Απόστολος Θωμάς: Ανάσταση, αποστολή στην Ινδία και ταπείνωση
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αποστόλου Θωμά στις 6 Οκτωβρίου και θυμάται το κάλεσμά του από το ψάρεμα να ακολουθήσει τον Χριστό. Ο Θωμάς δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να πεθάνει μαζί με τον Χριστό· στη συνέχεια, αφού συνάντησε τον αναστημένο Ιησού, τον ομολόγησε ως Κύριο και Θεό.
Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain
Το ανάγνωσμα
Περίληψη
- Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αποστόλου Θωμά στις 6 Οκτωβρίου και θυμάται το κάλεσμά του από το ψάρεμα να ακολουθήσει τον Χριστό.
- Ο Θωμάς δήλωσε ότι ήταν πρόθυμος να πεθάνει μαζί με τον Χριστό· στη συνέχεια, αφού συνάντησε τον αναστημένο Ιησού, τον ομολόγησε ως Κύριο και Θεό.
- Είδε την εμφάνιση του Χριστού στη Θάλασσα της Γαλιλαίας και έλαβε το Άγιο Πνεύμα κατά την Πεντηκοστή.
- Όταν του ανατέθηκε να κηρύξει στην Ινδία, ο Θωμάς υπερνίκησε τον φόβο του, καθώς ο Χριστός υποσχέθηκε να τον συνοδεύσει.
- Σύμφωνα με τη διήγηση, ο Θωμάς μοίρασε στους φτωχούς τα χρήματα του ανακτόρου του βασιλιά Γονδόφορου, οικοδομώντας του μια ουράνια κατοικία μέσω της ελεημοσύνης.
- Μετά από όραμα που αποκάλυψε εκείνη την κατοικία, ο Γονδόφορος απελευθέρωσε τον Θωμά, ζήτησε συγχώρηση και βαπτίστηκε μαζί με την οικογένειά του.
- Ο Θωμάς συνέχισε να κηρύττει, να βαπτίζει και να τελεί τη Θεία Λειτουργία, μέχρι που μαρτύρησε κοντά στη Μυλαπόρη· η διήγηση περιγράφει επίσης μια θεραπεία στον τάφο του.
- Η ομιλία καταλήγει ότι η ζωή του Θωμά καλεί τους χριστιανούς σε ταπείνωση και εμπιστοσύνη στον Θεό, αντί για πεποίθηση στη δική τους δύναμη.
Διαβάστε το κείμενο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.
Ελληνικό κείμενοGR · 21 παράγραφοι
Σήμερα, 6 του μηνός Οκτωβρίου, η Εκκλησία μας επιτελεί τη μνήμη του Αγίου Αποστόλου Θωμά, της Αγίας Μάρτυρος Ερωτηίδος, του Οσίου Κενδέα και του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος Μακαρίου.
Ο Ιησούς Χριστός βρισκόταν σωματικά στη γη για τη σωτηρία μας. Τότε ήταν και ο ευλογημένος Θωμάς στην Ιουδαία, γιος γονέων πτωχών, όμως με μεγάλη ευλάβεια στο Μωσαϊκό Νόμο, τον οποίο διάβαζε με επιμέλεια από τη νεότητά του. Ήταν κατά το επάγγελμα ψαράς και από την τέχνη του αυτή κέρδιζε τα προς το ζην όπως μπορούσε.
Τον κάλεσε ο Χριστός, δεν ανέβαλε, αλλά αμέσως και με χαρά τον ακολούθησε, και έτσι έγινε ο μακάριος Θωμάς ένας από τους δώδεκα Αποστόλους. Μαθητής προθυμότατος, υπηρέτης πιστότατος και οικονόμος της Αποστολικής Χάριτος δοκιμότατος. Γέμισε θεία δύναμη, πλούτισε σε ενέργεια θαυμάτων και αξιώθηκε να γίνει του θείου
εσαρκωμένου Θεού σύντροφος και συνοδοιπόρος, με τον οποίο πολλές φορές κοπίασε και κακοπάθησε, υπομένοντας πολλούς διωγμούς αδίκως, άλλοτε διωκόμενος και άλλοτε λιθοβολούμενος από τους αχάριστους Ιουδαίους. Όταν δε πάλι ήθελαν να θανατώσουν το Σωτήρα και Ευεργέτη τους, έλεγε στους συμμαθητές του ο πιστός και ευγνώμων προς τον Δεσπότη δούλος: «Ας πάμε να συναποθάνουμε μαζί του, διότι καλύτερο είναι να συσταυρωθούμε με τον Δεσπότη παρά να ζούμε χωρίς Αυτόν». Αφού αναστήθηκε ο Κύριος, εμφανίστηκε στους φίλους και μαθητές Του, βεβαιώνοντας την κατά του Άδου νίκη. Καθώς βρίσκονταν κρυμμένοι διά τον φόβο των Ιουδαίων στο ανώγιο, εισήλθε ο Δεσπότης, χωρίς να ανοίξει τις πόρτες, διότι
όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις, και στάθηκε στο μέσον τους. Έτσι οι μεν άλλοι μαθητές χαίρονταν διότι είδαν με τα μάτια τους τον Κύριο, ο δε Θωμάς κατ' οικονομία Θεού δεν βρέθηκε τότε εκεί, για να γίνει κατόπιν, όταν ερεύνησε το πράγμα, λαμπρός κήρυκας της Αναστάσεως και διαλαλητής της ακριβέστατος. Όταν μετά ήρθε ο Θωμάς και του είπαν οι άλλοι ότι είδαν τον Κύριο, είπε ότι δεν θα το πίστευε εάν δεν τον ψηλαφούσε. Μετά από οκτώ μέρες, καθώς αναφέρεται στο Ιερό Ευαγγέλιο, ήταν και πάλι μέσα οι μαθητές, μαζί όμως και ο Θωμάς. Ήλθε ο Ιησούς, καθώς ήταν κλειστές οι πόρτες, και στάθηκε στο μέσον. Τους έδωσε την ειρήνη του και είπε στο Θωμά: «Φέρε το δάκτυλό σου εδώ,
δες τα χέρια μου και την πλευρά μου, και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός». Αποκρίθηκε ο Θωμάς και του είπε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου», και τον ομολόγησε Θεό και Κύριο. Κάποτε μετά από αυτά, οι Απόστολοι ψάρευαν στη λίμνη της Γαλιλαίας όπως και πριν. Φανερώθηκε τότε ο Χριστός στην ακρογιαλιά και τους πρόσταξε να ρίψουν το δίχτυ στα δεξιά μέρη του πλοίου. Το έκαναν και έπιασαν πλήθος ψαριών. Ήταν δε με τους Αποστόλους και ο Θωμάς και συνεργαζόταν μαζί τους ως δοκιμότατος στην υπακοή. Κατά την ημέρα της Πεντηκοστής και ο μεγάλος αυτός Απόστολος έλαβε μαζί με τους λοιπούς Αποστόλους τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος και, αφού δυναμώθηκε με την εξ ύψους δύναμη, πήγε στο σωτήριο κήρυγμα
το πρόσταγμα του Δεσπότου: «Πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα, κηρύξατε το Ευαγγέλιο πάση τη κτίση». Καθένας από τους Αγίους Αποστόλους καθορίστηκε από το Άγιο Πνεύμα να κηρύξει σε ορισμένη χώρα. Στο Θωμά δε κληρώθηκε να κηρύξει στους Πάρθους, τους Πέρσες, τους Μήδους και τους Ινδούς. Οι Ινδοί ήταν τότε πολύ ωμοί και βάρβαροι και λάτρευαν τα είδωλα. Βλέποντας ο μακάριος Θωμάς ότι στάλθηκε σε τέτοιο άγριο έθνος, δυσκολευόταν και λυπούνταν για την ασθένεια του σώματος. Καθώς λοιπόν σκεπτόταν πώς θα κάνει, του παρουσιάστηκε μια νύχτα ο Χριστός και του είπε: «Μη φοβάσαι, ω Θωμά, αλλά πήγαινε στις Ινδίες, κήρυξε το Ευαγγέλιο και η χάρη μου θα είναι μαζί σου».
Τις μέρες συνέβη να βρίσκεται στα Ιεροσόλυμα κάποιος έμπορος από τις Ινδίες, ονόματι Αββανής, τον οποίο ο βασιλέας Γουνδιαφόρος έστειλε να βρει κατάλληλο χτίστη για να του χτίσει ένα παλάτι.
Ο Κύριος παρουσιάστηκε σαν άνθρωπος στον Αββανή και του είπε: «Θέλεις να αγοράσεις ένα δούλο χτίστη που έχω;» Εκείνος του είπε: «Ναι». Τότε του έδειξε τον Θωμά και συμφώνησαν την αγορά για τρεις λίτρες ασήμι, την οποία επικύρωσαν με σχετικό ομόλογο, και τη δέχθηκε ο Απόστολος ως γνήσιος και ευγνώμων δούλος του Χριστού.
Ακολούθησε λοιπόν ο Θωμάς τον Αββανή και τον υπηρετούσε ως δούλος του. Την άλλη νύχτα φανερώθηκε και πάλι ο Κύριος και του έδωσε τα αργύρια τα οποία πήρε, λέγοντας: «Έχε την τιμή της αγοράς και τη χάρη μου μαζί σου». Κατόπιν με πλοίο έφτασαν στις Ινδίες. Εκεί συναντήθηκε με τον βασιλέα Γουνδιαφόρο, ο οποίος μετά από σχετική συζήτηση του ανέθεσε την κατασκευή του παλατιού σε τόπο εξοχικό και ωραιότατο. Του έδωσε τότε χρυσάφι και ασήμι, πολλά τρόφιμα καθώς και άλλα χρειαζούμενα για την ανέγερση, και έφυγε σε κάποια άλλη πόλη. Ο Απόστολος αναχώρησε για τον τόπο της κατασκευής, μοίρασε δε κρυφά στα χέρια των πτωχών όλα τα χρήματα και τα υπόλοιπα είδη, κατασκευάζοντας έτσι παλάτι αχειροποίητο στη Βασιλεία των Ουρανών. Κάθε μέρα ο Απόστολος δίδασκε την ευσέβεια και έκανε μεγάλα θαύματα,
τα οποία έβλεπαν οι ειδωλολάτρες και πολλοί από αυτούς πίστευαν και γίνονταν χριστιανοί, βαπτιζόμενοι στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Αφού πέρασε καιρός, ο βασιλέας ζήτησε να μάθει από τον Απόστολο αν τελείωσε το κτίσιμο του παλατιού. Εκείνος δε του απάντησε ότι χρειάζεται και άλλα έξοδα για να κατασκευάσει με μεγαλοπρέπεια τη στέγη, η οποία μόνη έμενε ατέλειωτη. Ο άρχοντας, νομίζοντας ότι κατά τη δική του ιδέα προχωρούσε το έργο, με πολλή χαρά του έστειλε και άλλο πολύ χρυσό. Ο δε Απόστολος, παίρνοντας το χρυσάφι, προσευχόμενος είπε: «Σε ευχαριστώ, φιλάνθρωπε Κύριε, διότι με ποικίλους και διάφορους τρόπους οικονομείς τη σωτηρία κάθε ανθρώπου», και το μοίρασε όπως και προηγουμένως στους φτωχούς.
Πέρασε όμως πολύς καιρός και ο βασιλέας έμαθε τα καθέκαστα από ανθρώπους του τόπου στον οποίο έμενε και αποστολικώς δρούσε ο Θωμάς. Θύμωσε πολύ και διέταξε τη φυλάκισή του. Ενώ όμως ο Απόστολος ήταν φυλακισμένος, ο αδερφός του άρχοντα καταλήφθηκε από βαρύτατη ασθένεια και πέθανε. Ο άγγελος πήρε την ψυχή του και την περιέφερε, δείχνοντάς της την ωραιότητα των σκηνών των δικαίων. Τον ρωτούσε δε σε ποια από αυτές θα ήθελε να κατοικήσει. Βλέποντας μια εξαιρετική σκηνή, την έδειξε και παρεκάλεσε τον άγγελο να τον αφήσει να κατοικήσει εκεί. Ο άγγελος όμως του είπε: «Σ' αυτή δεν μπορείς να κατοικήσεις, διότι αυτή είναι του αδελφού σου, την οποία ο ξένος Θωμάς έκτισε για εκείνον».
Η ψυχή αποκρίθηκε: «Σε παρακαλώ, άφησέ με να πάω πίσω στον αδελφό μου για να την αγοράσω από εκείνον σε μικρή τιμή και να ξαναεπιστρέψω». Τότε ο άγγελος επέστρεψε την ψυχή στο νεκρό του σώμα και ο άνθρωπος, αφού ήλθε στον εαυτό του σαν από κάποια μέθη, ζητούσε τον αδελφό του. Όταν εκείνος ήλθε, του είπε: «Αδελφέ, σου ζητώ μια μικρή χάρη, την οποία παρακαλώ μη μου στερήσεις». Καθώς εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε, συνέχισε: «Δώσ' μου το παλάτι που έχεις στους ουρανούς και πάρε όσα χρήματα θέλεις». Ο βασιλιάς, απορώντας και με ταπεινή φωνή, αποκρίθηκε: «Εγώ έχω παλάτι στους ουρανούς; Από πού και από ποια μου καλοσύνη;» «Ναι», του αποκρίθηκε ο αδελφός του,
«παλάτι εκεί, το οποίο έκτισε ο ξένος που βρίσκεται στη φυλακή και του οποίου την ωραιότητα είδα καθώς αρπάγηκα από άγγελο Κυρίου». Τότε κατάλαβε ο άρχοντας, απέφυγε όμως να εκπληρώσει την υπόσχεσή του, λέγοντας ότι το ζήτημα αυτό δεν είναι στην εξουσία του, αλλά υπόθεση των Ουρανών και ότι ο τεχνίτης τέτοιων παλατιών βρισκόταν εκεί και μπορούσε να τον πάρει για να κατασκευάσει και γι' αυτόν λαμπρότερο παλάτι. Αφού είπε αυτά, έβγαλε από τη φυλακή τον Απόστολο, έπεσε στα πόδια του και του ζητούσε συγνώμη για το προηγούμενό του σφάλμα. Ο δε Θωμάς ευχαρίστησε τον Κύριο και τους βάπτισε με όλους τους άρχοντες. Βλέποντας δε ο λαός ότι οι άρχοντές του βαπτίστηκαν,
και αυτοί καθημερινά στην ευσέβεια. Κατόπιν ο θείος Θωμάς πήγε σε άλλη περιοχή των Ινδιών, όπου με ταπείνωση και άλλες αρετές στολισμένος, κάνοντας δε και διάφορα θαύματα, τους έφερε στην επίγνωση του αληθινού Θεού. Οι βάρβαροι εκείνοι δέχονταν στις ψυχές τους τον σπόρο της πίστεως και γίνονταν δούλοι Χριστού με το Άγιο Βάπτισμα.
Αυτών ήταν και η γυναίκα του βασιλέα Μυσδίου, η οποία ονομαζόταν Μυγδονία, και άλλη ευγενής γυναίκα που ονομαζόταν Τερτιανή. Όμως ο βασιλέας δεν πίστεψε και τον φυλάκισε. Κατά το μεσονύκτιο πήγαν οι χριστιανοί στη φυλακή εκείνη, την οποία άνοιξε ο Απόστολος με την προσευχή του, και τους δίδασκε να μένουν αμετακίνητοι στην πίστη, να μη δειλιάσουν πρόσκαιρο θάνατο για να βρουν ζωή αιώνιο. Αφού λοιπόν νουθέτησε και κατήχησε τους αβάπτιστους, ο Απόστολος βγήκε από τη φυλακή και πήγε σε ένα σπίτι όπου τους βάπτισε, στη συνέχεια δε τέλεσε τη Θεία Λειτουργία και τους κοινώνησε.
Κατόπιν επέστρεψε στη φυλακή, κλείστηκε όπως και προηγουμένως και προείπε το επικείμενο τέλος της επίγειας ζωής του. Την επομένη λίγοι στρατιώτες, κατά διαταγή του άρχοντα, τον οδήγησαν έξω από την πόλη πάνω σε ένα βουνό όπου τον λόγχευσαν με τα ακόντια τους. Έτσι ο μακάριος Θωμάς τελείωσε το δρόμο της εδώ παροικίας του στην πόλη Μελιαπούρ ή Μαλιαπούρ ανατολικής πλευράς της Ινδικής Χερσονήσου, η οποία μέχρι σήμερα ονομάζεται Άγιος Θωμάς. Οι πιστοί τύλιξαν το Άγιο Λείψανο με πολύτιμα υφάσματα και το έθαψαν στον τόπο που έθαβαν τους βασιλείς. Μετά από καιρό δαιμονίστηκε ο γιος του Μυσδίου και, καθώς δεν βρισκόταν γιατριά, πήγε ο βασιλέας στον τάφο του Αποστόλου για να πάρει μέρος του Αγίου Λειψάνου και να το βάλει στο γιο του για να θεραπευτεί. Όταν άνοιξε τον τάφο δεν βρήκε το Λείψανο, διότι κάποιος χριστιανός το πήρε κρυφά και το πήγε στη Δύση. Ο Θωμάς φάνηκε στο βασιλέα και του είπε: «Όταν ζούσα απίστησες και τώρα πιστεύεις; Αλλά για να δεις του Δεσπότου μου τη φιλανθρωπία, πάρε χώμα από τον τάφο μου,
βάλ' το στο γιο σου και θα λάβει αμέσως την υγεία του, διότι εγώ δεν είμαι μνησίκακος». Τότε ο βασιλέας έφερε εκεί το γιο του και, παίρνοντας λίγο χώμα με πολλή πίστη, το έβαλε στον δαιμονισμένο λέγοντας: «Πιστεύω εις τον Κύριό μου Ιησού Χριστό, τον Αληθινό Θεό». Αμέσως δε θεραπεύτηκε ο γιος του, μετά βαπτίστηκε αυτός και όλο του το παλάτι καθώς και οι υπόλοιποι της πόλεως. Έγινε δε μεγάλο πανηγύρι παντού σε εκείνα τα μέρη.
Ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, η αυτοπεποίθηση, η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και τις δυνάμεις μας θεωρείται σαν κάτι το πολύ θετικό, γι' αυτό τόσο οι παιδαγωγοί όσο και οι ψυχολόγοι που δεν θέλουν να έχουν πολλή σχέση με το Θεό προσπαθούν να το εμπνεύσουν ή και να το καλλιεργήσουν σε μικρούς και μεγάλους. Φαίνεται δε ότι και αρκετοί χριστιανοί παρασύρονται από αυτό το πνεύμα. Όμως δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι αυτή η αυτοπεποίθηση είναι καθαρή υπερηφάνεια, η οποία μας αποκόπτει από το Θεό. Όταν κανείς έχει πεποίθηση στον εαυτό του, δεν έχει πεποίθηση στο Θεό. Αντίθετα, ο χριστιανός δεν
έχει καμιά πεποίθηση στον εαυτό του, αλλά πλήρη πεποίθηση στο Θεό. Φαίνεται ότι τέτοια αυτοπεποίθηση είχε πριν από την Πεντηκοστή και ο μαθητής Θωμάς. Και αυτό μπορεί κανείς να διακρίνει και στα λόγια του «Ας πάμε κι εμείς να πεθάνουμε μαζί του» και στο «Εάν μη είδω, ου μη πιστεύσω». Φαίνεται όμως ότι μετά την Πεντηκοστή πολύ αγάπησε και πολύ καλλιέργησε την ταπείνωση, ώστε ως δούλος να πουληθεί και ως δούλος να ζήσει, και έπαυσε να στηρίζεται στις δυνάμεις του αλλά αφέθηκε εντελώς στο σχέδιο, στην πρόνοια και την προστασία του Θεού. Το σημερινό συναξάρι νομίζουμε ότι μεταξύ των άλλων αυτό το μήνυμα μας δίνει: εαυτούς και αλλήλους,
πάσαν τη ζωήν ημών, Χριστώ το Θεό παραθώμεθα.
Αγγλική μετάφρασηEN · 21 παράγραφοι
Today, October 6, our Church commemorates the Holy Apostle Thomas, Saint Erotis the Martyr, Saint Kendeas, and Saint Makarios the New Monastic Martyr.
Jesus Christ was bodily present on earth for our salvation. At that time, blessed Thomas lived in Judea. His parents were poor, but he had great reverence for the Law of Moses and had studied it carefully since his youth. He was a fisherman and earned what living he could from his trade.
When Christ called him, he did not delay. He followed Him at once and with joy, and so blessed Thomas became one of the twelve Apostles. He was an eager disciple, a faithful servant, and a worthy steward of apostolic grace. Filled with divine power and enriched with the divine uncreated energies manifested in miracles, he was granted the grace to become a companion of the divine
God incarnate and to walk beside Him. He often labored and suffered with Him, enduring many unjust persecutions. At times the ungrateful Jews drove him away; at others they stoned him. When they sought to kill their Savior and Benefactor, this faithful servant, grateful to his Master, said to his fellow disciples, “Let us go and die with Him. It is better to be crucified with our Master than to live without Him.” After the Lord rose, He appeared to His friends and disciples, confirming His victory over Hades. They were hiding in the upper room for fear of the Jews. Their Master entered without opening the doors, for
where God wills, the order of nature yields. He stood among them. The other disciples rejoiced because they had seen the Lord with their own eyes. By God's providence, Thomas was absent, so that, after examining what had happened, he might become a radiant and exact witness to the Resurrection. When Thomas came and the others told him they had seen the Lord, he said he would not believe unless he touched Him. Eight days later, as the Holy Gospel tells us, the disciples were inside again, this time with Thomas. Jesus came though the doors were shut and stood among them. He gave them His peace and said to Thomas, “Put your finger here;
look at My hands and My side. Do not be unbelieving, but believe.” Thomas answered, “My Lord and my God,” confessing Him as God and Lord. Some time later, the Apostles were fishing on the Sea of Galilee, as they had done before. Christ appeared on the shore and told them to cast the net on the right side of the boat. They did, and caught a great many fish. Thomas was with the Apostles, working alongside them in faithful obedience. On the day of Pentecost, this great Apostle received the grace of the All-Holy Spirit with the others. Strengthened by power from on high, he went out to preach the message of salvation,
following his Master's command: “Go into all the world and preach the Gospel to all creation.” The Holy Spirit appointed each of the Holy Apostles to preach in a particular land. Thomas was assigned the Parthians, Persians, Medes, and Indians. The Indians at that time were very harsh and worshiped idols. Seeing that he had been sent to such a fierce people, blessed Thomas was troubled and grieved over his bodily weakness. As he wondered what to do, Christ appeared to him one night and said, “Do not be afraid, Thomas. Go to India and preach the Gospel, and My grace will be with you.”
Around that time, a merchant from India named Abbanes was in Jerusalem. King Gundaphorus had sent him to find a skilled builder to construct a palace.
The Lord appeared to Abbanes in human form and asked, “Would you like to buy a servant of mine who is a builder?” Abbanes said yes. The Lord showed him Thomas, and they agreed on a price of three pounds of silver, recording the sale in a written agreement. The Apostle accepted it as a true and grateful servant of Christ.
So Thomas went with Abbanes and served him as his servant. The following night, the Lord appeared again and gave Thomas the silver He had received, saying, “Take the price paid for you, and take My grace with you.” They then sailed to India. There Thomas met King Gundaphorus, who, after speaking with him, entrusted him with building a palace in a beautiful place in the countryside. The king gave him gold, silver, plenty of food, and other supplies for the work, then left for another city. The Apostle went to the building site and secretly distributed all the money and supplies to the poor. In this way he built a palace not made by human hands in the Kingdom of Heaven. Every day the Apostle taught the true faith and worked great miracles,
which the idol worshipers saw. Many believed, became Christians, and were baptized in the name of the Holy Trinity. After some time, the king asked the Apostle whether the palace was finished. Thomas replied that he needed more funds to make the roof magnificent, since that was the only part still unfinished. Thinking the work was going according to his plans, the king gladly sent him much more gold. The Apostle received it and prayed, “I thank You, loving Lord, for the many ways You provide for each person's salvation.” Then, as before, he gave it to the poor.
A long time passed, and the king learned what had happened from people in the place where Thomas was living and carrying out his apostolic work. He became furious and ordered Thomas imprisoned. While the Apostle was in prison, the king's brother fell gravely ill and died. An angel took his soul and showed him the beautiful dwellings of the righteous, asking which one he would like to live in. He pointed to a particularly splendid dwelling and begged the angel to let him stay there. But the angel said, “You cannot live there. It belongs to your brother. Thomas, the stranger, built it for him.”
The soul replied, “Please let me return to my brother and buy it from him for a small price. Then I will come back.” The angel returned his soul to his dead body. Coming to himself as though waking from a stupor, the man asked for his brother. When the king arrived, he said, “Brother, I ask one small favor. Please do not refuse me.” The king assured him he would do what he could, and his brother continued, “Give me the palace you have in heaven, and take whatever price you wish.” Astonished, the king answered quietly, “I have a palace in heaven? How could I? What good deed of mine earned it?” “Yes,” his brother replied,
“you have a palace there. The stranger in prison built it, and I saw its beauty when an angel of the Lord took me away.” Then the king understood. But he avoided fulfilling his promise, saying that the matter was beyond his power and belonged to heaven. The builder of such palaces was there, he said, and his brother could take him to build an even more splendid palace for himself. With that, the king released the Apostle from prison, fell at his feet, and asked forgiveness for his earlier wrong. Thomas thanked the Lord and baptized the king, his brother, and all their nobles. When the people saw that their rulers had been baptized,
they too grew in the faith day by day. Then blessed Thomas went to another region of India. Adorned with humility and other virtues, and working many miracles, he brought its people to knowledge of the true God. They received the seed of faith in their souls and became servants of Christ through Holy Baptism.
Among them were Mygdonia, the wife of King Mysdaios, and another noblewoman named Tertiana. But the king did not believe and had Thomas imprisoned. At midnight the Christians came to the prison. The Apostle opened it through his prayer and taught them to remain firm in the faith and not to fear a brief earthly death, so that they might find eternal life. After instructing them and teaching those who had not yet been baptized, he left the prison and went to a house. There he baptized them, celebrated the Divine Liturgy, and gave them Holy Communion.
Then he returned to the prison, shut himself in as before, and foretold that his earthly life was nearing its end. The next day, on the king's orders, a few soldiers led him out of the city to a mountain and pierced him with their spears. Thus blessed Thomas finished his earthly pilgrimage near Mylapore, on the eastern coast of the Indian peninsula, a place also called Saint Thomas. The faithful wrapped his relics in precious cloth and buried them where kings were buried. Some time later, Mysdaios's son was possessed by a demon. Unable to find a cure, the king went to the Apostle's tomb, hoping to take a portion of his relics and place it on his son to heal him. When he opened the tomb, he found no relics, for a Christian had secretly taken them westward. Thomas appeared to the king and said, “You did not believe while I was alive, and now you believe? But to see the love of my Master for humankind, take some earth from my tomb,
place it on your son, and he will be healed at once, for I hold no grudge.” The king brought his son there. With great faith he took a little earth, placed it on the afflicted young man, and said, “I believe in my Lord Jesus Christ, the true God.” His son was healed at once. Then the king, everyone in his household, and the rest of the city were baptized. There was great rejoicing throughout the region.
Perhaps more than in any other age, self-confidence and trust in our own abilities are seen as something very positive. That is why educators and psychologists who want little to do with God try to instill and cultivate it in young and old alike. Quite a few Christians, too, seem to be drawn along by this way of thinking. Yet it is not hard to see that such self-confidence is plain pride, which cuts us off from God. Whoever puts confidence in himself does not put his confidence in God. A Christian, by contrast,
puts no confidence in himself, but trusts completely in God. It seems that before Pentecost the disciple Thomas also had this kind of self-confidence. We can discern it in his words, “Let us go and die with Him,” and, “Unless I see, I will not believe.” After Pentecost, however, he came to love and cultivate humility so deeply that he let himself be sold as a servant and lived as one. He ceased relying on his own strength and entrusted himself entirely to God's plan, providence, and protection. We believe that, among other things, today's account of the saints gives us this message: let us entrust ourselves and one another,
Let us commend our whole life to Christ our God.
Στοιχεία πηγής
Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.
10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\06 10.mp3
Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.
Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.