Ο βίος και τα θαύματα της Αγίας Αικατερίνης της Μεγαλομάρτυρος
Ηχογράφηση 2
Η Αικατερίνη της Αλεξάνδρειας αναζητά νυμφίο που να υπερβαίνει τη δική της ευγένεια, τον πλούτο, τη σοφία και την ομορφιά. Ένας ασκητής της δίνει μια εικόνα της Θεοτόκου και ένα όραμα την κατευθύνει να γνωρίσει τη χριστιανική πίστη.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςUnknown iconographer, reproduction by Orthodox33 · Public domain
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 41 παράγραφοι
Ο βίος και τα θαύματα της Αγίας Εκατερίνης της Μεγαλομάρτυρος. Η Αγία Εκατερίνη καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και έζησε κατά την βασιλεία του ασεβούς Μαξεντίου. Πρώην βασιλέας ήταν ο Κωνστάντιος, ο πατέρας της Αγίας Εκατερίνης, η οποία ήταν υψηλή στο ανάστημα και πολύ ωραία.
Είχε σπουδάσει την ελληνική παιδεία με όλους τους ποιητές, ρήτορες και φιλοσόφους. Όλοι δε την θαύμαζαν όχι μόνο για την σοφία της, αλλά και γιατί ήταν πολύ ωραία. Επειδή τον καιρό εκείνο έκανε διωγμούς, η μητέρα της και οι συγγενείς της τη συμβούλεψαν να παντρευτεί για να μην πάει η βασιλεία του πατρός της σε ξένους ανθρώπους. Η Αικατερίνη όμως αγαπούσε την παρθενία και καθόλου δεν επιθυμούσε.
Να παντρευτεί και την πίεζαν και είπε σε αυτούς να βρουν έναν νέον που να διαθέτει τα τέσσερα κυριότερα προσόντα της: την ευγένεια, τον πλούτον, την σοφία και την ωραιότητα. Τα οποία ζητούσε η Εκατερίνη ήταν αδύνατο να βρεθούν σε ένα άτομο.
Ακόμη και ο υιός του βασιλέως της Ρώμης, που ήταν ευγενικής καταγωγής και πλουσιότερος, δεν είχε την σοφία και την ωραιότητα. Μία ημέρα, η μητέρα της Εκατερίνης, η οποία γνώριζε κάποιον άγιο και πνευματικό άνθρωπο, άκουσε τους λόγους της θυγατέρας και έβαλε στο νου του να προσεγγίσει την Εκατερίνη στον επουράνιο βασιλέα Χριστόν και της είπε: «Πολύ καλόν άνθρωπο, ο οποίος σε ξεπερνάει ασυγκρίτως σε όλα τα χαρίσματα τα οποία αναφέρεις και άλλα πολλά και αμέτρητα.
Η σοφία, η ωραιότης, ο πλούτος και η ευγένειά του είναι άρρητος, ανεκλάλητος και ακατανόητος. Με τον τρόπο που θα σου πω θα αξιωθείς». Η Εκατερίνη, έχοντας εκτίμηση για τα όσα της έλεγε ο γέροντας ασκητής.
Ο ασκητής έδωσε στην Αγία Εκατερίνη μία εικόνα με την παράσταση της Παναγίας Θεοτόκου, βαστάζοντας το θείον βρέφος στην αγκαλιά της, και της λέει: «Αυτή είναι η αρχή αυτής στο σπίτι σου και, αφού κλείσεις την θύρα του κοιτώνα σου, κάνε ολονύχτια προσευχή με σεβασμό και ευλάβεια προς τούτην, η οποία ονομάζεται Μαρία, και παρακάλεσέ την να σου δείξει».
Η Εκατερίνη πήρε την εικόνα, κλείστηκε στο θάλαμο και εδέετο έως ότου εκουράστηκε και αποκοιμήθηκε. Τότε είδε στ' όνειρό της την Παναγία όπως ήταν αγιογραφημένη και το Άγιον Βρέφος να ακτινοβολεί όπως ο ήλιος.
Το πρόσωπό του, η Εκατερίνη, επήγε από την άλλη πλευρά. Αυτό έγινε τρεις φορές και τότε η Παναγία είπε στο βρέφος: «Κοίταξε, τέκνον μου, την δούλη σου Εκατερίνη, πόσο ωραία και πανέμορφη είναι». Το βρέφος όμως απάντησε: «Είναι άσχημη και σκοτεινή και δεν δύναμαι να την βλέπω». Τότε η Θεοτόκος ξαναείπε: «Είναι αμαθής, φτωχή και άξια καταφρονίσεως να με ιδεί κατά πρόσωπο».
Οδήγησε την δούλην σου, την άπραξη, για να απολαύσει την δόξαν σου και το υπέρλαμπρο πρόσωπόν σου, το οποίο βλέπουν οι άγγελοι. Ο δε Χριστός απεκρίθη να πάει στον γέροντα ασκητή, ο οποίος της έδωσε την εικόνα, και ό,τι τη συμβουλεύσει ας κάνει.
Είδε αυτά η κόρη, εξύπνησε και τότε της διηγήθηκε όλα της αληθινής πίστεως τα μυστήρια, την κατήχησιν σε γρήγορο χρονικό διάστημα, και έλαβε το μυστήριο του Αγίου Βαπτίσματος. Της παράγγειλε να προσευχηθεί πάλι μετά πολλού πόθου στην Υπεραγία Θεοτόκο να της φανερώσει τα πάντα.
Όλη τη νύχτα η Εκατερίνη προσεύχεται και όταν απεκοιμήθη είδε και πάλι την Παναγία. Το βρέφος εκοίταζε τώρα την Εκατερίνη με ιλαρότητα. Ρώτησε τότε η Θεοτόκος το βρέφος: «Πώς σου φαίνεται η κόρη η Εκατερίνη τώρα, τέκνον μου;» «Μου φαίνεται λαμπρά και ένδοξος, πλήρης χάριτος και σοφίας». «Επιθυμώ, δεν είμαι άξια να βλέπω, Δέσποτα, τη Βασιλεία σου, αλλά αξίωσέ με να είμαι κι εγώ μία από τους δούλους σου».
Η δε Θεοτόκος, αφού έλαβε την δεξιά χείρα της Εκατερίνης, είπε εις τον Χριστόν: «Δώσε, τέκνον μου, το δαχτύλιο του αρραβώνα, για να την αξιώσεις της Βασιλείας σου». Ο δε Δεσπότης Χριστός της έδωσε ένα ωραιότατον δαχτυλίδι λέγοντας: «Σήμερα σε λαμβάνω για νύμφη μου άφθορον και αιώνιον και φύλαξε ακριβώς τη συμφωνίαν αυτήν και μη λάβεις άλλον νυμφίον επίγειον».
Μετά από αυτά εχάθησαν και η Εκατερίνη, αφυπνισθείσα, είδε στο δεξί χέρι της το ωραιότατο δαχτυλίδιον. Ήταν δε τόση η χαρά της, ώστε αιχμαλωτίστηκε η καρδιά της εκ του θείου έρωτα. Οι υπήκοοι στην πόλη κλήθηκαν να θυσιάσουν στους θεούς για τις πολλές ευεργεσίες και χάριτες που είχαν λάβει από αυτούς.
Στην πανήγυρη συγκεντρώθηκε πλήθος πολύ και όλοι έφεραν μαζί τους το κατά δύναμιν που είχαν, αναλόγως του πλούτου των. Την ημέρα της πανήγυρης, ο βασιλιάς, οι θυσίες και η σύγχυση είχαν μετατρέψει την πόλη σε ένα πραγματικό ναυάγιο.
Βλέποντας η Εκατερίνη το κατάντημα, πήρε μαζί της σαν συνοδεία, την δέχθηκε και αυτή πήνα η μεθαφανερά τυφλή μπροστά στην αλήθεια. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός, αιώνιος, ο οποίος αργότερα έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία των ανθρώπων.
Αλλά επειδή δεν μπορούσε να εναντιωθεί στους λόγους της, της απάντησε ότι θα την άκουγε μετά, αφού γίνει η θυσία. Κατερίνη απεκρίθη: «Είμαι η κόρη του βασιλέως Κώσταντος πριν από εσένα. Ονομάζομαι Κατερίνη και έχω διαβάσει την ρητορική, την φιλοσοφία, την γεωμετρία.
Όλα αυτά όμως τα περιφρόνησα διότι είναι μάταια και ανωφελή για τον Δεσπότη Χριστό». Ο βασιλιάς όχι μόνον εθαύμασε την πολυγνωσία της νέας Εκατερίνης και επίστευσε ότι επρόκειτο περί θεάς από εκείνες που ελάτρευαν οι ειδωλολάτρες.
Φοβούμενος δε ότι δεν θα μπορούσε να την αντιμετωπίσει με αποδείξεις, διέταξε αφενός μεν να κρατήσουν την Εκατερίνην, αφετέρου δε να συγκεντρωθούν οι σοφοί της επικράτειάς του για να αποστομώσουν μία γυναίκα σοφότερη του Πλάτωνα.
Εάν νικούσαν, θα κέρδιζαν πάρα πολλά.
Συγκεντρώθηκαν 150 περίπου σοφοί και ο Μαξέντιος, περιχαρής, διέταξε να φέρουν την Εκατερίνη. Προτού όμως φτάσουν οι απεσταλμένοι στην Εκατερίνη, ήλθε σε αυτήν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ λέγοντας: «Μη φοβού, ο Κύριος θα σου δώσει σοφία εις την σοφίαν σου να νικήσεις τους 150 ρήτορες και πολλοί άλλοι θα πιστέψουν σε σένα για να λάβετε όλοι τον στέφανο του μαρτυρίου».
Βλέπουμε την Εκατερίνη μπροστά στον βασιλέα και τους ρήτορες. Ανέβηκε ο μεγαλύτερος από αυτούς και με αυστηρόν ύφος ρώτησε την Εκατερίνη: «Εσύ είσαι εκείνη που βρίζεις τους θεούς μας τόσον αναίσχυντα;» Η δε νέα απάντησε με πραότητα: «Εγώ είμαι.
Ο Θεός μου είναι η σοφία και η ζωή και όποιος φυλάττει τα θεία του προστάγματα είναι όντως φιλόσοφος. Τα έργα όμως των δικών σας θεών είναι πλήρη απάτης, ενώ ο αληθινός Θεός εδημιούργησε τον κόσμο και έστειλε το Πνεύμα του Άγιον εις τους μαθητάς Του να διδάξουν και να λυτρώσουν τας ψυχάς μας από την πλάνην και την απιστία».
Η Εκατερίνη συνέχισε να ομιλεί θαυμασίως και εντυπωσίασε και κατέπληξε τον φιλόσοφο, ο οποίος έμεινε άφωνος και ηττημένος. Αφού είδε ο βασιλεύς αυτόν ηττημένον, διέταξε τους υπόλοιπους να μιλήσουν με την Εκατερίνη.
Όμως και αυτοί είδαν ότι δεν είχαν την δύναμη να αντισταθούν στην αλήθεια, βλέποντες μάλιστα τον μέγιστον από αυτούς νικημένον και ντροπιασμένον. Ενώ ελέγοντο αυτά, κάποιος έπαρχος θέλοντας να δείξει την εύνοιά του στο πρόσωπο του βασιλιά σηκώθηκε και είπε σε αυτόν: «Βασιλεύ, βρες μια μηχανή με την οποία ή θα νικήσεις την κόρη ή θα λάβει πολυώδυνον θάνατον».
Αποτελείτο η μηχανή αυτή από τέσσερις ξύλινους τροχούς, στηριζόμενους σε μια περόνη, και είχαν καρφωμένα ξυράφια, σίδηρα κοπτερά, καρφιά και άλλα αιχμηρά αντικείμενα. Οι δύο τροχοί γύριζαν προς τα αριστερά, οι άλλοι δύο προς τα δεξιά.
Η σκέψη του επάρχου άρεσε στον βασιλέα, ο οποίος έδωσε εντολή να κατασκευάσουν το μηχάνημα αυτό. Μετά παρέλευση τριών ημερών, ετοιμάστηκε το φοβερό κολαστήριον και το έστρεψαν μπροστά στην Αγία Εκατερίνη για να την εκφοβήσουν.
Τότε ο βασιλιάς προστάζει να τη δέσουν και να κινήσουν δυνατά τους τροχούς. Μετά παρέλευση τριών ημερών, επί δύο ώρες το παρθενικό εκείνο σώμα το κατεξέσχιζον και τα αίματα έτρεχον. Αλλά η Αγία με ανδρεία και γενναιότητα, όμως Άγγελος Κυρίου έλυσε τα δεσμά της Αγίας, πολλοί των συγκεντρωμένων.
Ελέγης των Μαξέντιων, Μωρός και Ανόητος είσαι Ο δε βασιλεύς, εξοργισθείς με τα όσα συνέβαιναν, εμελετούσε να δώσει άλλο κολαστήριον στην Αγία. Όταν άκουσε τας αρετάς και τα κατορθώματα της Εκατερίνης, επιθυμούσε να συναντηθεί με την Αγία.
Τα αναγκαία, μακριά από την πόλη, να δωροδοκήσει τον δεσμοφύλακα και με τη βοήθειάν του να συναντηθεί με την Εκατερίνη. Τότε στα πόδια της Αγίας Εκατερίνης και της έλεγε: «Είμαι καλότυχος και μακαρία βασίλισσα, διότι τώρα που αξιώθηκα να δω το βασιλικό σου πρόσωπο, δεν θέλω να λυπηθώ εάν στερηθώ τη ζωή και τη βασιλεία μου.
Μακαρία είσαι εσύ που λαμβάνεις τόσες δωρεάς και χαρίσματα από τον κόσμο». Τότε η Εκατερίνη απεκρίθη: «Μακαρία είσαι και εσύ, ω βασίλισσα, διότι βλέπω έναν στέφανο, τον οποίον βάλουνε στην κορυφή σου οι Άγιοι Άγγελοι και τον οποίον θα λάβεις με το θέλημα του Κυρίου για να πας προς τον αληθινό Θεό, να βασιλεύσεις αιώνια».
που είναι πολύ σκληρός και απάνθρωπος, όμως η Αγία Εκατερίνη. Όταν ο Μαξέντιος, αγριεμένος από τη μανία, προστάζει να κομμάτει, το αίμα έτρεχε κρουνηδόν, οι δε παρευρισκόμενοι λυπώντουσαν και συμπονούσαν την Αυγούστα. Ο βασιλιάς διατάζει να αποκεφαλήσουν τη σύζυγό του.
Έτσι ετμήθη η κεφαλή της Αυγούστας την 23η Νοεμβρίου κατά προσταγή του βασιλέως. Ο δε στρατηλάτης Πορφύριος, κρυφά τη νύχτα, ενταφίασε το τίμιον αυτής λείψανον. Θέλησε να φανεί ότι φρόντιζε για το συμφέρον της, αλλά η Εκατερίνη ήταν...
Διέταξε να τη φυλακίσουν και να μην της δώσουν φαγητό και νερό επί 12 ημέρες, ώσπου να σκεφτεί με ποιον τρόπο θα τη θανατώσουν. Ο φιλάνθρωπος και ελεήμων Χριστός έδειξε την αγάπη Του και την κηδεμονία Του προς την Εκατερίνη, στέλνοντας με ένα περιστέρι τροφή για τη μάρτυρα κάθε ημέρα, και ενεφανίστη εν μέσω ουρανίων ταγμάτων εις αυτήν για να την ενδυναμώσει περισσότερο.
Αφού πέρασαν οι 12 ημέρες, διέταξε ο Μαξέντιος να του φέρουν την Εκατερίνη. Εξεπλάγη δε πολύ όταν την είδε να ακτινοβολεί και ενόμισεν ότι οι φύλακές της θα πρέπει να τιμωρηθούν για την ανυπακοή τους.
Όμως η Αγία, για να μην κολαστούν οι ανεύθυνοι, του ομολόγησε την αλήθεια. Ο δε βασιλεύς άρχισε και πάλι τις κολακείες και πανουργίες, όμως η Αγία επέμεινε. «Εγώ είμαι γη και πηλός και πάσα ωραιότητα και ομορφιά σαν άνθος μαραίνεται».
Ο βασιλεύς, εξοργισθείς, διέταξε να ανάψουν μεγάλη φωτιά και να ρίξουν σε αυτήν τους ρήτοράς του. Αυτοί τότε, πέφτοντας στα πόδια της Εκατερίνης, ζητούσαν συγχώρεση από τον Κύριο για όσα χωρίς να το καταλάβουν αμάρτησαν και να τους αξιώσει ο Θεός να λάβουν τη δωρεά του Παναγίου Πνεύματος και να αξιωθούν του Αγίου Βαπτίσματος.
Η Εκατερίνη δε με πολλήν αγαλλίασιν τους είπε: «Μακάριοι εσείς που αφήσατε το σκότος και την επίγειον φθαρτήν βασιλείαν για να ακολουθήσετε το φως της αληθείας. Είναι η κλίμαξ η ουράνιος που θα καθαρίσει κάθε ψεγάδι της ψυχής και του σώματος για να παραπέμψει στον βασιλέα όλων».
Τα είπε και αφού σφράγισε τους πάντες με το σημείο του σταυρού στο μέτωπο, τους έστειλε στο μαρτύριο. Οι στρατιώτες τους έριξαν στη φωτιά. Το απόγευμα όμως, όταν κάποιοι ευσεβείς εκίνησαν για να μαζέψουν τα λείψανά τους, βρήκαν τα σώματά τους ακέραια και αβλαβή, σαν να μην κάηκε ούτε μία τρίχα απ' τη φωτιά.
Την προσωρινή ατιμία που θα μου προξενήσεις, πολύ πλήθος ανθρώπων θέλει να πιστέψει στον Χριστό μου. Τότε ο βασιλιάς Μαξέντιος διατάζει να της βγάλουν την βασιλική πορφύρα και να την δέρνουν. Άγγελοι έλαβαν το τίμιο σώμα της και το επήγαν εις το όρος Σινά.
Αυτό είναι το μαρτύριο της πανσόφου και θαυμασίας Εκατερίνης, η οποία αγάπησε τον Ουράνιο Ιησού Χριστόν τον Νυμφίον και απαξίωσε και καταφρόνησε κάθε πλούτον, δόξαν και μάταιαν απόλαυσιν, δοξάζουσα τον Κύριον.
Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 41 παράγραφοι
The life and miracles of Saint Catherine the Great Martyr. Saint Catherine was from Alexandria and lived during the reign of the impious Maxentius. Her father, Constantius, had been emperor before him. Catherine was tall and very beautiful.
She had studied Greek learning, including the poets, orators, and philosophers. Everyone admired her, both for her wisdom and for her great beauty. Because persecutions were taking place at the time, her mother and relatives urged her to marry, so that her father’s kingdom would not pass to strangers. But Catherine cherished her virginity and had no desire to marry.
Her family pressed her to marry, but she told them to find a young man who possessed her four principal qualities: noble birth, wealth, wisdom, and beauty. It was impossible to find all four in one person.
Even the son of the emperor of Rome, though nobly born and wealthier than she was, lacked her wisdom and beauty. One day, Catherine’s mother, who knew a holy spiritual elder, told him what her daughter had said. He resolved to lead Catherine to Christ, the heavenly King, and told her, “I know someone who surpasses you beyond measure in all the qualities you have named, and in countless others besides.”
“His wisdom, beauty, wealth, and nobility are beyond words and beyond understanding. Follow what I tell you, and you will be granted the grace to meet him.” Catherine took to heart the words of the elder, who lived a life of ascesis, or ascetic discipline.
The elder gave Saint Catherine an icon of the Most Holy Theotokos holding the divine Child in her arms. He told her, “Take this icon home. Close the door of your room and spend the night praying before her with reverence. Her name is Mary. Ask her to show you the one you seek.”
Catherine took the icon, shut herself in her room, and prayed until she grew tired and fell asleep. In a dream she saw the Most Holy Theotokos as she appeared in the icon, with the holy Child shining like the sun.
Catherine went to the other side to see his face. This happened three times. Then the Most Holy Theotokos said to him, “Look, my Child, at your servant Catherine. How lovely she is!” But the Child replied, “She is ugly and dark, and I cannot bear to look at her.” Then the Theotokos said again, “She is ignorant, poor, and unworthy to see me face to face.”
“Guide your helpless servant, so that she may behold your glory and your radiant face, which the angels behold.” Christ replied that Catherine should go to the elder who had given her the icon and do whatever he advised.
When Catherine awoke, she went to the elder. He taught her the Mysteries of the true faith and instructed her in a short time. She received the Mystery of Holy Baptism. He then told her to pray again with deep longing to the Most Holy Theotokos, asking her to reveal everything to her.
Catherine prayed all night. When she fell asleep, she saw the Most Holy Theotokos again. This time the Child looked at Catherine with delight. The Theotokos asked him, “How does Catherine appear to you now, my Child?” “She is radiant and glorious, full of grace and wisdom.” Catherine said, “Master, I am unworthy to see your Kingdom, but count me worthy to be among your servants.”
The Theotokos took Catherine by the right hand and said to Christ, “My Child, give her the betrothal ring and count her worthy of your Kingdom.” Christ the Master gave Catherine a beautiful ring and said, “Today I take you as my bride forever, pure and incorrupt. Keep this promise faithfully, and take no earthly bridegroom.”
After this, they disappeared. When Catherine awoke, she saw the beautiful ring on her right hand. Her joy was so great that her heart was captivated by divine love. The people of the city were called to offer sacrifices to the gods for the many blessings and favors they had received from them.
A great crowd gathered for the festival, and everyone brought an offering according to their means. On the day of the festival, the emperor’s presence, the sacrifices, and the confusion made the city a scene of chaos.
Seeing what was happening, Catherine took a few servants with her and went to the temple where sacrifices were being offered. At the entrance, they sent word to the emperor that she had an important message. He received her, and after bowing before him, she said boldly, “O king, you should know that by worshiping idols as gods, you are grievously deceived. It is shameful to be so plainly blind to the truth. There is one true God, eternal, without beginning and immortal, who later became man for the salvation of humanity.”
Unable to answer her words, the emperor said he would hear her after the sacrifice. Catherine replied, “I am the daughter of Constans, who was emperor before you. My name is Catherine, and I have studied rhetoric, philosophy, and geometry.”
“Yet I have set all these aside as vain and of no benefit beside Christ the Master.” The emperor marveled at Catherine’s learning and even thought she might be one of the goddesses worshiped by the pagans.
Fearing he could not refute her with reasoned arguments, the king ordered Catherine detained and summoned the scholars of his realm to silence a woman wiser than Plato.
If they defeated her, they stood to gain great rewards.
About 150 learned men gathered. Delighted, Maxentius ordered Catherine brought before them. But before his messengers reached her, Archangel Michael came to Catherine and said, “Do not be afraid. The Lord will add to your wisdom so that you may defeat the 150 orators. Many others will come to believe through you, and together you will receive the crown of martyrdom.”
Now Catherine stood before the emperor and the orators. The eldest among them stepped forward and sternly asked her, “Are you the one who insults our gods so shamelessly?” Catherine answered gently, “I am.”
My God is wisdom and life, and whoever keeps His divine commandments is truly a philosopher. But the deeds of your gods are full of deceit. The true God created the world and sent His Holy Spirit to His disciples, so that they might teach and free our souls from error and unbelief.
Catherine continued to speak wonderfully, astonishing the philosopher. He was left speechless and defeated. When the emperor saw this, he ordered the others to speak with her.
But they too saw that they could not stand against the truth, especially after seeing the greatest among them defeated and put to shame. As this was happening, a prefect rose to win the emperor’s favor and said, “Your Majesty, devise a machine that will either overcome the young woman or put her to a most painful death.”
The machine had four wooden wheels mounted on an axle, with razors, sharp iron blades, nails, and other pointed objects fixed to them. Two wheels turned to the left and the other two to the right.
The emperor liked the prefect’s idea and ordered the machine to be built. Three days later, the terrible instrument of torture was ready. They set it in motion before Saint Catherine to frighten her.
Then the emperor ordered Catherine bound and the wheels set spinning violently. After three days had passed, the wheels tore at her virginal body for two hours, and blood flowed. But the saint bore the torment with courage and fortitude. An angel of the Lord freed her from her bonds. Many of those gathered marveled and cried out, “Great is the God of the Christians!”
“Maxentius, you are foolish and senseless!” Enraged by what was happening, the emperor considered another torture for Saint Catherine. Meanwhile, someone who had heard of Catherine’s virtues and deeds wished to meet her.
The empress bribed the jailer and, with his help, met Catherine. She fell at Saint Catherine’s feet and said, “I am a fortunate and blessed empress, for now I have been counted worthy to see your royal face. I would not grieve even if I lost my life and my kingdom.”
“Blessed are you, who receive so many gifts and graces.” Catherine replied, “You too are blessed, O empress. I see a crown that the holy angels will place upon your head. By the will of the Lord, you will receive it and go to the true God, to reign forever.”
He was very cruel and merciless. Maxentius, beside himself with rage, ordered the empress to be cut to pieces. Blood poured from her wounds, and those present grieved for her and felt compassion for her. Then the emperor ordered his wife to be beheaded.
So, by the emperor’s order, the empress was beheaded on November 23. That night, the commander Porphyrios secretly buried her honored remains. The emperor again tried to appear concerned for Catherine’s welfare, but Catherine remained unshaken. “Do whatever you want,” she told him.
He ordered Catherine imprisoned without food or water for twelve days while he considered how to kill her. Christ, who loves mankind and is merciful, showed His love and care for her. Each day He sent food to the martyr by a dove, and He appeared to her among the heavenly hosts to strengthen her further.
When the twelve days had passed, Maxentius ordered Catherine brought before him. He was astonished to see her radiant and thought her guards must have disobeyed his orders and deserved punishment.
But Saint Catherine told him the truth so that the guards, who were innocent, would not be punished. The emperor again resorted to flattery and cunning, but she stood firm. “I am earth and clay, and all beauty fades like a flower.”
Enraged, the emperor ordered a great fire to be lit and his orators thrown into it. They fell at Catherine’s feet and asked the Lord to forgive the sins they had committed without knowing it. They asked that God count them worthy to receive the gift of the All-Holy Spirit and Holy Baptism.
Catherine said to them with great joy, “Blessed are you who have left the darkness and a perishable earthly kingdom to follow the light of truth. This is the heavenly ladder that will cleanse every stain from soul and body and bring you before the King of all.”
After saying this, she marked each of them on the forehead with the sign of the Cross and sent them to martyrdom. The soldiers threw them into the fire. That evening, when some devout people went to gather their remains, they found their bodies whole and unharmed, as though the fire had not burned even a single hair.
“Through the brief dishonor you bring upon me, a great multitude will come to believe in my Christ.” Then Emperor Maxentius ordered her royal purple robe removed and had her beaten. Angels took her honored body to Mount Sinai.
This is the martyrdom of the wondrous and most wise Catherine. She loved the heavenly Bridegroom, Jesus Christ, and rejected and scorned all wealth, glory, and passing pleasure, giving glory to the Lord.
To Him belong all glory, honor, and worship, unto the ages of ages. Amen.