Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Απόστολοι Βαρθολομαίος και Τίτος: λείψανα, διακονία και θυσία

Η Εκκλησία τιμά στις 25 Αυγούστου την επάνοδο του λειψάνου του Αποστόλου Βαρθολομαίου και τη διακονία του Αποστόλου Τίτου. Μετά το μαρτύριο του Βαρθολομαίου στην Αρμενία, οι χριστιανοί φύλαξαν τα λείψανά του, τα οποία έγιναν πηγή θεραπειών.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων25 Αυγούστου13:33Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Η Εκκλησία τιμά στις 25 Αυγούστου την επάνοδο του λειψάνου του Αποστόλου Βαρθολομαίου και τη διακονία του Αποστόλου Τίτου.
  • Μετά το μαρτύριο του Βαρθολομαίου στην Αρμενία, οι χριστιανοί φύλαξαν τα λείψανά του, τα οποία έγιναν πηγή θεραπειών.
  • Η λίθινη θήκη του ρίχτηκε στη θάλασσα και, σύμφωνα με την αφήγηση, έφτασε στη Λιπάρη, όπου ο επίσκοπος Αγάθων την παρέλαβε και ανήγειρε εκκλησία.
  • Μετά την άλωση της Λιπάρης το 829, τα λείψανα μεταφέρθηκαν στο Μπενεβέντο και τιμήθηκαν εκεί.
  • Ο Τίτος, Έλληνας μαθητής και συνεργάτης του Παύλου, διακόνησε την Εκκλησία στην Κόρινθο και χειροτονήθηκε επίσκοπος στην Κρήτη για να καταστήσει πρεσβυτέρους.
  • Οι επιστολές του Παύλου περιγράφουν το έργο του Τίτου, τους συνεργάτες του και το ταξίδι του στη Δαλματία· η ομιλία αναφέρει ότι πέθανε στην Κρήτη.
  • Η ομιλία κλείνει διδάσκοντας ότι η προθυμία των αποστόλων να πεθάνουν για τον Χριστό τους έδωσε θάρρος και τους άνοιξε στη χάρη του Θεού, καλώντας τους ακροατές να ζουν για τον Χριστό και όχι για τον κόσμο.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 14 παράγραφοι

Σήμερα, 25 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη της επανόδου του λειψάνου του Αγίου Αποστόλου Βαρθολομαίου, του Αγίου Αποστόλου Τίτου, Επισκόπου Γορτύνης της Κρήτης, και των Αγίων Επιφανίου, Ιωάννου και Μηνά, Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως.

Και ένδοξος μαθητής και Απόστολος του Χριστού, Βαρθολομαίος, περνώντας από διαφόρους τόπους, κήρυττε το όνομα του Χριστού. Τελευταία δε, αφού έφτασε στη Μεγάλη Αρμενία, εκεί σταυρώθηκε. Και το μεν πνεύμα του ανήλθε στα ουράνια, το δε άγιο του λείψανο, αφού το εναπέθεσαν οι εκεί χριστιανοί μέσα σε θήκη από πέτρα, το έκρυψαν στην Ουρβανούπολη. Έγινε δε πηγή διαφόρων θεραπειών. Γι' αυτό έτρεχαν εκεί πολλοί και γιατρεύονταν από τις αρρώστιές τους. Αυτά τα θαύματα και τις θεραπείες βλέποντας οι υπηρέτες του πονηρού λυσσούσαν εναντίον της λάρνακας εκείνης και του αποστολικού λειψάνου που είχε. Όταν δε κάποτε βρήκαν την ευκαιρία, έριξαν στη θάλασσα τη θήκη αυτή

με άλλες τέσσερις, οι οποίες περιείχαν τα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων Παπιανού, Λουκιανού, Γρηγορίου και Ακακίου. Αυτό δε οικονόμησε ο Θεός αφενός μεν για να αγιαστεί η θάλασσα την οποία πέρασαν, αφετέρου δε για να ευλογηθούν οι τόποι στους οποίους διαμοιράστηκαν τα άγια αυτά λείψανα. Λοιπόν, με τη χάρη του Θεού, το ιερό αυτό λείψανο του Αποστόλου Βαρθολομαίου, αφού πέρασε τον Εύξεινο Πόντο και τον Ελλήσποντο, έφτασε στο Αιγαίο Πέλαγος και από εκεί στην Αδριατική θάλασσα, η οποία αρχίζει από τα Κύθηρα και φτάνει μέχρι τη Βενετία. Αφού άφησε αριστερά το μεγάλο νησί της Σικελίας, κατέληξε στο νησί που ονομάζεται Λιπάρα.

Άλλες τέσσερις θήκες με τα μαρτυρικά λείψανα που συνόδευαν εκείνο του Αποστόλου βγήκαν: του μεν Αγίου Παπιανού στην πόλη Άμιλα της Σικελίας, του Μάρτυρος Λουκιανού στη Μεσσήνη της Σικελίας, του Αγίου Γρηγορίου στην πόλη Κολύμη της Καλαβρίας της Ιταλίας, του δε Αγίου Ακακίου στην πόλη Ασκάλους. Η άφιξη του ιερού λειψάνου του θείου Αποστόλου έγινε γνωστή με θεία αποκάλυψη στον επίσκοπο της Λιπάρας που λεγόταν Αγάθων, ο οποίος κατέβηκε αμέσως στην παραλία και, καθώς είδε τη μεγάλη τούτη και θαυμαστή θήκη που περιείχε το αποστολικό λείψανο, καταλήφθηκε από θάμβος και εγκωμίασε τον Απόστολο του Κυρίου αλλά και το νησί το οποίο αξιώθηκε να αποκτήσει έναν τέτοιο θησαυρό.

Δε έπρεπε η ιερή θήκη του Αποστόλου να μεταφερθεί και να τοποθετηθεί σε κατάλληλο και λαμπρό τόπο, όπου κατόπιν θα κτιζόταν και ναός επ' ονόματι του Αποστόλου. Πολλοί προσπαθούσαν να τη σύρουν προς τον ένα και προς τον άλλο τόπο, αυτή όμως δεν μετακινούνταν καθόλου καθώς εκείνοι ήθελαν. Μέχρις ότου ο Μακάριος Αγάθων, μετά από θεία αποκάλυψη, την έδεσε με σχοινιά σε δύο δαμάλες και έτσι την έσυρε στον τόπο εκείνο που θέλησε ο Απόστολος. Μετά από αυτό, κοντά στα άλλα θαύματα που έκανε ο Άγιος Βαρθολομαίος, προστέθηκε και το ακόλουθο, το οποίο ίσως φαίνεται απίστευτο σε όσους δεν έχουν πείρα των θαυμάτων του Θεού. Κάποιο μικρό νησί, ονόματι Πριχάνος ή Πυρπνών,

κοντά στο νησί της Λιπάρας, είχε δε πηγή η οποία συνέχεια έβγαζε ζεστό νερό που έκαμνε κακό στη Λιπάρα, καθώς ήταν πολύ κοντά της. Το νησίδιο λοιπόν αυτό, κατά την ώρα που οι δαμάλες έσυραν τη θήκη του Αποστόλου, με θεία δύναμη απομακρύνθηκε από τη Λιπάρα περίπου ένα χιλιόμετρο, καθώς φαίνεται μέχρι σήμερα. Έτσι, από τότε, και το νησί δεν βλάπτεται, και τη χάρη και δύναμη του Αποστόλου πάντα διακηρύττει. Όταν δε ο Επίσκοπος Αγάθων έκτισε ναό ωραιότατο στο όνομα του Αποστόλου, αποθησαύρισε σε αυτόν τη λίθινη λάρνακα με το σεβάσμιο αποστολικό λείψανο. Ποιος δε μπορεί να διηγηθεί τα θαύματα τα οποία τελούνταν καθημερινά εκεί;

Παρελεύσει πολλού χρόνου, κατά το έτος 829, τότε που βασίλευε ο βασιλέας Θεόφιλος ο Εικονομάχος, το νησί εκείνο όπου ήταν το λείψανο του Αποστόλου, λόγω των αμαρτιών των κατοίκων, αλώθηκε από τους Αγαρηνούς, ερημώθηκε και έμεινε ακατοίκητο. Τότε ο άρχοντας της πόλεως Βενεβέντου, καθώς έμαθε τα θαύματα που γίνονταν από το αποστολικό λείψανο και κινούμενος από θερμή πίστη προς τον Απόστολο, έστειλε ανθρώπους για να φέρουν από τη Λιπάρα το πολύτιμο εκείνο λείψανο.

Το έφερναν, ο άρχοντας αυτός, έχοντας μαζί του τον επίσκοπο της πόλεως και πολλούς άλλους κληρικούς και λαϊκούς, βγήκε στη θάλασσα για να προϋπαντήσει τον Απόστολο, συνοδεύοντας δε με πολλή τιμή και ευλάβεια το άγιο λείψανο στην πόλη το απέθεσε σε σεβάσμιο τόπο, όπου ενεργεί καθημερινά πολλά θαύματα και θεραπείες σε εκείνους που με πίστη προστρέχουν σε αυτό, εις δόξαν του Αγίου και Υπεράγαθου Θεού.

Ο επίσης σήμερα εορταζόμενος Άγιος Απόστολος Τίτος ήταν Έλληνας στην καταγωγή, από τους περισσότερο διακεκριμένους από άποψη γένους και μορφώσεως. Στον Χριστιανισμό προσήλθε με τον Άγιο. Μαθητής του Αποστόλου Παύλου, με τον οποίο συνεργάστηκε για τη διάδοση του Ευαγγελίου, τον ακολούθησε δε κατά τη δεύτερη ανάβασή του στα Ιεροσόλυμα, όπου και παραβρέθηκε στην τότε Αποστολική Σύνοδο. Κατόπιν επιφορτίστηκε με αποστολή στην Κόρινθο για να δει από κοντά την κατάσταση της εκεί εκκλησίας και να πληροφορήσει τον Παύλο για την υποδοχή που είχε η πρώτη προς τους Κορινθίους επιστολή του. Επιστρέφοντας από εκεί, συνάντησε τον Παύλο στη Μακεδονία. Ακολούθως, κατά κάποιους το 58 μετά Χριστόν,

με τον Παύλο στην Κρήτη, όπου και εγκαταστάθηκε από αυτόν επίσκοπος για να κηρύξει το Ευαγγέλιο και να εγκαθιδρύσει σε όλα τα μέρη του νησιού πρεσβυτέρους. Από τη δεύτερη προς τον Τιμόθεο επιστολή μαθαίνουμε ότι ο Τίτος είχε πάει στη Δαλματία, άγνωστο όμως για ποιο σκοπό. Ο Απόστολος Παύλος έστειλε και τη γνωστή προς Τίτον επιστολή. Από αυτήν βλέπουμε ότι ο Έλληνας μαθητής του ονομάζεται από αυτόν τέκνον γνήσιον. Μαθαίνουμε ακόμη ότι ο Παύλος σκόπευε να στείλει σε αυτόν, κατά κάποιο τρόπο αναπληρωτή του, τον Αρτεμά ή τον Τυχικό. Ο ίδιος δε προσκαλούνταν να μεταβεί γρήγορα προς συνάντηση του δασκάλου του στη Νικόπολη.

Στην ίδια επιστολή βλέπουμε ότι ο Τίτος είχε λαμπρούς συνεργάτες στο έργο του στην Κρήτη, δηλαδή τον Ζηνά το νομικό και τον περίφημο Απολλώ. Ο Άγιος Απόστολος Τίτος τελεύτησε στην Κρήτη κατά το έτος 105 μετά Χριστόν.

Στην πρώτη του προς Κορινθίους επιστολή ο Απόστολος Παύλος μας περιγράφει την αποστολική ζωή και τα παράσημα τα οποία τους πρόσφερε ο κόσμος και που είναι η δόξα τους. Ένα από αυτά είναι το ότι τους θεωρούσαν ως επιθανατίους, ως καταδίκους και άξιους να οδηγηθούν στο θάνατο. Οι περισσότεροι από τους Αγίους Αποστόλους μιμούμενοι τον Χριστό, έζησαν μαρτυρικά και τελείωσαν τη ζωή τους μαρτυρικά. Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος γράφει «Καθημέραν αποθνήσκω» και αλλού «Ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν, ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής». Έτσι οι Απόστολοι ήταν κατάδικοι. Είχαν ξεγράψει τον εαυτό τους για τον Χριστό.

Ήταν έτοιμοι να πεθάνουν για τον Χριστό. Γι' αυτό και έκαναν τόσο μεγάλα έργα. Ζούσαν σαν πεθαμένοι. Και ακριβώς εδώ έγκειται το μυστικό της επιτυχίας. Πρώτο μεν, διότι αυτός που είναι αποφασισμένος για το θάνατο, είναι αποφασισμένος για όλα. Έτσι μπορεί και τολμά τα μεγάλα και σπουδαία. Δεύτερον, διότι το να είναι κανείς αποφασισμένος να πεθάνει για τον Χριστό ελκύει πολλή χάρη Θεού. Αφενός μεν διότι είναι μεγάλη αγάπη για τον Χριστό, αφετέρου διότι το να έχει κανείς ξεγράψει τον εαυτό του από τον κόσμο είναι εξουθένωση, είναι η ασθένεια που φέρνει τη δύναμη του Χριστού.

Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται. Οι Απόστολοι ζούσαν σαν κατάδικοι και πεθαμένοι, είχαν γνωρίσει την Ανάστασή τους. Όποιος αναστήθηκε εν Χριστώ, όποιος αξιώθηκε να εισέλθει στον μέλλοντα αιώνα, αυτός μπορεί να αισθάνεται, να ζει και να λέγει το του Αποστόλου: «Εμοί κόσμος εσταύρωται, καγώ τω κόσμω». Για μένα ο κόσμος έχει σταυρωθεί, είναι νεκρός. Κι εγώ έχω σταυρωθεί για τον κόσμο, είμαι νεκρός για τον κόσμο. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός. Εμείς θέλουμε να αποκτήσουμε τη ζωοποιό αυτή νέκρωση ή τόσο βολευτήκαμε με τα κοσμικά που δεν εννοούμε να ξεκολλήσουμε από αυτά;

Αγγλική μετάφρασηEN · 14 παράγραφοι

Today, August 25, our Church commemorates the return of the relic of Saint Bartholomew the Apostle; Saint Titus the Apostle, Bishop of Gortyna in Crete; and Saints Epiphanios, John, and Menas, Archbishops of Constantinople.

Bartholomew, the glorious disciple and Apostle of Christ, traveled through many places preaching the name of Christ. At last he reached Greater Armenia, where he was crucified. His spirit ascended to heaven. The Christians there placed his holy relic in a stone reliquary and hid it in Urbanopolis. It became a source of many healings, and people flocked there to be cured of their illnesses. Seeing these miracles, the servants of the evil one raged against the reliquary and the apostolic relic it held. When they found an opportunity, they threw it into the sea

along with four others containing the relics of the holy martyrs Papianos, Loukianos, Gregory, and Akakios. God providentially allowed this so that the sea through which they passed would be sanctified, and the places where the holy relics came to rest would be blessed. By the grace of God, the sacred relic of the Apostle Bartholomew passed through the Black Sea and the Hellespont, reached the Aegean Sea, and from there entered the Adriatic Sea, which stretches from Kythera to Venice. Leaving the great island of Sicily to its left, it came to the island called Lipari.

The other four reliquaries came ashore in different places: that of Saint Papianos at Amila in Sicily; that of the martyr Loukianos at Messina in Sicily; that of Saint Gregory at Colyme in Calabria, Italy; and that of Saint Akakios at Askalous. The arrival of the divine Apostle’s sacred relic was revealed by God to Agathon, Bishop of Lipari. He went straight down to the shore. When he saw the great and wondrous reliquary holding the apostolic relic, he was filled with awe. He praised the Apostle of the Lord and the island, which had been counted worthy to receive such a treasure.

The Apostle’s sacred reliquary had to be carried to a fitting and splendid place, where a church would then be built in his name. Many people tried to drag it to one place or another, but it would not move as they wished. Then, following a revelation from God, blessed Agathon tied ropes from it to two young cows. In this way he drew it to the place the Apostle had chosen. Among the other miracles worked by Saint Bartholomew was the following, which may seem unbelievable to those who have never experienced the miracles of God. A small island called Prichanos, or Pyrpnon,

lay near Lipari. It had a spring that continually gave off hot water, harming Lipari because the two islands were so close. As the young cows pulled the Apostle’s reliquary, divine power moved that little island about a kilometer away from Lipari, where it remains to this day. From then on, Lipari suffered no harm, and the little island has continued to proclaim the Apostle’s grace and power. Bishop Agathon built a beautiful church in the Apostle’s name and placed the stone reliquary with his revered relic there as a treasure. Who could recount the miracles that took place there each day?

Much later, in the year 829, during the reign of the iconoclast emperor Theophilos, the island where the Apostle’s relic lay was captured by the Hagarenes. Because of the sins of its inhabitants, it was laid waste and left uninhabited. When the ruler of Benevento heard of the miracles worked through the apostolic relic, his fervent faith in the Apostle moved him to send men to bring that precious relic from Lipari.

As they were bringing it back, the ruler went out to sea with the city’s bishop and many other clergy and laypeople to greet the Apostle. With great honor and reverence, they escorted the holy relic into the city and placed it in a fitting place. There it works many miracles and healings each day for those who come to it in faith, to the glory of our holy and all-good God.

Saint Titus the Apostle, whom we also celebrate today, was Greek by birth and distinguished in both family and education. He became a Christian and a disciple of Saint Paul the Apostle, working with him to spread the Gospel. He accompanied Paul on his second journey up to Jerusalem and was present at the Apostolic Council held there. Later he was sent to Corinth to see the condition of the Church there for himself and to tell Paul how his First Epistle to the Corinthians had been received. On his return, he met Paul in Macedonia. Then, according to some accounts, in AD 58,

he went with Paul to Crete. Paul appointed him bishop there to preach the Gospel and establish priests throughout the island. From the Second Epistle to Timothy we learn that Titus went to Dalmatia, though we do not know why. The Apostle Paul also sent him the well-known Epistle to Titus. In it, Paul calls his Greek disciple his true son. We also learn that Paul intended to send Artemas or Tychicus to take his place for a time, and asked Titus himself to come quickly to meet his teacher in Nicopolis.

The same epistle tells us that Titus had distinguished coworkers in his ministry on Crete: Zenas the lawyer and the renowned Apollos. Saint Titus the Apostle died in Crete in AD 105.

In his First Epistle to the Corinthians, the Apostle Paul describes the apostolic life and the marks of distinction the world gave the apostles—marks that became their glory. One was that people regarded them as men condemned to die, worthy of execution. Most of the holy Apostles followed Christ by living through suffering and ending their lives as martyrs. The Apostle Paul himself writes, ‘I die daily,’ and elsewhere, ‘For Your sake we are killed all day long; we are counted as sheep for the slaughter.’ So the Apostles lived as condemned men. They had given up their lives for Christ.

They were ready to die for Christ. That is why they accomplished such great works. They lived as though already dead. Here lies the secret of their success. First, a person resolved to face death is ready to face anything, and so can dare to do great and important things. Second, the resolve to die for Christ draws abundant grace from God. It shows great love for Christ. And when someone has given up his claim on the world, he is brought low; this is the weakness in which the power of Christ comes to dwell.

‘For My power is made perfect in weakness.’ The Apostles lived as men condemned and already dead, yet they had come to know their resurrection. Whoever has risen in Christ, whoever has been counted worthy to enter the age to come, can feel, live, and say with the Apostle: ‘The world has been crucified to me, and I to the world.’ To me, the world is crucified; it is dead. And I have been crucified to the world; I am dead to the world. ‘It is no longer I who live, but Christ who lives in me.’ Do we want to attain this life-giving death, or have we become so comfortable with worldly things that we cannot bring ourselves to let them go?

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

08 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ\25 08.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα