Theophonia the divine voice
Βίοι Αγίων και Εορτές

Ανδρέας της Κρήτης, οι Ιερές Εικόνες και ο θεάρεστος ζήλος

Ο Ανδρέας της Κρήτης ασπάστηκε την ασκητική ζωή και έμεινε πιστός στην ορθόδοξη διδασκαλία από τη νεότητά του. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε' ο Κοπρώνυμος απαγόρευσε την τιμή των ιερών εικόνων και καταδίωξε όσους παραβίαζαν το διάταγμά του.

Ελληνικός ήχος · Ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση

Βίοι Αγίων17 Οκτωβρίου17:47Ένας κύριος άγιος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμοι υπότιτλοι για αυτή τη διάλεξη.
Ορθόδοξη εικόνα των Αγίων Πάντων γύρω από τον Χριστό
0:00 0:00
100%
Γλώσσα ήχου English audio has not been produced. The English translation is available below.
Υπότιτλοι Οι αγγλικοί υπότιτλοι δεν είναι διαθέσιμοι για αυτή τη διάλεξη.
Άνοιγμα του αρχείου ήχου Αρχείου

Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.

Η ελληνική ηχογράφηση είναι το πρωτότυπο, με την ψαλμωδία και τη χρονική ακολουθία του αρχείου. Διατίθενται ελληνικό κείμενο και αγγλική μετάφραση.

Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown Russian iconographer · Public domain

Το ανάγνωσμα

Περίληψη

  • Ο Ανδρέας της Κρήτης ασπάστηκε την ασκητική ζωή και έμεινε πιστός στην ορθόδοξη διδασκαλία από τη νεότητά του.
  • Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε' ο Κοπρώνυμος απαγόρευσε την τιμή των ιερών εικόνων και καταδίωξε όσους παραβίαζαν το διάταγμά του.
  • Ο Ανδρέας ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, αντιμετώπισε τον αυτοκράτορα και δίδαξε ότι η τιμή που αποδίδεται σε μια εικόνα μεταβιβάζεται στο πρόσωπο που απεικονίζεται.
  • Υπέμεινε ξυλοδαρμούς και φυλάκιση, ενθάρρυνε τους συνδέσμιους του να μείνουν πιστοί και προσευχήθηκε για τους βασανιστές του.
  • Μετά από περαιτέρω βασανιστήρια, πέθανε ενώ τον έσερναν στην πόλη, και το σώμα του εγκαταλείφθηκε.
  • Οι χριστιανοί ανέκτησαν τα λείψανά του αφού αναφέρθηκαν θεραπείες στον τόπο όπου βρισκόταν το σώμα του, και τον έθαψαν με τιμή.
  • Η ομιλία κλείνει παρουσιάζοντας τον θεάρεστο ζήλο του Ανδρέα ως παράδειγμα και προτρέπει τους ακροατές να ξεπεράσουν την πνευματική χλιαρότητα.

Διαβάστε το κείμενο

Κείμενο

Το ελληνικό κείμενο και η αγγλική μετάφραση προέρχονται από την ελεγμένη απομαγνητοφώνηση της ηχογράφησης.

Ελληνικό κείμενοGR · 19 παράγραφοι

Ο οσιομάρτυς Ανδρέας γεννήθηκε στην Κρήτη και, έχοντας ζήλο από μικρό παιδί για την πατρική Ορθοδοξία, δεν πόθησε δόξα και πλούτο ή κάποια άλλη απόλαυση, αλλά έζησε τη σκληρή και επίπονη ζωή και τόσο αγάπησε την αρετή με όλη του την ψυχή, ώστε έμεινε από όλες τις ηδονές ελεύθερος. Κατενίκησε τους αόρατους εχθρούς και έγινε σε όλους υποτύπωση αρετής. Πολλούς κατέπεισε να καταφρονήσουν την παρούσα ζωή ως ευμάραντη και να τρέξουν προς την ουράνια ως αθάνατη. Έτσι λοιπόν ανατράφηκε ο Όσιος, φυλάττοντας ακριβώς από τη νεότητά του τα αποστολικά και πατρικά δόγματα, αλλά και όλη η οικουμένη κατατρυχόταν τότε στην ευσέβεια.

Τη γαλήνη όμως αυτή της Εκκλησίας μη υποφέροντας ο πονηρός και μισόκαλος εχθρός της αλήθειας, καθώς η ειδωλολατρία από πολύ καιρό είχε παύσει, ξεσήκωσε πάλι πόλεμο κατά των Ορθοδόξων, καταπείθοντας τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Κοπρώνυμο, ο οποίος βασίλευσε το έτος 741, να μην τους επιτρέπει να προσκυνούν τις Άγιες Εικόνες. Έστειλε λοιπόν παντού ο βασιλέας το δυσσεβές και ανόητό του πρόσταγμα, κατά το οποίο απαγορευόταν η προσκύνηση των τιμίων εικόνων και επιβάλλονταν αυστηρές τιμωρίες εναντίον εκείνων οι οποίοι θα τολμούσαν πλέον να προσκυνήσουν εικόνισμα, δηλαδή να δημεύεται η περιουσία τους και να θανατώνονται με φρικτό θάνατο.

Τις αυστηρές αυτές απειλές φοβούμενοι οι Ορθόδοξοι κατέφευγαν στα βουνά και τις σπηλιές, πολλοί δε κλείστηκαν στις φυλακές, όχι σαν φονιάδες ή κλέφτες, αλλά διότι ήταν άνθρωποι της αρετής και φίλοι του Παντοκράτορος Θεού. Όταν έμαθε αυτά ο ανδρειωμένος κατά την ψυχή Ανδρέας, πόθησε να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Άφησε λοιπόν την αγαπητή του πατρίδα, φίλους, συγγενείς και πράγματα και έτρεξε στην Κωνσταντινούπολη να πολεμήσει ως πολεμιστής ανδρειότατος. Δεν φοβήθηκε τα φοβερά βασανιστήρια, δεν δείλιασε τον θυμό των αρχόντων για τον Κύριο, αλλά φανερά κήρυξε την αλήθεια, λέγοντας ότι όποιος δεν προσκυνεί τις Άγιες Εικόνες είναι αιρετικός και αντίχριστος.

Παρακινούσε δε τους ακροατές του να μη φοβούνται τη θρασύτητα του βασιλέα ούτε τα σκληρά βασανιστήρια, αλλά να απονέμουν την οφειλόμενη και πρέπουσα τιμή στις Άγιες Εικόνες, οι οποίες είναι αντίτυπα των πρωτοτύπων, και όποιος τις υβρίζει ατιμάζει αυτόν που εικονίζεται σε αυτές. Ο βασιλέας βρισκόταν με τη συνηθισμένη του συνοδεία στα ανάκτορα του Αγίου Μάμαντος, τιμωρώντας με σκληρά βασανιστήρια και με μεγάλη αγριότητα τους Ορθοδόξους, και άλλους μεν τους ράβδιζε, άλλους τους έριχνε στη φωτιά, άλλων έβγαζε τους οφθαλμούς, άλλων δε έκοβε τα χέρια και τα πόδια. Βλέποντας αυτά ο Άγιος, πόνεσε η ψυχή του και με παρρησία είπε στον τύρανο:

«Βασιλέα, τιμωρείς τους Αγίους με τέτοια ωμότητα; Πώς να λυπάσαι τους Χριστωνύμους, αλλά τους βασανίζεις με τέτοια βασανιστήρια;» Ο δε άρχοντας, όταν άκουσε αυτά, διέταξε να τον συλλάβουν. Τον άρπαξαν και με βρισιές τον πήγαν στον βασιλέα, ο οποίος του είπε: «Γιατί ήρθες με τέτοια θρασύτητα και αγριότητα να με ελέγξεις κατά πρόσωπον;» Ο Άγιος του είπε: «Δεν ήλθα ούτε από αυθάδεια ούτε από αμάθεια, αλλά καθώς άκουσα την αντίχριστη πλάνη, ότι βιάζεις τους ευσεβείς να μην προσκυνούν τις Άγιες Εικόνες, δεν μπόρεσα να υπομένω την αδικία αυτή. Γι' αυτό άφησα την ωραιότατη πατρίδα μου, πέρασα τόση θάλασσα και ήλθα για την αγάπη του Χριστού και των Αγίων Εικόνων

να λυτρώσω εσάς από την πλάνη ή να θυσιάσω τη ζωή μου για τον Δεσπότη Χριστό». Είπε προς αυτόν ο τύρανος: «Τόσο μεγάλη γνώση έχεις εσύ και τόση φρόνηση, ώστε ήλθες από την Κρήτη για να μεταβάλεις τη γνώμη τόσων αρχόντων και αρχιερέων, οι οποίοι πείθονται σε μας, και να μας κάνεις να προσκυνούμε είδωλα και έργα χειρών; Αλλά ας αφήσουμε την πολυλογία και υποτάξου στο πρόσταγμά μου αμέσως, διαφορετικά θα σε κάνω να γνωρίσεις πόσο κακό είναι η απερισκεψία, η έπαρση και η αυθάδεια προς τους βασιλείς». Όταν άκουσε αυτά ο Άγιος, κοίταξε προς τον ουρανό και είπε: «Δεν θα σε αρνηθώ, Χριστέ Βασιλεύ, ούτε ποτέ θα ατιμάσω την εικόνα σου,

έστω κι αν ξεσκίσουν τα μέλη μου οι μισόχριστοι, κι αν βγάλουν τους οφθαλμούς μου, κι αν κόψουν τη γλώσσα μου». Του είπε ο τύρανος: «Γιατί έχεις τόση αγνωσία και παχύτητα νοός να περιγράφεις τον απερίγραπτον; Δεν άκουσες τον Μωυσή που νομοθέτησε να μην κάνει κανείς κανένα ομοίωμα του Θεού; Γιατί λοιπόν προσκυνείτε σαν ειδωλολάτρες, δυστυχείς και ανόητοι; Νομίζεις ότι οι τιμωρίες που θα σου δώσω θα είναι για μισθό και σωτηρία σου; Πλανάσαι, ταλαίπωρε, γιατί δεν βασανίζεσαι για την αλήθεια, αλλά για την παράλογη γνώμη σου και τιμωρείσαι δικαίως για την αυθάδειά σου». Ο δε Άγιος, μη υποφέροντας την εξύβριση της Αγίας Εικόνας, είπε στον τύρανο: «Έτσι νομίζεις ότι

δεν έχει μισθό όποιος τιμωρηθεί για την προσκύνηση των Αγίων Εικόνων; Η τιμή την οποία δίδουμε σε αυτές δεν διαβαίνει στο πρωτότυπο; Αλλά πώς εσείς τιμωρείτε με σκληρά βασανιστήρια όσους βρίσουν και ατιμάσουν τις στήλες και τις εικόνες σας, στις οποίες πρέπει καταφρόνηση, επειδή απ' έξω είναι χάλκωμα ή χρυσός και από μέσα είναι πίσσα και ξύλα και ύλες ευκαταφρόνητες; Εσείς ανάξιοι τιμάστε και θέλετε να προσκυνούμε τα αγάλματα και τις εικόνες σας, το να βρίζετε δε τις εικόνες του Χριστού και των Αγίων δεν σας φαίνεται αμάρτημα». Ο Άγιος θέλησε να του αποδείξει ότι και ο Μωυσής τύπωσε τα Σεραφείμ και να του εξηγήσει γιατί είπε ο Μωυσής να μην κάνουν οι Εβραίοι ομοίωμα Θεού.

Ο τύρανος θύμωσε, φώναξε οργισμένος να τον γυμνώσουν και να τον δέρνουν χωρίς έλεος. Έπειτα, βλέποντας ότι δεν δείλιασε καθόλου, αλλά περίμενε να λάβει τους ραβδισμούς με ανδρεία και γενναιότητα, κατάλαβε ότι δεν θα τον νικούσε με το κακό, γι' αυτό θέλησε να τον κολακεύσει. Εις μάτην όμως. Τότε πλέον ο τύρανος άφησε το πρόσχημα και διέταξε να μαστιγώσουν τον μάρτυρα με βούνευρα. Άρχισαν να τον δέρνουν με μεγάλη σκληρότητα και τον ξέσκισαν τόσο άσπλαχνα, ώστε έτρεχαν ποτάμι τα αίματα και η γη γινόταν κατακόκκινη. Άλλοι τον έβριζαν και τον κτυπούσαν με πέτρες. Μετά ο αυτοκράτορας πρόσταξε να συντρίψουν τα σαγόνια του μάρτυρος.

Ο δε, μιμούμενος τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, προσευχόταν για τους βασανιστές του. Αφού τέλειωσαν οι πρώτες εκείνες τιμωρίες, έβαλαν τον μάρτυρα στη φυλακή. Καθώς δε εκείνος βρήκε στη φυλακή και άλλους πολλούς χριστιανούς, τους δίδασκε να κρατούν με ανδρεία την ομολογία και να μην προδώσουν την ευσέβεια από τον φόβο των προσωρινών τιμωριών, για να λυτρωθούν από τις αιώνιες. Χαιρόταν δε και αυτός, όπως ο Μέγας Παύλος, γιατί αξιώθηκε να πάθει για τον Χριστό και τον ευχαριστούσε με όλη του την καρδιά. Οι υπόλοιποι δε φυλακισμένοι, ακούοντας αυτά, στερεώνονταν περισσότερο στην πίστη τους. Ήταν λοιπόν στη φυλακή το σώμα του μάρτυρος, η ψυχή του όμως φανταζόταν τα ουράνια

επιθυμούσε να λυτρωθεί το συντομότερο από το σώμα για να απολαύσει τον ποθούμενο στην εκεί μακαριότητα. Μετά από λίγες μέρες έφεραν και πάλι τον μάρτυρα στο κριτήριο. Προσπαθώντας δε με διάφορους τρόπους ο τύρανος δεν μπόρεσε να τον φέρει στην πλανεμένη του γνώμη, αλλά μάλιστα τον βρήκε και τολμηρότερο και στην αγάπη του Χριστού θερμότερο. Γι' αυτό πρόσταξε πάλι να τον γυμνώσουν και να τον δέρουν άσπλαχνα. Κοντά δε στις άλλες πληγές που του προκάλεσαν προηγουμένως, του ξέσχισαν και τις πλευρές χωρίς έλεος και του προξένησαν πόνο πολύ. Όμως της πίστεως τον θησαυρό δεν μπόρεσαν να του κλέψουν. Βλέποντας λοιπόν ο τύρανος εκείνος ότι άδικα βασανιζόταν, αυτός μεν δέρνοντας

ο δε αθλητής υπομένοντας, έδωσε την τελική απόφαση να τον δέσουν με σχοινιά από τα πόδια και να τον σέρνουν στην αγορά και σε κάθε άλλο τόπο της πόλεως μέχρι που να ξεψυχήσει και τότε να τον ρίξουν στον τόπο που έριχναν τους κακούργους για να τον φάνε τα θηρία και τα όρνεα. Καθώς λοιπόν τον έσερναν κατά τρόπο ατιμωτικό σε όλη την αγορά και κατακτυπούσε στις πέτρες το κεφάλι του, είδε τον Άγιο και κάποιος ψαράς. Όταν δε ρώτησε ποιο έγκλημα έκανε και έμαθε την αιτία, άρπαξε ένα μεγάλο μαχαίρι και έκοψε το ένα πόδι του μάρτυρος. Από τον αφόρητο πόνο που προκάλεσε το κόψιμο του ποδιού, ο Μακάριος παρέδωσε την Αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού.

Τέλειωσε τον δρόμο του ο μάρτυς. Τέτοιο ήταν το στάδιο των αγώνων του, τόσο μεγάλη η ανδρεία και τα παλαίσματά του. Και η μεν πανάμωμη ψυχή του ανήλθε προς τον ποθούμενον, το δε τίμιο και σεβάσμιο του λείψανο το έσυραν μέχρι που έφτασαν στον τόπο των κακούργων και το έριξαν εκεί. Κοιτόταν στον τόπο εκείνο πολλές μέρες για να γίνει βρώμα των θηρίων και των πετεινών, κατά το ρητό του προφήτου: «Έθεντο τα θνησιμαία των δούλων σου βρώματα τοις πετεινοίς του ουρανού, τας σάρκας των οσίων σου τοις θηρίοις της γης». Όμως ο φιλάνθρωπος Θεός δεν άφησε το σώμα του μάρτυρος να χαθεί, αλλά φανέρωσε στις φιλόθεες ψυχές τον θησαυρό εκείνο για να δοξάσει τον δούλο Του

να ωφελήσει τους πάσχοντες. Η αναγνώριση δε του Ιερού Λειψάνου έγινε ως εξής. Κατά τον καιρό εκείνο ήταν δώδεκα δαιμονιζόμενοι από διάφορους τόπους, καθένας από τους οποίους πήγαινε όπου τον διέτασσε το δαιμόνιο, άλλος στη μια πόλη και άλλος στην άλλη. Τότε μια μέρα μαζεύτηκαν όλοι μαζί και πήγαιναν στον τόπο των κακούργων, φωνάζοντας δε επικαλούνταν τον Άγιο. Μετά που ανέσυραν όλα τα σώματα των κακούργων τα οποία κείτονταν στον λάκκο, βρήκαν τέλος το Άγιο Λείψανο και το σήκωσαν με χαρά. Τότε αμέσως θαύμα το θαύμα ακολούθησε και λυτρώθηκαν όλοι οι δαιμονιζόμενοι και όσοι άλλοι είχαν κάποια αρρώστια θεραπεύτηκαν.

Τον δε Άγιο τον πήραν ευλαβείς χριστιανοί και τον ενταφίασαν με τιμές σε κάποιο τόπο που ονομαζόταν Κρίσης, στον οποίο γίνονταν και γίνονται άπειρα θαύματα με τη χάρη και φιλανθρωπία του Δεσπότου μας Χριστού.

Το πιο χαρακτηριστικό, ίσως το εντυπωσιακότερο της μορφής και της ζωής του σήμερα εορταζομένου Αγίου Ανδρέου, είναι, νομίζουμε, ο ζήλος, ο ένθεος, ο κατά Θεόν ζήλος του. Οι δυνάμεις της ψυχής είναι το λογιστικό με το οποίο σκεπτόμαστε και φρονούμε, η επιθυμία με την οποία επιθυμούμε και το θυμικό, δηλαδή το συναίσθημα, το οποίο δυναμώνει τη θέληση. Όταν αυτές οι τρεις δυνάμεις της ψυχής λειτουργούν φυσιολογικά, δηλαδή είναι στραμμένες προς τον Θεό, τότε με το λογιστικό πιστεύουμε στον Θεό και έχουμε συνεχή τη μνήμη Του και με την επιθυμία και το θυμικό επιθυμούμε τον Θεό και τη δόξα Του, έχουμε έρωτα του Θεού, αγαπάμε τον Θεό.

Συνεπώς και τους ανθρώπους. Θα μπορούσαμε δε να πούμε ότι η συνισταμένη όλων αυτών είναι ο ζήλος του Θεού. Αυτή είναι η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου. Γι' αυτό και τη βλέπουμε στους Αγίους, οι οποίοι είναι οι μόνοι φυσιολογικοί άνθρωποι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο προφήτης Ηλίας.

Εζήλωσα τον Κύριον. Γι' αυτό τον ζήλο αυτό μας τον ζητά ο Κύριος. Στην Αποκάλυψη μας λέγει: «Έπρεπε να είσαι ψυχρός ή θερμός. Αν είσαι χλιαρός, θα σε εμέσω». Η χλιαρότητα είναι χειρότερη από την ψυχρότητα. Ο χλιαρός είναι πιο δύσκολο να μετανοήσει πραγματικά από έναν ψυχρό.

Ζηλών Κύριον εζήλωσα τον Πυρπολούμενος από τον ζήλο του Θεού και της Ορθοδοξίας, όχι απλώς αγωνίστηκε, αλλά θυσίασε τα πάντα. Γι' αυτό και αντιδοξάστηκε από τον Θεό. Είθε με τις πρεσβείες του να αποβάλουμε τη χλιαρότητα που μαραίνει την πνευματική μας ζωή και να τον μιμηθούμε όσο γίνεται περισσότερο στον ένθεο ζήλο του.

Αγγλική μετάφρασηEN · 19 παράγραφοι

The venerable martyr Andrew was born in Crete. From childhood he had zeal for the Orthodoxy of his fathers. He did not long for glory, wealth, or any other pleasure. Instead, he embraced a hard and demanding life and loved virtue with all his soul, until he was free from every pleasure. He overcame the unseen enemies and became an example of virtue to all. He persuaded many to regard this present life as fleeting and to hasten toward the life of heaven, which does not die. So the saint grew up faithfully keeping the teachings of the Apostles and Fathers from his youth. Yet at that time, the whole world was being troubled in its faith.

The wicked enemy of truth, who hates all that is good, could not bear this peace in the Church. Idolatry had long since come to an end, so he stirred up a new war against the Orthodox. He persuaded Emperor Constantine Copronymus, who began to reign in the year 741, to forbid them to venerate the Holy Icons. The emperor sent his impious and foolish decree everywhere. It forbade the veneration of the holy icons and imposed severe penalties on anyone who dared to venerate an icon: their property would be confiscated, and they would be put to a dreadful death.

Fearing these harsh threats, the Orthodox fled to mountains and caves. Many were imprisoned, not because they were murderers or thieves, but because they lived virtuously and were friends of God Almighty. When Andrew, courageous in soul, learned of this, he longed to suffer martyrdom for Christ. He left his beloved homeland, friends, relatives, and possessions and hurried to Constantinople to fight like a brave soldier. He did not fear the terrible tortures or shrink from the rulers’ anger for the Lord’s sake. He openly proclaimed the truth, saying that anyone who refused to venerate the Holy Icons was a heretic and an opponent of Christ.

He urged those who heard him not to fear the emperor’s arrogance or the cruel tortures, but to give the Holy Icons the honor rightly due to them. The icons are antitypes of their prototypes: images of the persons they depict. Whoever insults an icon dishonors the person shown in it. The emperor was at the palace of Saint Mamas with his usual retinue, brutally punishing the Orthodox. Some he had beaten with rods; others he threw into the fire. He put out the eyes of some and cut off the hands and feet of others. When the saint saw this, his soul was grieved, and he boldly said to the tyrant:

“Emperor, why do you punish the saints with such cruelty? How can you have no pity for those who bear Christ’s name, but subject them to such tortures?” When the ruler heard this, he ordered Andrew’s arrest. They seized him, heaped insults on him, and brought him before the emperor, who said, “Why have you come so boldly and fiercely to rebuke me to my face?” The saint answered, “I have come neither out of insolence nor ignorance. But when I heard of your error, which is against Christ, and how you force the faithful not to venerate the Holy Icons, I could not endure this injustice. So I left my beautiful homeland, crossed so much sea, and came out of love for Christ and the Holy Icons

to free you from error, or to offer my life for Christ our Master.” The tyrant said to him, “Do you have such great knowledge and wisdom that you have come from Crete to change the minds of so many rulers and high priests who agree with us, and to make us venerate idols made by human hands? Enough talk. Obey my decree at once, or I will teach you the cost of rashness, pride, and insolence toward emperors.” Hearing this, the saint looked up to heaven and said, “I will not deny You, Christ my King, nor will I ever dishonor Your icon,

even if those who hate Christ tear my limbs apart, put out my eyes, and cut out my tongue.” The tyrant said, “Why are you so ignorant and dull of mind that you try to depict the One who cannot be depicted? Have you not heard that Moses forbade anyone to make an image of God? Why, then, do you worship like idolaters, wretched fools that you are? Do you think the punishments I give you will earn you a reward and salvation? You are mistaken, poor man. You suffer for your senseless opinion, not for the truth, and you are rightly punished for your insolence.” The saint could not bear this insult to the Holy Icon and said to the tyrant, “Do you really think that

someone punished for venerating the Holy Icons receives no reward? Does not the honor we give an icon pass to its prototype, the person it depicts? Yet you inflict cruel tortures on anyone who insults or dishonors your statues and portraits. Those deserve no such honor: outside they are bronze or gold, and inside they are pitch, wood, and other common materials. Though you are unworthy, you demand honor and want us to venerate your statues and images. Yet you see no sin in insulting the icons of Christ and the saints.” The saint wanted to show him that Moses too had made images of the seraphim, and to explain why Moses had told the Hebrews not to make an image of God.

The tyrant became furious and shouted for them to strip Andrew and beat him without mercy. But when he saw that Andrew showed no fear and stood ready to receive the blows with courage, he realized that cruelty would not defeat him. So he tried flattery, but that too was in vain. The tyrant then dropped all pretense and ordered the martyr to be whipped with oxhide lashes. They beat him so savagely that blood streamed from his wounds and the ground turned red. Others insulted him and struck him with stones. Then the emperor ordered them to crush the martyr’s jaws.

Like the Protomartyr Stephen, Andrew prayed for his tormentors. When that first round of punishment ended, they put him in prison. There he found many other Christians and taught them to hold fast to their confession with courage. They must not betray the faith out of fear of temporary punishments, he told them, lest they face eternal ones. Like the great Apostle Paul, he rejoiced that he had been counted worthy to suffer for Christ, and he thanked Him with all his heart. His words strengthened the faith of the other prisoners. The martyr’s body was in prison, but his soul was fixed on the things of heaven

and he longed to leave his body as soon as he might, to be with the One he loved in the blessedness of that life. A few days later, the martyr was brought before the court again. The tyrant tried various ways to bring him around to his own false belief, but found him even bolder and more ardent in his love for Christ. So he again ordered Andrew to be stripped and beaten mercilessly. Along with the wounds already inflicted on him, they tore open his sides and caused him great pain. Still, they could not rob him of the treasure of his faith. When the tyrant saw that all his blows were in vain

while the brave martyr endured them, he gave his final order: tie ropes to Andrew’s feet and drag him through the marketplace and the rest of the city until he dies. Then throw his body where criminals’ bodies were left for wild animals and birds to eat. As they dragged him in disgrace through the marketplace, his head striking the stones, a fisherman saw him. The man asked what crime Andrew had committed, and when he learned the reason, he took a large knife and cut off one of the martyr’s feet. From the unbearable pain of that wound, the blessed Andrew gave up his holy soul into the hands of God.

The martyr had finished his course. Such was the arena of his struggle, and such his courage through every trial. His spotless soul ascended to the One he loved, while his precious and honored body was dragged to the place where criminals were cast and thrown there. It lay there for many days, left as food for beasts and birds, as the prophet says: “They gave the bodies of Your servants as food to the birds of heaven, the flesh of Your holy ones to the beasts of the earth.” But God, who loves mankind, did not let the martyr’s body be lost. He revealed that treasure to souls who loved Him, to glorify His servant

and to benefit those who suffered. This is how his holy relics were found. At that time, twelve people from different places were afflicted by demons. Each went wherever the demon drove him, one to this city and another to that. Then one day they all gathered and went to the place where criminals’ bodies were cast, crying out and calling on the saint. They pulled out all the bodies lying in the pit until at last they found the saint’s holy relics and lifted them up with joy. Immediately, wonder followed wonder: all twelve were freed from the demons, and others who were sick were healed.

Devout Christians took the saint’s body and buried him with honor in a place called Krisis. Countless miracles took place there, and still do, through the grace and love for mankind of Christ our Master.

Perhaps the most striking thing about Saint Andrew, whom we celebrate today, is his zeal—his godly zeal, his zeal for God. The soul has three powers: the reasoning faculty, by which we think and judge; desire, by which we long for things; and the spirited faculty, the feeling that strengthens our will. When these three powers work as they should, turned toward God, our reasoning leads us to believe in Him and keep Him continually in mind. With our desire and spirit, we long for God and His glory. We yearn for Him and love Him.

And so we love other people as well. We might say that all these powers together become zeal for God. This is the human being’s natural state. That is why we see it in the saints, who alone show us what a human being is meant to be. The Prophet Elijah is a clear example.

“I have been very zealous for the Lord.” The Lord asks this same zeal of us. In the Apocalypse, the Book of Revelation, He says, “You should be either cold or hot. If you are lukewarm, I will spit you out.” Lukewarmness is worse than coldness. A lukewarm person finds it harder to truly repent than someone who is cold.

“I have been very zealous for the Lord.” Burning with zeal for God and Orthodoxy, Saint Andrew did more than struggle: he sacrificed everything. For this, God honored him in return. Through his intercessions, may we cast off the lukewarmness that withers our spiritual life and imitate his godly zeal as much as we can.

Στοιχεία πηγής

Συλλογή: Συναξάρια (Αγιολογία). Η ταυτότητα του αφηγητή δεν έχει επιβεβαιωθεί.

10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ\17 10 eid.mp3

Η ημερομηνία προέρχεται από την ονομασία του αρχείου, χωρίς προσδιορισμό ημερολογιακού συστήματος.

Εικόνα συλλογής: Άγιοι Πάντες.

Όλα τα αναγνώσματα