακολουθούσε να θεωρεί εγκυρότατες τις πράξεις της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, αντιλαμβάνονταν ότι θα έπρεπε πρωτίστως να πειστεί ο Αυτοκράτορας για την πλήρη συμμόρφωση του Αρίου προς την πίστη την οποία διατύπωσε αυτή η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος. Ο Άριος με την ελαστικότατη συνείδησή του δεν δυσκολεύτηκε να παίξει το ρόλο αυτό και έστειλε με τον επίσκοπο Νικομηδείας Ευσέβιο προς τον Κωνσταντίνο ομολογία πίστεως με το πνεύμα αυτό. Όταν δε το 330 ή 331 επιτράπηκε να επανέλθει, διότι η υπόθεση της εξορίας ήταν στη δικαιοδοσία του βασιλέα, διαβεβαίωσε και προσωπικά τον Αυτοκράτορα για την ειλικρίνεια της ομολογίας του. Ο Κωνσταντίνος πίστευσε και θεώρησε ότι η επάνοδος του Αρίου θα...

έπαυε τη μεγάλη δυσφορία των οπαδών του και θα εξυπηρετούσε την ειρήνη της Εκκλησίας και του κράτους. Επέτρεψε δε στον Νικομηδείας Ευσέβιο να ανακοινώσει τα συμβάντα στον Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας και να τον παρακαλέσει να δεχθεί τον Άριο στους κόλπους της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, στην οποία ανήκε, και να δηλώσει ότι αυτό ήταν και επιθυμία του βασιλέα. Ο Αθανάσιος, καθώς μελέτησε την υποβληθείσα ομολογία, είδε τη δολιότητά της και απάντησε αρνητικά προς τον Ευσέβιο, εξηγώντας συγχρόνως και τα αίτια της αρνήσεώς του. Ο βασιλέας φυσικά δεν ήταν κάτοχος της ακριβείας των θεολογικών όρων. Ο δε Νικομηδείας κοντά του επέμενε ότι ο Αθανάσιος δυστροπούσε αδικαιολόγητα.

Ακολούθησε λοιπόν και βασιλική επιστολή προς τον Αθανάσιο, από την οποία δεν έλειπαν και μεγάλες απειλές. Ο Αθανάσιος απάντησε με πολύ σεβασμό, επέμενε όμως ότι η ομολογία του Αρίου πολύ απείχε από την ομολογία της Νικαίας και ότι αδυνατούσε να δεχθεί τέτοιο φίδι στους κόλπους της Εκκλησίας του και αναγκαζόταν με πολλή λύπη του να μη δεχτεί τη βασιλική σύσταση. Ο Κωνσταντίνος σεβάστηκε τον τόνο της απαντήσεως του Αθανασίου και θεώρησε ισχυρή την επιχειρηματολογία του, δεν προέβη δε σε καμιά ενέργεια εναντίον του. Από τότε καταστρώθηκε σχέδιο με σειρά σκευωριών εναντίον του Αθανασίου, με σκοπό να κατασυκοφαντηθεί με κάθε μέσο και να προκληθεί η προς αυτόν εσχάτη ανυποληψία και εχθρότητα του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Εχθροί του Αθανασίου, οι αιρετικοί Αριανοί και οι σχισματικοί Μελιτιανοί, τον κατήγγειλαν ότι επέβαλε εκκλησιαστικούς φόρους χωρίς γνώση και συναίνεση της πολιτείας. Όταν αυτό αποδείχθηκε ψευδές, τον κατηγόρησαν ότι μηχανευόταν κατά του βασιλέα και βοηθούσε χρηματικά πολιτικούς αποστάτες. Οι τόσες μηχανορραφίες επηρέασαν τον Κωνσταντίνο. Συγκάλεσε λοιπόν σύνοδο στην Τύρο της Παλαιστίνης. Εν τω μεταξύ, ο Νικομηδείας Ευσέβιος κατόρθωσε να περιλάβει στη σύνοδο εκείνη πλειονοψηφία αριανιζόντων επισκόπων, ενώπιον των οποίων παρήλασαν πολλές συκοφαντίες. Και όταν ο Αθανάσιος με τον έλεγχο όλων εκείνων των ψευδοκαταθέσεων στερέωσε την αθωότητά του, η πλειονοψηφία της συνόδου

απέστειλε επιτροπή στην Αλεξάνδρεια για ανακρίσεις. Η επιτροπή καταρτίστηκε και αυτή από πρόσωπα εχθρικά προς τον Αθανάσιο. Συγχρόνως εξακριβωνόταν ότι σχεδιαζόταν δολοφονία εναντίον του. Η επιτροπή που στάλθηκε στην Αίγυπτο απέκλεισε τους Ορθοδόξους μάρτυρες και βασίστηκε σε μαρτυρίες Αριανών και Μελιτιανών, ακόμη και Εβραίων και Ειδωλολατρών. Και αφού καταδίκασε τον Αθανάσιο σε καθαίρεση, ψήφισε την παραδοχή του Αρίου στους κόλπους της Εκκλησίας. Κατόπιν η επιτροπή παρουσιάστηκε στον Αυτοκράτορα, συγχρόνως δε και για να διατεθεί ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως κατά του Αλεξανδρινού Πρωθιεράρχου, διαδόθηκε ευρύτερα στους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως

ο Αθανάσιος είχε παρεμποδίσει την αποστολή από την Αλεξάνδρεια φορτίων σίτου για την πρωτεύουσα. Έτσι ο Κωνσταντίνος επικύρωσε την καταδίκη και διέταξε την εξορία του Αθανασίου. Η πρώτη εκείνη εξορία του Αθανασίου στην Τρίβερη της Γαλατίας της Δύσεως διήρκεσε δύο έτη και τέσσερις μήνες. Εκεί στην Τρίβερη του φέρθηκαν φιλικότατα και ο άρχοντας της Γαλατίας, ο ομώνυμος γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και ο επίσκοπος Μαξιμίνος. Από την Τρίβερη ο Άγιος Αθανάσιος αναχώρησε για την Αλεξάνδρεια με επιστολή του άρχοντος Κωνσταντίνου προς τον λαό των Αλεξανδρέων και αφού συνάντησε τον δευτερότοκο γιο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στον οποίον ο πατέρας του εγκατέλειπε την Ανατολή,

την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, τη Συρία και την Αίγυπτο, και στον οποίο επομένως υπαγόταν πολιτικά και η Αρχιεπισκοπή Αλεξανδρείας και Αιγύπτου, και δεν συνάντησε καμιά δυσμένεια, επανήλθε στην Αλεξάνδρεια στις 23 Νοεμβρίου του 337 με λαϊκές επευφημίες. Οι Αριανοί όμως αποφάσισαν να επαναλάβουν τον αγώνα τους, καθόσον μάλιστα ο νέος Αυτοκράτορας Κωνστάντιος αριάνιζε προσωπικά. Νέες κατηγορίες χαλκεύθηκαν εναντίον του Αγίου. Ο Αθανάσιος το 339 συνεκάλεσε σύνοδο με 100 Ορθοδόξους Επισκόπους στην Αλεξάνδρεια, ενώπιον της συνόδου αυτής απέδειξε το ανυπόστατο όλων εκείνων των κατηγοριών και

η Σύνοδος εξέδωσε ψήφο αθωωτική και χαρακτήρισε θρήνου άξια τα πραχθέντα παρά των εχθρών του. Ήδη δε οι Ορθόδοξοι είχαν αρχίσει να συγκινούνται για τις νέες κατά του Αθανασίου επιβουλές και κατά τον Ιούλιο του 338 ο Μέγας Αντώνιος πήγε στην Αλεξάνδρεια για να διαδηλώσει δημόσια προς τον Αθανάσιο, τον πρόμαχο της Ορθοδοξίας, την εκτίμηση και αφοσίωσή του. Αλλά οι εχθροί του, στηριζόμενοι στην υπέρ αυτών μεροληψία του αυτοκράτορα Κωνσταντίου, συγκρότησαν σύνοδο στην Αντιόχεια, η οποία καθήρεσε τον Αθανάσιο και κατέστησε αρχιεπίσκοπο της Αλεξανδρείας τον Αριανό Γρηγόριο τον Καππαδόκη. Ο Κωνστάντιος πρόθυμα επικύρωσε την καταδίκη και ακολούθησε η δεύτερη του Αθανασίου εξορία,

η οποία διήρκεσε επτάμισι έτη. Ο Αθανάσιος μετά την καθαίρεσή του και την αναγγελία περί διατάγματος εξορίας του κρύφτηκε για κάποιο χρόνο στα πέριξ της Αλεξάνδρειας και αφού συνέταξε εγκύκλιο επιστολή προς τους επισκόπους του θρόνου του έφυγε στη Ρώμη. Εκεί έμεινε τρία έτη. Η από μοναχούς συνοδεία του αύξησε το ενδιαφέρον για τις μοναχικές οργανώσεις και αποτέλεσε την αφετηρία της ισχυρής και συστηματικής μοναχικής κινήσεως της Δυτικής Εκκλησίας. Το 343 η εν Σαρδική Σύνοδος με περισσότερα από 300 μέλη δικαίωσε τον Αθανάσιο και τον ανεκήρυξε μόνο νόμιμο επίσκοπο της Αλεξανδρείας. Τελικώς και ο Αυτοκράτορας Κωνστάντιος μετρήθηκε.

Μετά το θάνατο του Αριανού Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Γρηγορίου του Καππαδόκου, έστερξε στην επάνοδο του Αθανασίου. Ο Αθανάσιος δυσκολευόταν να εμπιστευτεί. Συνένεσε το 346 αφού ο Κωνστάντιος του απηύθυνε τρεις προσκλήσεις. Πήγε στην Αντιόχεια, όπου ο Αυτοκράτορας τον δέχθηκε ευμενώς και τον εφοδίασε με επιστολές προς τους Επισκόπους της Αιγύπτου, προς τον έπαρχον Εστώριο και τους άλλους κρατικούς αξιωματούχους, με τις οποίες ακύρωνε όλα τα πριν κατά του Αθανασίου ληφθέντα μέτρα. Κατόπιν, διά των Ιεροσολύμων, όπου τον υποδέχθηκαν με πολλές τιμές ο Αρχιεπίσκοπος Μάξιμος και η περί αυτόν σύνοδος, πήγε στην Αίγυπτο, όπου πριν εισέλθει στην Αλεξάνδρεια, επίσημοι και λαός του έκαμαν μοναδική υποδοχή.

Ο Αθανάσιος επιμελήθηκε το κήρυγμα σε όλους τους ναούς της αρχιεπισκοπής του και με πολιτική εκκλησιαστική, σταθερή πάντοτε, αλλά και μετριοπαθή και προσηνή, επικοινώνησε με περισσότερους από τετρακοσίους επισκόπους και έκανε σημαίνοντες Αριανούς να προσέλθουν στην Ορθοδοξία. Κατά την περίοδο εκείνη, συνέγραψε την απολογία κατά των Αριανών και υπέρ των αποφάσεων της εν Νικαία Συνόδου και για να εξασφαλίσει καλύτερα την εργασία και την άμυνα της Ορθοδοξίας, έβαζε στις επισκοπές που κενώθηκαν ιερομονάχους διακεκριμένους. Η αντίδραση όμως των Αριανών και Μελιτιανών ξανάρχισε με τις μεθόδους της. Ο Αυτοκράτορας Κωνστάντιος άλλαξε στάση απέναντι του Αθανασίου και

έτσι ακολούθησε η νέα τρίτη εξορία του, η οποία διήρκεσε έξι έτη. Την πέρασε ολόκληρη ή κατά το πλείστον, πλανώμενος και αποκρυπτόμενος στην έρημο της Άνω Αιγύπτου, όπου οι κατασκηνώσεις των μοναχών και τα ησυχαστήρια των ασκητών. Η δίωξή του υπήρξε επίμονη. Πολλές φορές κινδύνευσε να συλληφθεί, αλλά η πρόνοια του Θεού τον φύλαξε. Μοναχοί βασανίστηκαν, αλλά όλοι θα δέχονταν και το θάνατο παρά να καταδώσουν τον Πατέρα και πρόμαχο της Ορθοδοξίας, τον οποίον τόσο σεβόταν ο Παχώμιος και προς τον οποίον ο προσφάτως αποθανών Μέγας Αντώνιος είχε στείλει ως μεταθανάτιο ενθύμιο το ράσο του. Από τα βάθη της ερήμου εξαπέστειλε επιστολές προς επισκόπους, αιρετικούς

και άλλους. Αρχιεπίσκοπος είχε κατασταθεί από τον Κωνστάντιο κάποιος Γεώργιος, τον οποίον ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αποκαλεί τέρας Καππαδοκῶν, πονηρὸν τὸ γένος, πονηρότερον τὴν διάνοιαν, πάντα ποιεῖν καὶ λέγειν ἐπὶ τῇ γαστρὶ μεμαθηκός. Η διοίκησή του υπήρξε άγρια και μετά η κοσάμενη αρχιερατεία, τρομερή εξέγερση τον ανάγκασε να φύγει από την Αλεξάνδρεια. Ζητώντας κατόπιν να επανέλθει, προκάλεσε επανάσταση, στην οποία φονεύτηκε. Λίγο προηγουμένως είχε πεθάνει ο Κωνστάντιος. Τον διαδέχθηκε ο Ιουλιανός, ο οποίος στην αρχή της βασιλείας του θέλησε να δείξει το ανεξίθρησκο και επέτρεψε την επάνοδο στους θρόνους τους των εξορίστων επισκόπων.

Έτσι να επιστρέψει πάλι ο Αθανάσιος το 362. Όμως γρήγορα ο Ιουλιανός εγκατέλειψε το προσωπείο του ανεξιθρήσκου. Το προμέγιστο κύρος του Αθανασίου στην Αλεξάνδρεια του ήταν αφόρητο. Τον αποκαλούσε σε επιστολές του ανθρωπίσκο, εχθρό των θεών, και διέταξε να απέλθει αμέσως, διαφορετικά δε απειλούσε έσχατες ποινές. Έτσι ο Αθανάσιος το 362 έφυγε για την τετάρτη του εξορία και επειδή κατά την αναχώρησή του είδε πολλούς να κλαίουν, «Θαρσεῖτε, νεφύδριον ἐστί, καὶ θᾶττον τάχιστα παρελεύσεται». Τον φιλοξένησε η Θηβαΐδα με τους μοναχούς της. Έμεινε εκεί μέχρι το θάνατο του Ιουλιανού και επί του διαδόχου του Ιοβιανού επανήλθε στην Αλεξάνδρεια. Όμως ο Αυτοκράτορας Ουάλης, φίλος του Αριανισμού, με

το διάταγμα της 5ης Μαΐου του 365,

ανανέωσε το διάταγμα του Κωνσταντίου περί εξορίας των Ορθοδόξων Επισκόπων. Ο έπαρχος της Αλεξάνδρειας καθησύχασε το λαό που εξηγέρθηκε με το ότι θα έγραφε προς τον Αυτοκράτορα για να μην εφαρμοστεί το διάταγμα κατά του Αρχιεπισκόπου τους. Ο Αθανάσιος όμως γνώριζε τι σήμαιναν τέτοιες βεβαιώσεις και νύχτα βγήκε από την Αλεξάνδρεια. Την ακόλουθη νύχτα, πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής κύκλωσε το Ναό του Αγίου Διονυσίου όπου είχε μάθει ότι ο Αρχιεπίσκοπος θα χοροστατούσε τις αγρυπνίες.

Βεβαιώθηκε η νέα εξορία. Ο λαός, ο οποίος δεν μπορούσε πλέον να υποφέρει την αχαρακτήριστη εκείνη δίωξη ποιμενάρχου τέτοιας αξίας και περιωπής, δήλωσε ότι θα επαναστατούσε, αδιαφορώντας για όλες τις συνέπειες. Ο Ουάλης, όταν το πληροφορήθηκε, διέταξε να επιτραπεί η επάνοδος στον Αθανάσιο και να μην ενοχληθεί πλέον καθόλου. Από τότε πλέον ο Αθανάσιος ποίμανε την αρχιεπισκοπή του εν ειρήνη, ανενόχλητος, πολυσέβαστος, πολυτίμητος και διατηρώντας πάντοτε όλη του τη δραστηριότητα, την κίνηση, την επαγρύπνηση. Τέτοιος βίος δικαίως του έδωσε τον τίτλο «Του Αγιότερου των Ηρώων» και «Του Ηρωικότερου των Αγίων». Δικαίως επίσης ονομάστηκε Μέγας Πατήρ.

Ο Αθανάσιος διακρίθηκε και ως συγγραφέας, πολυγραφότατος και σπουδαιότατος. Διάκονος ακόμη έγραψε τις πραγματείες του Κατά των Εθνικών και Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου. Στα πολεμικά του κατατάσσονται η Έκθεσις Πίστεως, η Εγκύκλιος Επιστολή, η Επιστολή προς τους Επισκόπους Αιγύπτου και Λιβύης, οι Λόγοι κατά των Αριανών. Άφησε και επιστολές. Του Αθανασίου η γλώσσα ίσως δεν έχει το κάλλος και την κομψότητα της λογοτεχνίας του Βασιλείου, του Γρηγορίου, του Χρυσοστόμου, διακρίνεται όμως για την ακριβολογία, τον τόνο, τη δύναμη και τον εξαγγέλλει ότι αληθινά υπήρξε ο κορυφαίος των ποιμεναρχών της Εκκλησίας.

Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφοντας για τον Άγιο Αθανάσιο λέγει: «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν ἀρετὴν ἐπαινέσομαι, ἐπαινῶν τὸν Ἀθανάσιο τὴν ἀρετὴν θὰ ἐπαινέσω». Και εξηγεί και δικαιολογεί ότι αυτός είχε συλλέξει στον εαυτό του κάθε αρετή ή αληθέστερα έχει κάθε αρετή, διότι εν τω Θεώ ζουν όλοι όσοι κατά Θεό έζησαν και αν ακόμη απέλθουν από τα εδώ. Επαινώντας δε την αρετή, τον Θεό θα επαινέσω, από τον οποίο δίδεται στους ανθρώπους η αρετή και η προς Αυτόν άνοδος ή επάνοδος με τη θεία έλλαμψη. Και παρακάτω συνεχίζει για τον Μέγα Αθανάσιο ότι ήταν υψηλός μεν κατά τα έργα, ταπεινός κατά το φρόνημα.

Κατά μεν την αρετή απρόσιτος, κατά δε την μετ' αυτού συνάντηση λίαν ευπρόσιτος. Ήταν πράος, αόργητος, συμπαθής, γλυκός κατά τον λόγο, γλυκύτερος κατά τους τρόπους, αγγελικός στην εμφάνιση, αγγελικότερος κατά τη διάνοια, κατά την επιτίμηση γαλήνιος, κατά τον έπαινο οικοδομητικός. Παρακάτω μας προτρέπει: Εμπρός λοιπόν, όσοι τον επαινούμε, ας μοιραστούμε τα καλά εκείνου. Αγωνιστείτε τον αγώνα τον καλό μεταξύ σας, άνδρες και γυναίκες, νέοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι και νεότεροι, ιερείς και λαός, μοναχοί και κοινοβιάτες, όσοι είστε της θεωρίας και όσοι της πράξεως. Ο μεν ας επαινέσει τις νηστείες και τις προσευχές.

Το εύρωστο και αήττητο στις αγρυπνίες και τις ψαλμωδίες, άλλος την προστασία των δεομένων, άλλος την προς το ταπεινό συγκατάβαση. Η παρθένος τον παιδαγωγό, η σύζυγος τον σωφρονιστή, οι της ερημίας τον πτερωτή, οι της απλότητος τον οδηγό, οι της θεωρίας τον θεολόγο, οι εν ευθυμίαις τον χαλινό, οι εν συμφοραίς την παρηγοριά, το γήρας τη βακτηρία, η νεότητα την παιδαγωγία, η φτώχεια τον ποριστή, η ευπορία τον οικονόμο, χήρες τον προστάτη, οι ορφανοί τον πατέρα, οι πτωχοί τον φιλόπτωχο, οι ξένοι τον φιλόξενο, οι αδελφοί τον φιλάδελφο, οι νοσούντες τον ιατρό, οι υγιαίνοντες τον φύλακα της υγείας, όλοι τον σε όλους τα πάντα γενόμενο, για να κερδίσει όλους ή

τους περισσοτέρους.

Αγγλική μετάφρασηEN · 28 παράγραφοι

On January 18, our Church commemorates Saints Athanasius and Cyril, Patriarchs of Alexandria; Saint Theodoula the Martyr; the holy martyrs Helladios the Commentariensis, Boethos, Evagrios, and Makarios, who came to believe in Christ through Saint Theodoula; Saint Xene the Martyr; and Saint Marcian of Cyprus.

Athanasius the Great of Alexandria was born in Alexandria, Egypt, in AD 295 or 296. His parents were Greek Christians, poor but deeply devout. Their means did not allow him many years of formal study in the higher schools. Yet he gained a broad education in philosophy, as Saint Gregory the Theologian tells us. Gifted by God with a keen intellect, and through his own efforts, he came to shine as a great leader of the Church, a precise teacher of doctrine, and a defender of the faith against both heretics and philosophers who opposed Christianity.

He was appointed a reader, and later, at the age of twenty-five or twenty-six, was ordained a deacon by Alexander, the Archbishop of Alexandria, who was then seventy. Alexander recognized the treasure God had brought to his side. When Arius, with cunning and audacity, troubled the Church of Alexandria with his impious teachings about the Son and the Word (Logos) of God, Alexander found in Athanasius, who also served as his secretary, an invaluable adviser and fellow defender of the faith. Arius was first condemned by a Synod in Alexandria in 321.

In 325, at the invitation of Constantine the Great, bishops from East and West were to travel to Nicaea for the First Ecumenical Council. Alexander of Alexandria, then seventy-five and in poor health, hesitated because travel was so difficult in those days. But Athanasius, who was then his archdeacon, encouraged him and would accompany him. Athanasius himself did not take part in the Council’s sessions and debates. Yet he played a very important role in the consultations beforehand—so much so that a Synod held in Alexandria around 339 said that he, more than anyone, had checked the disease of Arianism. The aged Alexander died in April 328. Athanasius was away on a mission to Constantinople, and Archbishop Alexander

before his death, had told the clergy and leading members of his flock that he wanted Athanasius to succeed him. And so it happened in June 328. Athanasius, then thirty-three, was elected with great acclaim despite the fierce opposition of the Arians. His first concern was to strengthen the faith and Christian life of his flock. To do this, and to learn the needs of every part of his province, he traveled through the Thebaid, the Pentapolis, the Oasis of Ammon, and Lower Egypt. Everywhere he received an exceptionally warm and festive welcome.

The renowned leader and organizer of the monks, Pachomius, also came to greet him, accompanied by many of his monks. From then on, the two great leaders were closely united. Pachomius called Athanasius a Christ-bearing man and a father of the Orthodox faith in Christ. Among Athanasius’s early works was his ordination of Frumentius as bishop of Axum and, through him, the founding of a mission to spread the Christian faith in Abyssinia. Arius had been exiled after his condemnation by the First Ecumenical Council of Nicaea. Meanwhile, his friends were devising ways to secure his recall. Since Constantine the Great

still regarded the decisions of the First Ecumenical Council as fully authoritative, they understood that they first had to convince the emperor that Arius had completely accepted the faith set out by that Council. With his pliable conscience, Arius had no difficulty playing this part. Through Eusebius, bishop of Nicomedia, he sent Constantine a profession of faith to that effect. When he was permitted to return in 330 or 331—since exile was under the emperor’s authority—he personally assured Constantine that his profession was sincere. Constantine believed him and thought that Arius’s return would

ease the great discontent among his followers and serve the peace of both Church and state. He allowed Eusebius of Nicomedia to tell the Archbishop of Alexandria what had happened, ask him to receive Arius back into the Alexandrian Church, to which Arius belonged, and make clear that this was also the emperor’s wish. Athanasius studied the profession of faith, saw the deceit in it, and refused Eusebius’s request, explaining his reasons. The emperor, of course, did not have a precise grasp of theological terms. Eusebius of Nicomedia, who was close to him, kept insisting that Athanasius was being unreasonable.

So the emperor also sent Athanasius a letter containing serious threats. Athanasius replied with great respect but maintained that Arius’s profession was far from the faith confessed at Nicaea. He could not receive such a serpent into his Church, and, to his deep sorrow, had to decline the emperor’s request. Constantine respected the tone of Athanasius’s reply and found his arguments persuasive, so he took no action against him. From that time, his enemies devised a series of plots to slander Athanasius by every means and make Constantine the Great utterly distrust and despise him.

Athanasius’s enemies—the heretical Arians and the schismatic Meletians—accused him of imposing Church taxes without the knowledge or consent of the state. When that charge proved false, they accused him of plotting against the emperor and giving money to political rebels. So many intrigues began to influence Constantine, and he called a Synod at Tyre in Palestine. Meanwhile, Eusebius of Nicomedia managed to fill it with a majority of bishops sympathetic to Arianism. One slander after another was brought before them. Athanasius exposed the false testimony and established his innocence, but the majority of the Synod

sent a commission to Alexandria to investigate. Its members, too, were hostile to Athanasius. At the same time, it became clear that a plot to murder him was being planned. The commission sent to Egypt excluded Orthodox witnesses and relied on testimony from Arians and Meletians, even from Jews and pagans. After condemning Athanasius and deposing him, it voted to receive Arius back into the Church. The commission then appeared before the emperor. And to turn the people of Constantinople against the Archbishop of Alexandria, a rumor was spread throughout the city that

Athanasius had prevented shipments of grain from Alexandria from reaching the capital. Constantine therefore upheld the condemnation and ordered Athanasius into exile. This first exile, in Trier in the western region of Gaul, lasted two years and four months. There he was treated with great kindness by both Constantine the Great’s son, also named Constantine, who ruled Gaul, and Bishop Maximinus. Saint Athanasius left Trier for Alexandria carrying a letter from the younger Constantine to the Alexandrian people. He also met Constantine the Great’s second son, to whom his father had left the East:

Constantinople, Asia Minor, Syria, and Egypt. The Archdiocese of Alexandria and Egypt thus fell under this son’s political authority. Athanasius met with no hostility from him and returned to Alexandria on November 23, 337, to the cheers of the people. The Arians, however, decided to renew their campaign, especially since the new emperor, Constantius, personally favored Arianism. New accusations were fabricated against the saint. In 339, Athanasius convened a Synod of one hundred Orthodox bishops in Alexandria. Before them he showed that all the accusations were groundless, and

the Synod declared him innocent and called his enemies’ actions worthy of lament. Orthodox Christians had already become troubled by the new plots against Athanasius. In July 338, Anthony the Great went to Alexandria to show openly his esteem and devotion to Athanasius, the defender of Orthodoxy. But Athanasius’s enemies, counting on Emperor Constantius’s favor, held a Synod in Antioch. It deposed Athanasius and made the Arian Gregory of Cappadocia Archbishop of Alexandria. Constantius readily upheld the condemnation, and Athanasius’s second exile followed,

lasting seven and a half years. After his deposition and the announcement of the exile decree, Athanasius hid for a time near Alexandria. He wrote a circular letter to the bishops under his care and then left for Rome, where he stayed three years. The monks who accompanied him stirred interest in monastic communities and helped begin a strong, organized monastic movement in the Western Church. In 343, the Synod of Sardica, with more than three hundred members, vindicated Athanasius and proclaimed him the only lawful bishop of Alexandria. Eventually, even Emperor Constantius relented.

After the death of Gregory of Cappadocia, the Arian Archbishop of Alexandria, Constantius agreed to Athanasius’s return. Athanasius found it hard to trust him, but consented in 346 after Constantius invited him three times. He went to Antioch, where the emperor received him favorably and gave him letters for the bishops of Egypt, the prefect Estorius, and other officials, revoking every measure previously taken against him. Athanasius then traveled through Jerusalem, where Archbishop Maximus and the Synod with him welcomed him with great honor. As he approached Alexandria, officials and people gave him an extraordinary welcome.

Athanasius saw to the preaching in every church of his archdiocese. Through a Church policy that was always firm yet moderate and approachable, he made contact with more than four hundred bishops and brought prominent Arians to Orthodoxy. During this period he wrote his Defense Against the Arians and his work in defense of the decisions of the Council of Nicaea. To strengthen the work and defense of Orthodoxy, he appointed distinguished priest-monks to vacant bishoprics. But the Arians and Meletians resumed their campaign, using their familiar methods. Emperor Constantius changed his attitude toward Athanasius, and

so his third exile followed, lasting six years. He spent all or most of that time wandering and hiding in the desert of Upper Egypt, among the monks’ dwellings and the ascetics’ hesychasteria, their hermitages. The hunt for him was relentless. Many times he was in danger of capture, but God’s providence protected him. Monks were tortured, yet every one of them would have accepted death before betraying this father and defender of Orthodoxy. Pachomius held him in such respect, and Anthony the Great, who had recently died, had sent him his cassock as a keepsake after his death. From deep in the desert, Athanasius sent letters to bishops, heretics,

and others. Constantius had appointed a man named George as Archbishop. Saint Gregory the Theologian called him “a monster among Cappadocians, wicked by birth and still more wicked in mind, schooled in saying and doing everything for the sake of his belly.” His rule was brutal. A fierce uprising forced him to flee Alexandria. When he later tried to return, he sparked another revolt and was killed. Constantius had died shortly before. He was succeeded by Julian, who at the beginning of his reign wanted to appear tolerant of other faiths and allowed exiled bishops to return to their sees.

And so Athanasius returned again in 362. But Julian soon dropped his appearance of religious tolerance. He could not bear Athanasius’s immense standing in Alexandria. In his letters he called him a contemptible little man and an enemy of the gods, and ordered him to leave at once, threatening the severest penalties if he did not. So in 362 Athanasius departed for his fourth exile. Seeing many people weep as he left, he said, “Take courage. It is only a little cloud, and it will soon pass.” The Thebaid and its monks gave him shelter. He stayed there until Julian’s death, then returned to Alexandria under Julian’s successor, Jovian. But Emperor Valens, a friend of Arianism, with

by a decree dated May 5, 365,

renewed Constantius’s decree exiling Orthodox bishops. When the people rose up, the prefect of Alexandria reassured them that he would write to the emperor and ask him not to enforce the decree against their Archbishop. Athanasius knew what such assurances were worth, and left Alexandria by night. The following night, civil and military authorities surrounded the Church of Saint Dionysius, where they had heard the Archbishop would preside over the night vigils.

His new exile was now certain. The people could no longer bear such shameful persecution of a shepherd they held in such high regard. They declared that they would rise up, whatever the consequences. When Valens heard this, he ordered that Athanasius be allowed to return and be left in peace. From then on, Athanasius shepherded his archdiocese undisturbed, deeply respected and honored, while remaining as active and watchful as ever. Such a life rightly earned him the titles “the holiest of heroes” and “the most heroic of saints.” He was also rightly called a Great Father.

Athanasius was also a distinguished and prolific writer. While still a deacon, he wrote the treatises Against the Heathen and On the Incarnation of the Word (Logos). His writings defending the faith include the Exposition of the Faith, the Encyclical Letter, the Letter to the Bishops of Egypt and Libya, and the Discourses Against the Arians. He also left many letters. His language may lack the literary beauty and elegance of Basil, Gregory, and John Chrysostom, but its precision, tone, and power show that he was truly among the foremost shepherds of the Church.

Writing about Saint Athanasius, Gregory the Theologian says, “In praising Athanasius, I shall praise virtue; in praising Athanasius, I shall praise virtue.” He explains that Athanasius had gathered every virtue within himself—or, more truly, that he still possesses every virtue. For all who have lived according to God live in Him, even after departing this world. Gregory continues: “In praising virtue, I shall praise God, who gives virtue to human beings and, through divine illumination, raises them up and brings them back to Himself.” He goes on to say of Athanasius the Great that he was lofty in his deeds and humble in spirit.

In virtue he was beyond our reach, yet in person he was easy to approach. He was gentle, slow to anger, compassionate, gracious in speech and still more gracious in manner. His appearance was angelic, and his mind more angelic still. He was calm when correcting others and edifying when praising them. Gregory then urges us: “Come, then, all who praise him: let us share in his good qualities. Strive together in the good struggle, men and women, young men and maidens, older and younger people, priests and laity, monks and those who live in community, those devoted to theoria, divine contemplation, and those devoted to praxis, the active ascetic life. Let one praise his fasting and prayers.

Let another praise his strength and steadfastness in vigils and psalmody; another, his protection of those in need; and another, his willingness to meet the humble on their own level. Let the maiden praise him as a guide, the wife as a teacher of self-restraint, those in the desert as one who gave them wings, the simple as a guide, those devoted to theoria, divine contemplation, as a theologian, the cheerful as one who tempered them, and those in hardship as a comforter. Let the elderly praise him as their support, the young as their teacher, the poor as their provider, the prosperous as a wise steward, widows as their protector, orphans as their father, the needy as a friend of the poor, strangers as a gracious host, brothers as a loving brother, the sick as a physician, and the healthy as a guardian of their health. Let everyone praise him as one who became all things to all people, so that he might win everyone, or

at least most of them.”

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

01 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ\18 01.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα