Η Αγία Φιλοθέη
Η Φιλοθέη γεννήθηκε ως Ρεβούλα Μπενιζέλου στην Αθήνα της οθωμανικής περιόδου, σε οικογένεια γνωστή για τον πλούτο και την ελεημοσύνη της. Παρότι επιθυμούσε να μονάσει, παντρεύτηκε ύστερα από οικογενειακή πίεση και υπέμεινε έναν κακοποιητικό σύζυγο μέχρι τον θάνατό του.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown author · Public domain
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 35 παράγραφοι
Η Αγία Φιλοθέη γεννήθηκε μετά το 1520 και έζησε ζωή πικραμένη και θλιμμένη. Δεν είδε μια μέρα καλή, ήταν η θλιμμένη Αγία, την έζησε όμως τη ζωή της παρ' όλα αυτά όπως ήθελε ο Θεός, γι' αυτό και κέρδισε τον Παράδεισο.
Διά πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού, λέγει η Αγία Γραφή. Είναι η Αγία Φιλοθέη Αθηναία, γιατί γεννήθηκε στην Αθήνα, που άλλοτε ήταν ένδοξη και τώρα ταπεινομένη. Μάνα της την λέγανε Συρήγα και τον πατέρα της Άγγελο Μπενιζέλο. Ήταν μεγάλη και ξακουστή η οικογένεια των Μπενιζέλων και η οικογένεια της Συρήγας ήταν μια από τις καλύτερες οικογένειες των Αθηνών.
Είχε δε η Συρήγα εξωτερικά χαρίσματα και πλούτη πολλά, αλλά είχε και εσωτερικά πλούτη και καλοσύνες. Ήτανε στολισμένη με διάφορες αρετές και προπαντός με την ελεημοσύνη. Τι τα ήθελε όμως τα πλούτη τα πολλά αφού ήτανε στείρα και δεν είχε παιδιά; Γι' αυτό ελυπείτο κατάκαρδα. Δεν έτρεξε όμως σε ανθρώπινες τέχνες ούτε σε μαντίες.
Αυτή κατέφυγε με πίστη στον παντοδύναμο ιατρό, τον Θεό, και στην Αειπάρθενο Θεοτόκο Μαρία. Παρακαλούσε θερμά να της δώσει ο Θεός παιδί και ο Θεός την άκουσε. Μια μέρα μπήκε, όπως συνήθιζε πάντοτε η Συρήγα, στο Ναό της Παναγίας.
Ευχήθηκε εκεί πολύ, μα τόσο πολύ που αποκοιμήθηκε λιγάκι από τον κόπο. Βλέπει στον ύπνο της πως βγήκε από την εικόνα της Παναγίας ένα μεγάλο φως που λαμποκοπούσε το στάχμα του. Σε λίγο έμεινε έγκυος και γέννησε τη Ρεβούλα.
Από μικρή-μικρή προμηνούσε το τι ενάρετα έργα θα κατόρθωνε κατόπιν στη ζωή της. Μεγάλωνε σωματικά, μεγάλωνε και ψυχικά. Η Ρεβούλα όταν έγινε 12 χρονών την εζήτησε κάποιος να την πάρει γυναίκα του. Ήταν αυτός από τους πρώτους της Αθήνας.
Η ευλογημένη όμως Ρεβούλα είχε πόθο μεγάλο στην καρδιά της να φυλάξει Παρθενίαν και να καλογερέψει. Γι' αυτό, με την πρώτη απέκρουσε την πρότασή του και πολλή βίαν μεταχειρίστηκαν οι γονείς της να την κάνουν να τον πάρει.
Κατόπιν όλων των πιέσεων αυτό έπραξε και τον στεφανώθηκε. Δυστυχώς όμως δι' αυτήν, ο άντρας της δεν ήταν καλός. Ήταν σκληρόγνωμος, την στενοχωρούσε καθημερινώς. Την έδερνε και την βασάνιζε. Κάποτε ο άντρας της έφυγε για την Κωνσταντινούπολη.
Η Αγία εν τω μεταξύ, επειδή παρουσιάστηκαν πολλοί φτωχοί, τους έδωσε λάδι αρκετό από το βαρέλι. Σκέφτηκε όμως κατόπιν ότι ο άντρας της θα το δει όταν βρει νερό μέσα στο βαρέλι. Για να μην το καταλάβει, πήγε κατευθείαν να δει τα βαρέλια με το λάδι.
Δεν το αντελήφθη ευτυχώς, διότι ο Θεός έκαμε και εκείνο το νερό που έριξε μέσα η Ρεβούλα λάδι. Η Αγία υπέμεινε ευχαρίστως αυτόν τον τύρανο. Με κάθε δε τρόπο προσπαθούσε να τον διορθώσει και να τον φέρει στον ίσιο δρόμο και να τον σώσει.
Με πολλά βάσανα και θλίψεις, γι' αυτό και ο Θεός, βλέποντας αυτά, έκοψε με το δρεπάνι του θανάτου και απήλλαξε την Αγία. Η Ρεγούλα μετά τον θάνατο του συζύγου της επήγε και έμεινε στο πατρικό της σπίτι.
Τώρα πλέον ένα και μόνον σκοπό έβαλε στη ζωή της. Παρακαλούσε λοιπόν τον Θεό μέρα νύχτα να την δυναμώσει για να πετύχει τον σκοπό που είχε βάλει στη ζωή της από αρχής, προτού παντρευτεί, και ο οποίος ήταν να καλογερέψει.
Δεν την άφηναν όμως οι γονείς της, ήθελε. Έτσι δέκα χρόνια πέρασε εν χηρεία και οι γονείς της τότε πέρασαν στην άλλη ζωή. Δόξασε το Θεό γι' αυτό και άρχισε την ασκητική της ζωή εντατικότερα, με νηστείες, με αγρυπνίες, με προσευχές, με μελέτη και καλοσύνη.
Τότε την διέταξε εν οράματι ο Άγιος Ανδρέας, τον ήκουσε και τον έκτισε και δια την ψυχή του ανδρός της, που τον έλεγαν Ανδρέα, τον τίμησε με το όνομα του Αγίου Ανδρέα. Προικοδότησε με μετόχια και υποστατικά ώστε να μπορούν να συντηρούνται οι μοναχές που έμεναν σε αυτόν.
Τον έκτισε κοντά στο σπίτι της που ήτανε στη σημερινή Πλάκα, εκεί ακριβώς που είναι η Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Εκεί που έκειτο το σπίτι της, σώζεται σήμερα μια υπόγειος στοά, κρύπτη. Σ' αυτή εκρύβετο και προσηύχετο.
Ο Παρθενών αυτός εξακολουθούσε με την χάριν του Θεού. Επίσης λοιπόν τελείωσε το κτίσιμο του Παρθενώνος, πρώτη αυτή εκάρη μοναχή και πήρε το όνομα Φιλοθέη. Επίσης η Αγία επήρε και όσες άλλες γυναίκες είχε στην υπόληψη, τόσο από αυτές και πολλές άλλες κοπέλες από τις καλύτερες και περιβλεπτότερες των Αθηνών εμιμούντο το παράδειγμά της.
Με χαρά υπετάσσοντο εις την Αγίαν Καθηγουμένη, ακούγανε τα ψυχοσωτήρια και γλυκύτατα λόγια της. Έβλεπαν την πραότητά της. Είχε η μακαρία πολλή συμπόνια στα παιδιά· για το σκοπό δε αυτό, έκτισε κοντά στο μοναστήρι της νοσοκομεία.
Εντός ελαχίστου χρόνου απέκτησε η Μονή πολλά μετόχια από δωρεές των Χριστιανών.
Στα Πατήσια ήταν το ένα. Αυτό το έκτισε η Οσία για να έχει περισσότερη ησυχία. Εκεί είναι σήμερον ο Ναός του Αγίου Ανδρέου, εις την οδόν Λευκοσίας. Τον αγιογράφησε τελευταίως ο μεγάλος αγιογράφος Φώτης Κόντογλου και τον έχουν παραχωρήσει εις το άσυλο Ανιάτων.
Είχε μετόχια το μοναστήρι της Αγίας Φιλοθέης, την όμορφη εκκλησιά στην Καλογρέζα. Επήρε δε το όνομα η Καλογρέζα από την καλογριά Φιλοθέη. Σ' αυτό το μετόχι της την μετέφεραν τραυματισμένη από τους Τούργους και σ' αυτό εκοιμήθη.
Στο Ψυχικό και στα νησιά είχε μετόχια. Οι άνθρωποι που πήγαιναν και ήρχοντο στην Κηφισιά με τα πόδια ή με τα αμάξια ή με τα ζώα, η Αγία έκαμε ένα ψυχικό. Άνοιξε δηλαδή για την ψυχή της ένα πηγάδι στο δρόμο για να πίνουν νερό οι άνθρωποι.
Η Φιλοθέη επήρε το όνομα από την Αγία, ανατολικά των Αθηνών. Εκεί που είναι σήμερα το προάστιο η Φιλοθέη ήταν ένα σπήλαιο. Σε αυτό κλεινόταν η Αγία και προσευχόταν και ο ναός του Αγίου Ανδρέου, ο οποίος τώρα πήρε το όνομα της Φιλοθέης.
Όσα δε κορίτσια έμεναν ορφανά και δεν είχαν πού να μείνουν, επήγαιναν στο μοναστήρι της Αγίας Φιλοθέης. Εκεί τα εσπούδαζαν αναλόγως της περιουσίας και της κοινωνικής. Τα κορίτσια αυτά καθόντανε σε περιποιημένα κελιά. Η δε Αγία για τον εαυτό της είχε ένα ασκητήριο που κατέβαινε με πολλά σκαλοπάτια. Εκεί μέσα έμενε πολύ καιρό και προσηύχετο.
Όλοι οι πάσχοντες, οι άρρωστοι και οι κατατρεγμένοι από τους Τούρκους έτρεχαν στο μοναστήρι της Αγίας για βοήθεια. Εξαιτίας δε αυτού κατήντησε το μοναστήρι στην εσχάτην πτωχία. Που ήταν σ' αυτό άρχισαν να γογγίζουν κατά της ηγουμένης διότι εστερούντο και τα απολύτως αναγκαία.
και να έχουν πίστη στον Θεό, ο οποίος τρέφει και τους νεοσσούς των κοράκων. Έλεγε ακόμη να στέκονται στερεές στην πίστη και στα αψευδέστατα λόγια του Χριστού μας που λέγουν: «Πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».
Δύο άρχοντες που τους εφώτισε ο Θεός ήλθαν στο μοναστήρι να προσκυνήσουν και έδωσαν στην Αγία μεγάλη δωρεά. Οι αδελφές, μόλις είδαν το θαύμα, εδόξασαν τον Θεό και έφυγαν τον καιρό. Οι αγαρινοί, ήχονιστας Αθήνας εχμάλωτες γυναίκες από διάφορα μέρη, εδραπέτευσαν από τα αφεντικά τους και κατέφυγαν στο Μοναστήρι της Αγίας.
Η Αγία τις δέχθηκε με καλοσύνη. Δεν επέρασε όμως πολύς καιρός και τα αφεντικά τους έμαθαν πού είχαν καταφύγει οι τέσσερες γυναίκες. Όρμησαν τότε σαν άγρια θηρία στα κελιά της Αγίας. Την άρπαξαν, ας ήταν άρρωστη και κατάκοιτη, και την πήγανε στον ηγεμόνα.
Ήταν κι αυτός μουσουλμάνος και την έβαλε σε σκοτεινή φυλακή. Η Αγία, αντί να λυπηθεί γι' αυτό, χάρηκε. Ήτανε δε έτοιμη να θυσιάσει κι αυτή τη ζωή της, παρά να προδώσει τις φτωχές γυναίκες. Ο ηγεμόνας έβγαλε την Αγία από τη φυλακή και της είπε: «Τι προτιμάς, να πεθάνεις τον διά ξίφους θάνατον ή να αρνηθείς την πίστη σου και τη λατρείαν σου;» Του απαντά η Αγία: «Διψάω να υπομείνω διάφορα είδη βασάνων για το όνομα του Χριστού».
Με τέτοια λόγια που αποκρίθηκε στον τύρανο η Αγία Φιλοθέη, θα παρεδίδετο εντός ολίγου στο μαρτύριο. Είχε αποτραβηχθεί δι' ησυχίαν και ο επίσης μεγάλος ασκητής των Αθηνών, πρώην Ευρίπου, Άγιος Τιμόθεος.
Αυτός είναι ο ιδρυτής της Ιεράς Μονής Πεντέλης. Απέθανε ένα χρόνο μετά τον μαρτυρικό θάνατο της Αγίας, το 1590. Η Αγία έμεινε αρκετόν χρόνο. Κατήχησε και καθοδήγησε τις ασκούμενες αδελφές εις την ακρίβεια της αγγελικής ζωής και γύρισε κατόπιν πάλι στην Αθήνα.
Στην Αθήνα, όταν γύρισε από την Κέα, εξακολούθησε τα θεάρεστα έργα της. Αξιώθηκε δε παρά Θεού να κάνει και θαύμα. Μερικοί Τούρκοι έτρεφαν από πολύν καιρό μίσος και έχθραν εναντίον της. Αυτοί λοιπόν πήγαν μία νύχτα στα Πατήσια, στο Μονύδριο του Αγίου Ανδρέου. Συνέπεσε να είναι η μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, 3 Οκτωβρίου, που είναι πολιούχος των Αθηνών.
Πήδησαν τότε πέντε από τους Τούρκους μέσα στο ναό, άρπαξαν την Αγία και την έδεσαν σε ένα στήλο πέτρινο που σώζεται και μέχρι σήμερα μέσα στο ναό. Την χτύπησαν πολύ, την ετραυμάτισαν, την άφησαν μισοπεθαμένη και έφυγαν.
Όταν έφυγαν οι Αγαρηνοί, βγήκε με κόπο από την εκκλησία. Μόλις έφτασε στο στήλο του ναού, δεν βάσταξε. Αγκάλιασε το στήλο για να μην πέσει. Βρήκανε οι άλλες μοναχές και την μετέφεραν στο αγαπημένο της μετόχι στην Καλογρέζα, που είχε την κρύπτη της.
Το 9 Φεβρουαρίου του 1598 δέχτηκε το μακάριον τέλος και απήλθε εις τας αιωνίους μονάς και χαίρεται παντοτινά στη Βασιλεία του Θεού, που τόσο Τον ηγάπησε. Από την Καλογρέζα μεταφέρθηκε το Άγιον Σκήνωμά της στην Αθήνα.
Έπειτα από 20 ημέρες από την Κύπρο βρέθηκε το Τίμιον Λείψανό της Σων Κερκέρεων Έτσι και διατηρήθηκε. Από εκεί τελικά μεταφέρθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών. Θεϊ ανακηρύχθηκε επισήμως
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 35 παράγραφοι
Saint Philothei was born after 1520 and lived a life marked by bitterness and sorrow. She scarcely knew a good day. Yet through it all, she lived as God wanted her to live, and so she gained Paradise.
“Through many tribulations we must enter the Kingdom of God,” Holy Scripture tells us. She is called Saint Philothei of Athens because she was born in Athens, a city once glorious but now humbled. Her mother was named Syriga, and her father was Angelos Benizelos. The Benizelos family was prominent and well known, and Syriga’s family was among the most distinguished in Athens.
Syriga had beauty and great wealth, but she was rich in kindness too. She was adorned with many virtues, above all almsgiving. Yet what comfort were all her riches when she could not have children? This grieved her deeply. Still, she did not turn to human schemes or fortune tellers.
Instead, she turned in faith to God, the almighty healer, and to Mary, the Ever-Virgin Theotokos (God-bearer). She prayed fervently that God would give her a child, and God heard her. One day, as was her custom, Syriga entered the church of the Most Holy Theotokos (All-Holy).
There she prayed so long and so earnestly that, worn out, she fell asleep for a little while. In her sleep, she saw a great, radiant light come from the icon of the Most Holy Theotokos (All-Holy). Before long, she conceived and gave birth to Revoula.
Even as a very young child, Revoula showed signs of the virtuous works she would later accomplish. She grew in body and in soul. When she was twelve, a man from one of Athens’s leading families asked to marry her.
But blessed Revoula longed in her heart to remain a virgin and become a nun. She refused his proposal at once. Her parents then put great pressure on her to marry him.
In the end, she yielded to their pressure, and they were married. Sadly, her husband was harsh. He troubled her every day, beating and tormenting her. At one point, he went away to Constantinople.
While he was away, many poor people came to Saint Philothei, and she gave them a good deal of oil from the barrel. Afterward, she worried that her husband would notice the water in the barrel. So she went straight to look at the oil barrels.
Fortunately, he noticed nothing, for God had turned the water Revoula poured in into oil. Saint Philothei endured her tyrannical husband with good grace. She tried in every way to help him change, return to the right path, and be saved.
She suffered many hardships and sorrows. God saw them and, through her husband’s death, freed the Saint from him. Afterward, Revoula returned to her parents’ home.
From then on, she had one purpose in life. Day and night she asked God to strengthen her so she could fulfill the longing she had had since before her marriage: to become a nun.
Her parents, however, would not let her. She spent ten years as a widow, and then her parents passed away. She glorified God and devoted herself more fully to the ascetic life, with fasting, vigils, prayer, study, and works of kindness.
Then Saint Andrew appeared to her in a vision and told her to build a monastery. She obeyed. In honor of the Saint, and also for the soul of her husband, whose name was Andrew, she dedicated it to Saint Andrew. She endowed it with dependencies and property so the nuns who lived there could support themselves.
She built it near her family home in what is now Plaka, close to the site of the Archdiocese of Athens. An underground passage, a crypt, survives there to this day. She would hide there and pray.
By the grace of God, this community of virgins continued to grow. When the convent was finished, she was the first to become a nun and took the name Philothei. She welcomed other women as well, and many young women from Athens’s most prominent families followed her example.
They gladly placed themselves under Saint Philothei as their abbess, listened to her sweet, soul-saving words, and saw her gentleness. The blessed Saint also had great compassion for children. With this work of care in mind, she built hospitals near her monastery.
In a short time, donations from Christians gave the monastery many dependencies.
One was in Patissia. The Saint built it so she could find more hesychia, or inner stillness. The church of Saint Andrew stands there today on Lefkosias Street. The great iconographer Fotis Kontoglou painted its icons in more recent times, and it has been entrusted to the Asylum for the Incurable.
Among Saint Philothei’s monastery dependencies was the beautiful church in Kalogreza. Kalogreza took its name from Philothei, the nun. It was to this dependency that she was brought after the Turks wounded her, and there she fell asleep in the Lord.
She also had monastery properties in Psychiko and on the islands. For people traveling to and from Kifisia on foot, by cart, or on animals, the Saint performed an act of charity: she had a well dug beside the road so they could drink.
The suburb of Philothei, east of Athens, took its name from the Saint. Where the suburb stands today, there was a cave where she would withdraw to pray. There was also a church of Saint Andrew there, which now bears her name.
Orphaned girls who had nowhere to live came to Saint Philothei’s monastery. There they received an education suited to their means and social standing, and lived in well-kept cells. For herself, the Saint had a small hermitage reached by many steps. She spent long periods there in prayer.
All who suffered—the sick and those persecuted by the Turks—came to the Saint’s monastery for help. Because of this, the monastery fell into extreme poverty. The sisters began to complain against their abbess, for they lacked even the bare necessities.
She urged them to have faith in God, who feeds even the young ravens. She also told them to stand firm in their faith and in the unfailing words of our Christ: “All these things shall be added to you.”
Two noblemen, whom God had enlightened, came to the monastery to venerate its holy places and gave the Saint a large donation. When the sisters saw this miracle, they glorified God and marveled at the Saint’s unwavering faith. At that time, the Hagarenes held women from various places captive in Athens. Four of these women escaped from their masters and sought refuge at the Saint’s monastery.
The Saint received them kindly. Before long, however, their masters learned where the four women had gone. They rushed like wild beasts into the Saint’s cells, seized her though she was ill and bedridden, and took her before the governor.
The governor was also a Muslim, and he put her in a dark prison. Instead of grieving, the Saint rejoiced. She was ready to sacrifice her own life rather than betray the poor women. The governor brought her out of prison and asked, “Which do you choose: death by the sword, or to renounce your faith and worship?” The Saint answered, “I thirst to endure every kind of torment for the name of Christ.”
After answering the tyrant in this way, Saint Philothei would soon face martyrdom. Saint Timothy, another great ascetic of Athens and formerly bishop of Evripos, had also withdrawn to a place of stillness.
He founded the Holy Monastery of Penteli. He died a year after the Saint’s martyrdom, in 1590, at the small monastery of Saint Panteleimon that he founded on Kea. The Saint stayed on Kea for quite some time, teaching and guiding the sisters in the discipline of the angelic life. Then she returned to Athens.
When she returned to Athens from Kea, she continued her works pleasing to God. God also granted her the grace to work a miracle. Some Turks had long harbored hatred toward her. One night they went to the small monastery of Saint Andrew in Patissia. It was October 3, the feast of Saint Dionysios the Areopagite, the patron saint of Athens.
Five of the Turks leapt into the church, seized the Saint, and tied her to a stone column that still stands inside the church today. They beat her severely, wounded her, and left her half dead.
After they left, she struggled out of the church. When she reached the column, she could go no farther and clung to it to keep from falling. The other nuns found her and took her to her beloved monastery property in Kalogreza, where she had her hiding place.
On February 9, 1598, she came to her blessed end and departed to the eternal dwellings. She rejoices forever in the Kingdom of God, for she loved Him so deeply. Her holy body was taken from Kalogreza to Athens.
Twenty days after her repose, the place where her body lay gave off a sweet fragrance. When her body was later exhumed, her precious relic was found whole and intact, and it remained so. It was eventually taken to the Metropolitan Cathedral of Athens, where it is kept to this day. Philothei was officially proclaimed a saint by the Church.