Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Απόστολος Ιάκωβος, Άγιος Δονάτος και Αγία Αργύρα

Ο Ιάκωβος ο Μείζων, γιος του Ζεβεδαίου και αδελφός του Ιωάννη, κλήθηκε από τον Χριστό ενώ διόρθωνε αλιευτικά δίκτυα. Ο Ιάκωβος συμμετείχε με τον Πέτρο και τον Ιωάννη στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, στη Μεταμόρφωση και στην προσευχή του Χριστού στη Γεθσημανή.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων30 Απριλίου14:26Περισσότεροι άγιοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Ιάκωβος ο Μείζων, γιος του Ζεβεδαίου και αδελφός του Ιωάννη, κλήθηκε από τον Χριστό ενώ διόρθωνε αλιευτικά δίκτυα.
  • Ο Ιάκωβος συμμετείχε με τον Πέτρο και τον Ιωάννη στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, στη Μεταμόρφωση και στην προσευχή του Χριστού στη Γεθσημανή.
  • Αφού η Σαλώμη ζήτησε θέσεις τιμής για τους γιους της, ο Χριστός προανήγγειλε ότι εκείνοι θα μετάσχουν στα πάθη Του.
  • Ο Ηρώδης Αγρίππας θανάτωσε τον Ιάκωβο με το ξίφος, και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης μνημονεύονται ως Βοανηργές, οι Υιοί της Βροντής.
  • Ο Άγιος Δονάτος, Επίσκοπος Ευρίας, φρόντιζε τους φτωχούς και μνημονεύεται για θεραπείες και άλλα θαύματα μέσω προσευχής.
  • Η Αγία Αργύρα της Προύσας υπέμεινε ψευδείς κατηγορίες, επαναλαμβανόμενους ξυλοδαρμούς και δεκαεπτά χρόνια φυλάκισης, παραμένοντας πιστή στον Χριστό.
  • Η Αργύρα πέθανε στη φυλακή το 1725· τα λείψανά της βρέθηκαν αργότερα άφθαρτα και ευώδη και τοποθετήθηκαν στον ναό της Αγίας Παρασκευής.
  • Η ομιλία αναστοχάζεται την επιλογή της Αργύρας να παραμείνει φυλακισμένη, διδάσκοντας ότι ο πόνος που υπομένεται με πίστη μπορεί να γίνει οδός θεραπείας και θεϊκής παρηγοριάς.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 15 παράγραφοι

Συναντούμε δύο Ιακώβους Αποστόλους. Από αυτούς, ο Ιάκωβος, ο οποίος προς διάκριση λέγεται Μείζων ή Πρεσβύτερος, ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης, αδελφός του Ευαγγελιστού και Θεολόγου Ιωάννου, από την πόλη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας. Ο Χριστός τον βρήκε κοντά στη λίμνη της Τιβεριάδος, στο πλοίο του πατέρα του, να διορθώνει τα αλιευτικά δίκτυα και τον κάλεσε μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη, αφού λίγο προηγουμένως είχε καλέσει και τους άλλους αδελφούς, τους γιους του Ιωνά, Ανδρέα και Πέτρο. Οι τότε κλήσεις τους ήταν οι οριστικές, διότι και προηγουμένως τον είχαν ακολουθήσει μετά την επιστροφή του από την έρημο, μετά τη βάπτισή του.

Τον μαρτύρησε ως Μεσσία ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Καθώς βλέπουμε σε διάφορες περιστάσεις, οι οποίες εξιστορούνται στα Ιερά Ευαγγέλια, ο Ιάκωβος, όπως ο Πέτρος και ο Ιωάννης, απολάμβανε κάποια ιδιάζουσα προσοχή και εκτίμηση από τον Κύριό μας. Έτσι συμπαρίσταται και αυτός στην Ανάσταση της κόρης του Ιαΐρου από τον Χριστό. Ακόμη πάνω στο όρος Θαβώρ κατά τη μεταμόρφωση του Σωτήρος. Συμπαραλαμβάνεται δε και κατά τη νύχτα της Προδοσίας, στην ερημική θέση της Γεθσημανή, όταν ο Κύριός μας προσευχήθηκε και αιματηροί θρόμβοι έβρεξαν την Αγία του Κεφαλή. Κατά την εσπέρα της Μεγάλης Δευτέρας, τέσσερις από τους μαθητές, ο Πέτρος, ο Ανδρέας,

Ιωάννης και ο Ιάκωβος, βλέποντας το ναό από το όρος των Ελαιών, ρώτησαν τον Κύριο για το χρόνο της καταστροφής του. Η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωάννου, Σαλώμη, ενθαρρυνόμενη από τα δείγματα της εύνοιας του Ιησού προς τους γιους της, είχε ζητήσει ικετευτικά από Αυτόν το να καθίσουν κατά την ημέρα της δόξας Του και τα δυο τα παιδιά της, το μεν ένα από τα δεξιά, το δε άλλο από τα αριστερά. Σ' αυτά, εκείνος ως γνωστό, μεταξύ άλλων δήλωσε ότι θα έρθει ώρα κατά την οποία θα πιουν το ποτήρι του και θα βαπτιστούν το βάπτισμά του, εννοώντας ότι οι διωγμοί και το μαρτύριο δεν θα έλειπαν από τη ζωή τους. Η προφητεία εκπληρώθηκε όσον αφορά τον Ιάκωβο κατά το έτος 49 μετά Χριστόν.

Ο Απόστολος αυτός έμενε στα Ιεροσόλυμα, κηρύττοντας και στηρίζοντας την εκεί Εκκλησία, κατά της οποίας, για να ευχαριστήσει το ιουδαϊκό πάθος, επέβαλε χέρι διώκτου και φονιά ο Ηρώδης ο Αγρίππας. Συνέλαβε λοιπόν μερικούς από τους πιο έγκριτους χριστιανούς, μεταξύ των οποίων και τον Ιάκωβο αυτό, τον οποίο και φόνευσε με μάχαιρα. Αλλά το αίμα του Αποστόλου που χύθηκε βοούσε και δεν βράδυνε να επέλθει τιμωρία. Το επόμενο έτος, καθώς βρισκόταν ο ηγεμόνας στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, κάθισε στο βήμα με τη βασιλική του εσθήτα και δημηγορούσε προς τους αντιπροσώπους της Τύρου και της Σιδώνος. Και το ακροατήριο φώναζε: «Θεού φωνή και ουκ ανθρώπου», αλλά η δικαιοσύνη του Θεού

ακριβώς τότε έσπευσε να καταδείξει ότι ήταν άνθρωπος και ο οικτρότερος από τους ανθρώπους, διότι πατάχθηκε άνωθεν και απέθανε σκωληκόβρωτος. Στους Αγίους Αποστόλους Ιάκωβο και Ιωάννη δόθηκε η προσωνυμία «Βοανεργές», δηλαδή «Υιοί Βροντής». Κατ' άλλους μεν για τη δύναμη του κηρύγματός τους, κατ' άλλους δε για τη σφοδρότητα της οργής τους εναντίον κάποιας κωμοπόλεως των Σαμαριτών, η οποία αρνήθηκε να δεχθεί τον Ιησού καθώς ήταν Ιουδαίος.

Δονάτος, του οποίου η μνήμη επίσης σήμερα επιτελείται, άκμασε κατά τους χρόνους του Θεοδοσίου του Μεγάλου, διέλαμψε δε ως Επίσκοπος Ευρίας, η οποία βρισκόταν στην Ήπειρο. Παροιμιώδης στάθηκε η για τους πτωχούς μέριμνα και η αυταπάρνηση με την οποία προκινδύνευε για το ποίμνιό του. Υπήρξε δε και άνθρωπος προσευχής και κατανύξεως, και ο Θεός του χάρισε τη δύναμη να θαυματουργεί. Έτσι κάποτε απάλλαξε με τις προσευχές του το Σούλι από κάποιο πολύ μεγάλο δράκοντα, ο οποίος αποτελούσε το φόβητρο και τη μάστιγα των κατοίκων. Ακόμη, όταν κάποτε πήγε στην Κωνσταντινούπολη, αξιώθηκε να λάβει μεγάλες τιμές και πλουσιότατα δώρα από τον Αυτοκράτορα, διότι και την κόρη του,

η οποία έπασχε από σεληνιασμό, τη θεράπευσε με την προσευχή του και, καθώς κάποτε ο Ηλίας, έτσι και αυτός με τη δέησή του έλυσε την ανομβρία που μάστιζε την πρωτεύουσα και τα προάστια, στα οποία έπεσε άφθονη βροχή. Όταν επανήλθε στην επαρχία του, εξακολούθησε με τον ίδιο ζήλο το ποιμαντικό του έργο. Έκτισε δε με βασιλικά χρήματα ναό, τον οποίο και λαμπρώς κόσμησε, απέθανε δε εν Κυρίω σε γήρας βαθύ.

Η σήμερα εορταζομένη πάνχρυσος μάρτυς του Χριστού Αργυρή καταγόταν από την Προύσα, στην οποία και γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς. Ήταν δε ωραία κατά την όψη και φοβουμένη τον Θεό. Αυτή λοιπόν η μακαρία παντρεύθηκε. Ενώ δε ακόμη ήταν νεόνυμφη, αγαπήθηκε από κάποιον Τούρκο γείτονά της, ο οποίος θέλοντας να τη φέρει στην κακή του γνώμη και καθώς δεν μπόρεσε, ψευδομαρτύρησε εναντίον της στον Κριτή της Προύσας ότι τάχα είπε να γίνει Τούρκισσα. Τότε ο Κριτής φυλάκισε αμέσως την Αγία. Ο δε σύζυγός της θεώρησε καλύτερο να μεταφέρει τη δίκη στην Κωνσταντινούπολη. Ήρθε λοιπόν εκεί και ο εχθρός της Αγίας και ψευδομαρτυρούσε εναντίον της, ισχυριζόμενος μπροστά στον Κριτή την ίδια κατά της μάρτυρος κατηγορία.

Η δε μάρτυς αποκρίθηκε ότι δεν γνώριζε να είχε πει ποτέ τέτοιο λόγο, αρνουμένη την πίστη της, και ότι είναι χριστιανή και χριστιανή θέλει να αποθάνει. Γι' αυτό με προσταγή του Κριτού, αφού έδειραν την Αγία, την έκλεισαν στη φυλακή. Έπειτα την οδήγησαν σε δεύτερη εξέταση και πάλι την έδερναν και την τιμωρούσαν και ύστερα πάλι την έκλειναν στη φυλακή. Αυτό δε γινόταν συνέχεια. Θαυμαστή η γενναιότητά της επί 17 ολόκληρα χρόνια. Αλλά και μέσα στη φυλακή βρισκομένη η Αγία πάντοτε ενοχλούνταν και υβριζόταν από τις γυναίκες των Τούρκων, οι οποίες ήταν φυλακισμένες μαζί της για κάποιες κακές τους πράξεις. Παρακινούσε αυτές ο διάβολος να ενοχλούν την Αγία για περισσότερη θλίψη και μεγαλύτερη βάσανο.

Τα δε αυτά τα υπέμεινε η αοίδιμη με μεγάλη γενναιοψυχία για την αγάπη και τον πόθο τον οποίο είχε προς τον νυμφίο της Χριστό. Μήπως όμως ήταν μόνο αυτά; Ακόμη και αυτή η ίδια κατατυραννούσε από τον εαυτό της το σώμα της με νηστείες και με κάθε άλλη ταλαιπωρία και κακοπάθεια, καθώς μαρτύρησαν πολλές χριστιανές γυναίκες, οι οποίες ήταν στην ίδια με την Αγία φυλακή. Τόση δε χαρά και ευχαρίστηση αισθανόταν η καρδιά της Μακαρίας Αργυρής, διότι ήταν φυλακισμένη για το Χριστό, και τόσο μεγάλη ανάπαυση νόμιζε την ταλαιπωρία, ώστε όταν της μήνυσε ο ευλαβέστατος χριστιανός Μανώλης ο Κιουτζίμπασης να την ελευθερώσει, εκείνη δεν δέχθηκε, δεχομένη τη φυλακή σαν βασιλικό ανάκτορο. Μέχρι που φυλακισμένη και δέσμια για το Χριστό,

τελείωσε τη ζωή της το 1725 και έλαβε του μαρτυρίου τον αμαράντινο στέφανο. Τότε, αφού παρέλαβαν οι χριστιανοί το άγιο της λείψανο, το ενταφίασαν στον τόπο τον καλούμενο Χάς Κιοή, μετά δε τρεις χρόνους έκαναν ανακομιδή και ιδού θαύματος: το άγιο της λείψανο βρέθηκε σώο και ακέραιο, ευωδιάζοντας με άρρητη ευωδία. Τότε, αφού το πήραν με μεγάλη ευλάβεια οι ιερείς και οι χριστιανοί, το απέθεσαν μέσα στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, με την άδεια του τότε Παναγιωτάτου Πατριάρχου Παϊσίου.

Και σήμερα υπάρχει εκεί το άγιο αυτής λείψανο και προσκυνείται από Πατριάρχες, Αρχιερείς, Προεστώτες και από όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος.

Το οποίο κάνει εντύπωση στο συναξάρι της σήμερα εορταζομένης νεομάρτυρος Αργυρής είναι το ότι, ενώ της δόθηκε η ευκαιρία να βγει από τη φυλακή, να απαλλαγεί από τον πειρασμό, να γλιτώσει από τα βάσανά της, αυτή θέλησε να παραμείνει εκεί, να συνεχίσει την άρση του σταυρού της. Παράδοξη η συμπεριφορά αυτή, παράδοξη και ακατανόητη για μας που αντίθετα προσπαθούμε με κάθε τρόπο να αποφύγουμε τον κόπο, τον πόνο, τα βάσανα, όλα αυτά τα οποία χαρακτηρίζονται ως ακούσιοι πειρασμοί. Βέβαια, ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για να πονά και να υποφέρει. Είναι πλασμένος για τη μακαριότητα της ζωής του Θεού και σε αυτή θα έμενε αν δεν αμάρτανε.

Με την αμαρτία και μετά την πτώση, αφενός έχει μπει στην κοιλάδα αυτή της ταλαιπωρίας και του πόνου, αφετέρου η ταλαιπωρία και ο πόνος, όταν βιώνονται κατά Θεόν, αποτελούν μέσα θεραπείας του αμαρτωλού ανθρώπου και οδηγούν στην ευρυχωρία και την ανάπαυση του Παραδείσου. Η Αγία Αργυρή και γενικότερα οι Άγιοι έτσι νομίζουμε έβλεπαν και ζούσαν τους πειρασμούς, ως πρόξενους της θεϊκής παρηγοριάς. Γι' αυτό όχι μόνο σε αυτούς ανεκτοί αλλά και επιθυμητοί ήταν. Εάν και εμείς κάπως έτσι βλέπουμε και ζούμε αυτά που γενικώς θεωρούνται βάσανα, γλυκαίνουμε τη γεύση τους, μα προπαντός θα καθιστούμε επωφελείς πρόξενους

θεϊκών ευλογιών.

Αγγλική μετάφρασηEN · 15 παράγραφοι

We encounter two Apostles named James. One of them, called James the Greater or the Elder to distinguish him, was the son of Zebedee and Salome and the brother of John the Evangelist and Theologian. He came from Bethsaida in Galilee. Christ found him by the Sea of Tiberias, in his father’s boat, mending the fishing nets. He called James and his brother John, having called the other brothers, Andrew and Peter, the sons of Jonah, shortly before. These calls were final, for they had followed Him earlier, after His return from the wilderness following His baptism.

John the Baptist had testified that He was the Messiah. As we see on various occasions recounted in the Holy Gospels, James, like Peter and John, received special attention and regard from our Lord. He was there when Christ raised Jairus’s daughter, and on Mount Tabor at the Transfiguration of the Savior. He was also taken along on the night of the Betrayal, to the secluded place of Gethsemane, where our Lord prayed and drops of blood fell from His holy head. On the evening of Great Monday, four of the disciples—Peter, Andrew,

John, and James—looked at the Temple from the Mount of Olives and asked the Lord when it would be destroyed. Salome, the mother of James and John, encouraged by the favor Jesus had shown her sons, had pleaded with Him to let one sit at His right hand and the other at His left when He came in glory. In reply, among other things, He told them that the time would come when they would drink His cup and be baptized with His baptism. He meant that persecution and martyrdom would be part of their lives. As for James, the prophecy was fulfilled in the year AD 49.

This Apostle remained in Jerusalem, preaching and strengthening the Church there. Herod Agrippa, seeking to please those among the Jews who were hostile to the Church, turned against it as a persecutor and murderer. He arrested several of the leading Christians, including James, whom he killed with the sword. But the Apostle’s shed blood cried out, and punishment was swift. The following year, while the ruler was in Caesarea of Palestine, he took his seat on the throne in his royal robes and addressed representatives of Tyre and Sidon. The crowd cried out, “The voice of a god, and not of a man!” But God’s justice

at that very moment showed that he was a man, and one brought to a most wretched end: he was struck down from above and died eaten by worms. The holy Apostles James and John were given the name “Boanerges,” meaning “Sons of Thunder.” Some say this was because of the power of their preaching; others say it was because of their fierce anger toward a Samaritan town that refused to receive Jesus because He was a Jew.

Donatus, whom we also commemorate today, lived in the time of Theodosius the Great and shone as bishop of Euria in Epirus. His care for the poor became proverbial, as did the selflessness with which he risked his life for his flock. He was also a man of prayer and katanyxis, of deep compunction, and God granted him the power to work miracles. Once, through his prayers, he delivered Souli from a great dragon that had terrorized and afflicted its people. On another occasion he went to Constantinople, where he was counted worthy to receive great honors and generous gifts from the emperor, for he had healed the emperor’s daughter,

who suffered from seizures, through his prayer. And just as Elijah had once done, he prayed and brought an end to the drought afflicting the capital and its suburbs, where abundant rain then fell. When he returned to his diocese, he continued his pastoral work with the same zeal. With funds from the emperor, he built a church and adorned it splendidly. He died in the Lord at a very advanced age.

Argyra, the radiant martyr of Christ whom we celebrate today, came from Prusa, where she was born to devout parents. She was beautiful and God-fearing. This blessed woman married, but while she was still a newlywed, a Turkish neighbor became attracted to her. He tried to draw her into his sinful intentions, and when he failed, he falsely accused her before the judge of Prusa, claiming that she had said she would become a Muslim. The judge immediately imprisoned Saint Argyra. Her husband thought it best to have the case transferred to Constantinople. Her accuser came there too and repeated the same false charge against the martyr before the judge.

The martyr replied that she had never said any such thing about renouncing her faith: she was a Christian, and she wished to die a Christian. At the judge’s order, they beat Saint Argyra and shut her in prison. Then they brought her out for another examination, beat and punished her again, and returned her to prison. This went on continually. Her courage through seventeen whole years was astonishing. Even in prison, Saint Argyra was constantly harassed and insulted by Turkish women imprisoned alongside her for their own wrongdoing. The devil stirred them up to torment her and add to her suffering.

She bore all this with great courage for the love and longing she had for Christ, her Bridegroom. And that was not all. She herself subjected her body to fasting and every other hardship, as many Christian women imprisoned with her testified. Blessed Argyra felt such joy in her heart because she was imprisoned for Christ, and found such rest in her hardships, that when the devout Christian Manolis Kioutzibasis sent word that he could free her, she refused. She received the prison as though it were a royal palace. And so, still imprisoned and bound for Christ,

she ended her life in 1725 and received the unfading crown of martyrdom. The Christians took her holy remains and buried them in a place called Has Kioi. Three years later they brought them up again, and behold the miracle: her holy remains were found whole and intact, giving off an indescribable fragrance. The priests and the Christians took them with great reverence and placed them in the Church of Saint Paraskevi, with the permission of His All-Holiness Patriarch Paisios, who held that office at the time.

Her holy relics remain there today and are venerated by Patriarchs, bishops, Church leaders, and all Orthodox Christians, to the glory of the Father, the Son, and the Holy Spirit.

What strikes us in the account of Saint Argyra, the new martyr we celebrate today, is that she had a chance to leave prison, escape the temptation, and be spared her suffering, yet she chose to remain and continue carrying her cross. Her choice seems strange, even incomprehensible, to us who try in every way to avoid toil, pain, and suffering—all the things known as involuntary temptations. Of course, human beings were not created to suffer. We were created for the blessedness of God’s life, and we would have remained in it if we had not sinned.

Through sin and after the Fall, we entered this valley of hardship and pain. Yet hardship and pain, when borne in a way pleasing to God, can heal the sinful person and lead to the spaciousness and rest of Paradise. We believe this is how Saint Argyra and the saints in general saw and lived through their trials: as occasions of divine consolation. That is why they found them bearable, even desirable. If we too see and live through what we call suffering in something like this way, its bitterness will grow less, and, above all, we will make these trials fruitful means

of divine blessings.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

04 ΑΠΡΙΛΙΟΥ\30 04 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα