Ο βίος και το μαρτύριο της Αγίας Κυριακής
Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία προσευχήθηκαν για να αποκτήσουν παιδί και ανέθρεψαν την Κυριακή με χριστιανική πίστη. Εμπνευσμένη από τη Θεοτόκο και τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, αφιέρωσε τη ζωή της στον Χριστό και επέλεξε την παρθενία.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςDicho Zograf · Public domain
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 47 παράγραφοι
Επί Αυτοκράτορα Διοκλητιανού, στα μέρη της Μικράς Ασίας ζούσε ένα αντρόγυνο χριστιανών, ο Δωρόθεος και η Ευσεβία. Διακρίνονταν για τη βαθιά και συνειδητή πίστη στον ένα και αληθινό Θεό, για τα έργα της φιλανθρωπίας, για τη συνετή ζωή τους.
Το αντρόγυνο αυτό βίωνε έναν κρυφό πόνο. Δεν είχαν αξιωθεί να αποκτήσουν παιδί που θα τους έδινε μεγάλη ευτυχία και θα κληρονομούσε και τα πλούτη τους. Ο πόνος εν τούτοις δεν τους απογοήτευσε, δεν τους παρέσυρε στο να βλασφημήσουν κατά του Θεού.
Αντίθετα, λαμβάνοντας υπόψη τους τόσα αγιογραφικά περιστατικά γονέων που δεν είχαν τέκνα και απέκτησαν μετά από θερμή προσευχή, κατέφυγαν σε αυτό το ισχυρό όπλο. Ο δε Κύριος άκουσε τις θερμές προσευχές του Δωροθέου και της Ευσεβίας και τους αξίωσε να αποκτήσουν ένα κοριτσάκι, το οποίο βάπτισαν Κυριακή, επειδή γεννήθηκε την ημέρα Αναστάσεως του Χριστού.
Ευγνώμονες τώρα προς τον Θεό, οι ευτυχείς γονείς αφοσιώθηκαν στην ανατροφή της μοναχοκόρης τους Κυριακής, με βάση την υπόδειξη του Αποστόλου των Εθνών Παύλου: «Να ανατρέφετε τα παιδιά σας δίνοντάς τους αγωγή και συμβουλές που εμπνέονται από την πίστη στον Κύριο».
Της δίδαξαν την υπακοή, τη σεμνότητα, την αφοσίωση στο Θεό, την αγνότητα σώματος και ψυχής, την εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Κυρίου, την αγάπη προς τους εμπερίστατους, την έμπρακτη βίωση της χριστιανικής πίστεως, και η Κυριακή δεν τους απογοήτευε, διότι από την τρυφερή ακόμα ηλικία της είχε δώσει δείγματα για το ποια επρόκειτο να γίνει καθώς μεγάλωνε.
Όταν μάλιστα έφτασε σε ηλικία γάμου, ήταν στολισμένη όχι μόνο με σύνεση και σοφροσύνη, με μόρφωση και ήθος, αλλά και με σπάνιο σωματικό κάλλος που εντυπωσίαζε τους πάντες. Όπως ήταν φυσικό και αναμενόμενο, οι γονείς της ονειρεύονταν και προσδοκούσαν έναν καλό γάμο για τη μοναχοκόρη τους.
Ενώ όμως έτσι σκέπτονταν οι γονείς της Κυριακής και αυτά ονειρεύονταν οι οικογένειες των υποψήφιων γαμπρών, η ίδια άλλα είχε αποφασίσει με το νου και την καρδιά της. Δεν μετεχειρίζεται το κάλλος της εις έρωτας νέων ατάκτων, ούτε παρέκυπτεν από τα παράθυρα δια να αγρεύει τας ψυχάς των ανδρών, όπως επισημαίνει ο συναξαριστής.
Αντίθετα, επιδιδόταν με ιδιαίτερο ζήλο στο να στολίζει την ψυχή της με προσευχή, με εγκράτεια, με σιωπή και με νηστείες. Διότι θέλοντας να μιμηθεί την Υπεραγία Θεοτόκου, επέλεξε την οδό της παρθενίας, επηρεασμένη και από τα θεόπνευστα λόγια του Αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους, τα σχετικά με τον γάμο και την αγαμία.
Η φράση μάλιστα του Παύλου «Και αυτός που προχωρεί σε γάμο κάνει καλά, και αυτός που δεν προχωρεί θα κάνει ακόμα καλύτερα» την ώθησε να λάβει την οριστική της απόφαση. Έτσι, όταν οι ευσεβείς γονείς της της πρότειναν να ασχοληθεί και με το θέμα της αποκαταστάσεώς της δια του γάμου, την άκουσαν να τους λέει ότι δεν επιθυμεί κάτι παρόμοιο και τους παρακάλεσε να μην επανέλθουν στο ζήτημα αυτό, επειδή διακαώς ποθούσε να αφιερώσει σώμα και ψυχή στον Κύριο και την αειπάρθενη μητέρα του.
Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, όντας πιστοί χριστιανοί, εκτίμησαν την παράκληση της μοναχοκόρης τους και δόξασαν το Θεό που όχι μόνο τους χάρισε την Κυριακή αλλά και διότι ήταν τόσο ευλογημένη ψυχή.
Ένας πλούσιος αξιωματούχος της περιοχής, ειδωλολάτρης, όταν πληροφορήθηκε για την Κυριακή, την ομορφιά, το ήθος και την οικονομική κατάσταση των γονιών της, έσπευσε να τη ζητήσει για νύφη του και σύζυγο του μοναχογιού του.
Καθώς έμαθε τα καθέκαστα η Κυριακή, χωρίς περιστροφές, αλλά με ήρεμη παρρησία, είπε τα εξής: «Εγώ επέλεξα να είμαι νύμφη του Χριστού και όχι μόνον αυτόν που είναι ειδωλολάτρης δεν θέλω για άντρα μου, αλλά και χριστιανός να ήταν δεν θα τον έπαιρνα, διότι έδωσα υπόσχεση ενώπιον του Κυρίου να ζήσω και να πεθάνω παρθένος».
Η απάντηση της Κυριακής, όπως ήταν επόμενο, όχι μόνο δεν άρεσε στον ειδωλολάτρη αξιωματούχο, αλλά και τον εξόργησε. Έσπευσε και παρουσιάστηκε στον αυτοκράτορα Διοκλητιανό. Κατήγγειλε ότι ο Δωρόθεος, η γυναίκα του Ευσεβία και η κόρη τους Κυριακή είναι χριστιανοί.
Ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να συλληφθούν και οι τρεις και να οδηγηθούν ενώπιόν του. Όταν αυτό πραγματοποιήθηκε, κλήθηκαν να προσφέρουν θυμίαμα στα είδωλα. Ο Δωρόθεος, χωρίς να φοβηθεί τον εξοργισμένο αυτοκράτορα, ομολόγησε με παρρησία τη χριστιανική τους πίστη.
Ο Διοκλητιανός, αφού πρώτα βασάνισε τον Δωρόθεο, έδωσε εντολή να μεταφέρουν τον μεν Δωρόθεο και τη γυναίκα του Ευσεβία στην πόλη Μελιτηνή της Μικράς Ασίας, προκειμένου να τιμωρηθούν εκεί σκληρά, μήπως και αρνηθούν την πίστη τους στον Ιησού Χριστό, άλλως να τους επιβληθεί η θανατική ποινή για ασέβεια προς τους κρατικούς θεούς.
Τη δε Κυριακή έστειλε στον γαμπρό του, τον Καίσαρα Μαξιμιανό Γαλέριο, που βρισκόταν στη Νικομήδεια, για να τη συνετίσει πείθοντάς την να θυσιάσει στα είδωλα. Ο τοπικός άρχοντας της Μελιτηνής, γνωστός για τη βαναυσότητά του, μόλις διαπίστωσε κατά τη συνοπτική ανάκριση ότι ο Δωρόθεος και η Ευσεβία επιμένουν στη χριστιανική τους πίστη και αρνούνται να θυσιάσουν στα είδωλα, τους υπέβαλε αρχικά σε σκληρά βασανιστήρια και στη συνέχεια διέταξε το θάνατό τους με αποκεφαλισμό.
Έτσι τα μεν σώματα των ευσεβών γονέων έπεφταν κατά γης, η δε αγία ψυχή τους ανέβαινε στον ουρανό. Όταν η Κυριακή οδηγήθηκε ενώπιον του Καίσαρα Μαξιμιανού Γαλέριου, εκείνος αρχικά προσπάθησε να τη δελεάσει με κολακίες και υποσχέσεις, προκειμένου να την πείσει να θυσιάσει στα είδωλα. Στις υποδείξεις, τις κολακίες και τις προτροπές, η Κυριακή απάντησε με παρρησία ότι δεν την ενδιαφέρει τίποτε από αυτά, διότι ήταν αφιερωμένη στον Σωτήρα και Λυτρωτή της Ιησού Χριστό και δεν πρόκειται να θυσιάσει στους ψεύτικους θεούς.
Μετά τα βασανιστήρια, ο Καίσαρας παραιτήθηκε από την προσπάθεια να πείσει την Κυριακή και έδωσε εντολή να την οδηγήσουν στον αιμοβόρο διοικητή της Βιθυνίας που λεγόταν Ιλαριανός. Ο Ιλαριανός έδωσε εντολή να την υποβάλουν σε ένα από τα πιο φρικτά και επώδυνα μαρτύρια.
Την κρέμασαν από τα μαλλιά της κεφαλής, την έγδυσαν και έκαιγαν το σώμα της με αναμμένες λαμπάδες. Η Μεγαλομάρτυς Κυριακή, έχοντας νου και ψυχή ανυψωμένα στον ουρανό, υπέμεινε με καρτερία τον πόνο, χωρίς γογγισμό, προσευχόμενη και ζητώντας την ενίσχυση του Κυρίου.
Ο Ιλαριανός, εντυπωσιασμένος μεν από την καρτερία της αλλά και εξοργισμένος από την αποτυχία της προσπάθειάς του, διέταξε να ρίξουν στη φυλακή τη νεαρή χριστιανή, προκειμένου να συνεχίσει την άλλη μέρα τα βασανιστήρια.
Εκεί λοιπόν, στη σκοτεινή φυλακή, εμφανίστηκε στη Μεγαλομάρτυρα ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος της είπε: «Μη φοβάσαι, Κυριακή, τα βασανιστήρια, διότι η χάρη μου θα είναι μαζί σου και θα σε προστατεύει από κάθε πειρασμό». Αφού δε θεράπευσε τις πληγές της, έφυγε στους ουρανούς.
Η εμφάνιση αυτή του Κυρίου και η θεραπεία των πληγών της τόνωσαν το φρόνημα της Μεγαλομάρτυνος. Έτσι, όταν την επομένη την οδήγησαν και πάλι ενώπιον του τοπικού διοικητή Ιλαριανού, ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει με θάρρος οτιδήποτε θα μηχανευόταν ο τύρανος.
Αυτός, βλέποντας ότι οι πληγές από τα χθεσινά βασανιστήρια είχαν τελείως θεραπευθεί, απευθυνόμενος στην Κυριακή, της είπε: «Είδες ότι οι θεοί μας σε θεράπευσαν; Έλα λοιπόν στο ναό τους για να τους προσφέρεις ευχαριστήρια θυσία».
Η χριστιανή νέα του απάντησε με παρρησία: «Δεν με θεράπευσαν οι ψεύτικοι θεοί σου, αλλά ο μόνος αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός. Αφού όμως με προσκαλείς, θα έρθω στο ναό των ειδώλων». Με τη συνοδεία και άλλων αξιωματούχων, ο Ηλαριανός, η Μεγαλομάρτυς Κυριακή και πλήθος λαού πήγαν στον ειδωλολατρικό ναό.
Όταν μπήκαν στο ναό, η Μεγαλομάρτυς Κυριακή, αφήνοντας όλους άφωνους, προσευχήθηκε μεγαλόφωνα στον Κύριο και Θεό της, τον Ιησού Χριστό. Του ζήτησε να λάμψει η αλήθεια και να διαλυθεί το σκότος της ειδωλολατρίας.
Και, ω του θαύματος, ξαφνικά τα είδωλα των θεοτήτων που βρίσκονταν μέσα στο ναό γκρεμίστηκαν σε συντρίμια, ενώ σεισμός μέγας με ανεμοστρόβιλο φοβερό τα διεσκόρπισε σε μεγάλη απόσταση. Έντρομοι όλοι οι παρευρισκόμενοι διαπίστωσαν με έκπληξη τη δύναμη της χριστιανικής πίστεως.
Αρκετοί δε από αυτούς παραδέχτηκαν ότι ο Θεός των Χριστιανών είναι αληθινός. Αστραπή από τον ουρανό χτύπησε στο πρόσωπο τον Ιλαριανό και ευθέως, πεσών εις την γη, απέθανε. Γράφει ο συναξαριστής: Ο νέος διοικητής της επαρχίας της Βυθινίας που λεγόταν Απολλώνιος, μόλις έμαθε ότι η Κυριακή διαδίδει μετά τον θάνατο του Ηλαριανού την χριστιανική πίστη, έδωσε εντολή να την συλλάβουν.
Ο Απολλώνιος διέταξε να ανάψουν μεγάλη φωτιά και να ρίξουν μέσα στις φλόγες της τη Μεγαλομάρτυρα Κυριακή. Πράγμα που έγινε. Όμως, τι το θαυμαστό ήταν αυτό που συνέβη μπροστά στα μάτια όλων! Αντί να κατακαεί η νεαρή χριστιανή, ο Θεός άκουσε τη σύντομη θερμή προσευχή της και την προφύλαξε.
Χωρίς να υπάρχουν στον ουρανό σύννεφα, δυνατή βροχή έπεσε και έσβεσε παρευθύς τη φλόγα εκείνη, με αποτέλεσμα η Μεγαλομάρτυς να μην πάθει απολύτως τίποτα. Αμέσως την έριξαν στα πεινασμένα λιοντάρια και τα άφησαν για να κατασπαράξουν την Κυριακή.
Και πάλι όμως ο κραταιός Θεός σκέπασε με την παντοδύναμη χάρη του τη Μεγαλομάρτυρα. Τα θηρία έγιναν αρνάκια και κάθισαν κοντά της και έγλυφαν τα πόδια της. Τότε αρκετοί από τους παρευρισκόμενους εθνικούς ομολόγησαν πίστη στον Ιησού Χριστό και απαρνήθηκαν τα εθνικά είδωλα.
Ο διοικητής της Βυθινίας Απολλώνιος έκανε μια ύστατη προσπάθεια για να μεταπείσει τη νεαρή χριστιανή κολακεύοντάς την. Αυτά και άλλα παρόμοια της έλεγε ο Απολλώνιος, νομίζοντας ότι κάτι θα επιτύχει. Εκείνη όμως, αφού τον κοίταξε με παρρησία, αναστέναξε βαθιά και του είπε: Υιέ του διαβόλου και εχθρέ κάθε δικαιοσύνης, με τόσο φθηνές κολακίες θέλεις να με μεταπείσεις;
Με τέτοια ψέματα προσπαθείς να με χωρίσεις απ' τον γλυκύτατο νυμφίο μου Χριστό; Μάθε λοιπόν, ασεβέστατε, ότι δεν πρόκειται να με χωρίσει απ' την αγάπη του ούτε ο πλούτος ή η φτώχεια, ούτε τα μαρτύρια και οι βασανισμοί, ούτε η ζωή ή ο θάνατος.
Επομένως, μην κουράζεσαι ελπίζοντας πως θα απαρνηθώ τον Κύριο και Θεό μου και θα επιστρέψω στα ξόανα και τα είδωλα της πλανεμένης θρησκείας σου. Ακόμα κι αν με ξαναρίξεις στη φωτιά ή με παραδώσεις στα άγρια θηρία, κι αν με πετάξεις στη θάλασσα ή με αποκεφαλίσεις με το ξίφος του δημίου, δεν θα καταφέρεις να αλλάξεις τη χριστιανική μου πίστη.
Γιατί λοιπόν με φοβερίζεις με έναν πρόσκαιρο θάνατο που στην πραγματικότητα είναι για μένα η πραγματική ζωή; Γιατί μου υπόσχεσαι τιμές οι οποίες για μένα είναι ατιμία; Για μένα ζωή, τιμή, ανάπαυση και χαρά είναι ο θάνατος για το όνομα του Κυρίου και Θεού μου. Γι' αυτό και τις τιμές που μου τάζεις, τις δόξες και τον πλούτο, τις θεωρώ τόση αξία όση έχει και ο πηλός της γης.
Στο σημείο αυτό, η υπομονή του έπαρχου της Βυθινίας εξαντλήθηκε. Έδωσε εντολή για τον αποκεφαλισμό της.
Οι δήμιοι πήραν την Κυριακή και την οδήγησαν έξω από την πόλη, προκειμένου να την αποκεφαλίσουν. Φτάνοντας στον ορισμένο τόπο, η Μεγαλομάρτυς τους παρακάλεσε να της επιτρέψουν για λίγη ώρα να προσευχηθεί.
Οι δήμιοι δεν της το αρνήθηκαν. Τότε εκείνη γονάτισε και, υψώνοντας τα χέρια της στον ουρανό, την δε ψυχή της στον Παντοδύναμο Θεό και Πατέρα, είπε: Κύριε Ιησού Χριστέ, αΐδιε Λόγε του Πατρός, εσύ που μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανυμνείσαι από τις ουράνιες δυνάμεις, εσύ ο οποίος δεν είσαι ορατός από κανέναν άνθρωπο κατά τη Θεότητα, ευαρεστήθηκες όμως να κατεβείς στη γη και να φανείς κατά σάρκα στους ανθρώπους, εσύ που ενδυνάμωσες και εμένα την ταπεινή και ανάξια δούλη σου να ομολογήσω το Άγιο Όνομά σου μπροστά σε βασιλιάδες και τυράννους, εσύ που με προστάτεψες ώστε να μείνω μέχρι σήμερα αγνή παρθένος,
εσύ που είσαι Κύριος του Ουρανού και της Γης, εσύ που εξουσιάζεις τη ζωή και τον θάνατο, εσύ που είσαι δημιουργός των ψυχών και των σωμάτων, παράλαβε και τη δική μου ψυχή και κατάταξέ την μαζί με τις φρόνιμες παρθένες.
Διότι δεν έσβησα το λυχνάρι της παρθενίας όπως οι μωρές παρθένες, δεν νύσταξε η ψυχή μου από αμέλεια και οκνηρία στην πορεία του κόσμου αυτού. Πίσω σου έτρεξα και εσένα ακολούθησα, πορεύτηκα στο δρόμο των εντολών σου.
Δέξου λοιπόν το πνεύμα μου στα χέρια σου και ανάπαυσέ το εκεί που βρίσκεται η κατοικία όλων εκείνων οι οποίοι ευφραίνονται κοντά σου. Κατάταξέ με στην αιώνια μακαριότητα μαζί με τους γονείς μου που μαρτύρησαν πριν από μένα για χάρη του ονόματός σου.
Θυμήσου και όσους επικαλούνται το Άγιο Όνομά Σου όταν θλίβονται εξαιτίας εμού της δούλης σου. Θυμήσου εκείνους που θα επιτελούν τη μνήμη του μαρτυρικού μου θανάτου. Αντάμειψέ τους με τις πλούσιες δωρεές των χαρισμάτων σου.
Άκουσε την προσευχή τους όταν καθημερινά απευθύνονται σε σένα, ικανοποίησε τα αιτήματά τους που αποβλέπουν στη δική τους σωτηρία, ώστε και για αυτούς να δοξαστεί το Άγιο Όνομά σου, διότι είσαι ευλογητός στους αιώνες των αιώνων.
Ο συναξαριστής αναφέρει ότι μόλις η Μεγαλομάρτυς και νύμφη του Χριστού Κυριακή τελείωσε την προσευχή της, άγγελοι του Θεού παρέλαβαν την αγία ψυχή της και δεν χρειάστηκε οι δήμιοι να κάνουν χρήση του ξίφους τους για να την αποκεφαλίσουν.
Έπειτα οι δήμιοι και οι λοιποί, ανάμεσα στους οποίους και οι Χριστιανοί, επέστρεφαν στην πόλη προκειμένου να ενημερώσουν και τον τοπικό διοικητή Απολλώνιο για τα πεπραγμένα. Τότε ακούστηκε μια υπερκόσμια φωνή που τους έλεγε: «Πηγαίνετε και διηγηθείτε σε όλους τα μεγαλεία του Θεού».
Έτσι οι χριστιανοί έμειναν στον τόπο της τελειώσεως της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Κυριακής, πήραν τη σορό της και την ενταφίασαν με τιμές, δοξάζοντας και ευλογώντας τον Κύριο και Θεό τους που ανέδειξε ανάμεσά τους μία ακόμη αγιασμένη ψυχή.
Η Αγία Κυριακή όχι μόνον υπέστη φρικτά μαρτύρια, αλλά και οδηγήθηκε έξω από την πόλη για να αποκεφαλιστεί, πράγμα που είχε αποδεχτεί εσωτερικά και με την προαίρεσή της ποθούσε, ανεξάρτητα αν ο Κύριος πήρε την ψυχή της και δεν επέτρεψε τον διά του ξίφους θάνατό της.
Δίκαια λοιπόν καλείται Μεγαλομάρτυς η Αγία Κυριακή. Η μνήμη της γιορτάζεται στις 7 Ιουλίου.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 47 παράγραφοι
During the reign of Emperor Diocletian, a Christian couple named Dorotheos and Eusebia lived in Asia Minor. They were known for their deep and steadfast faith in the one true God, their acts of charity, and the wisdom with which they lived.
Yet the couple carried a hidden sorrow. They had not been counted worthy to have a child, who would have brought them great happiness and inherited their wealth. Still, their sorrow did not drive them to despair or lead them to blaspheme God.
Instead, they remembered the many accounts in Holy Scripture of childless parents who were given children after fervent prayer, and they turned to that powerful help. The Lord heard the fervent prayers of Dorotheos and Eusebia and granted them the grace of a daughter. They baptized her, naming her Kyriaki because she was born on the day of Christ’s Resurrection.
Grateful to God, the happy parents devoted themselves to raising their only daughter, Kyriaki, following the counsel of Paul, the Apostle to the Gentiles: “Bring up your children with instruction and guidance inspired by faith in the Lord.”
They taught her obedience, modesty, devotion to God, purity of body and soul, trust in the Lord’s providence, love for those in need, and how to live out the Christian faith through her actions. Kyriaki did not disappoint them. Even as a young child, she showed signs of the woman she would become.
By the time she reached marriageable age, she was blessed with good judgment, self-control, learning, and fine character. She also had a rare beauty that impressed everyone. Her parents naturally hoped that their only daughter would make a good marriage.
But while Kyriaki’s parents thought of marriage, as did the families of her prospective suitors, she had made a different decision in her mind and heart. As the writer of her life points out, she did not use her beauty to attract reckless young men, nor did she lean from her window to capture men’s hearts.
Instead, she devoted herself with great zeal to adorning her soul through prayer, self-control, quietness, and fasting. Wishing to follow the example of the Most Holy Theotokos, she chose the path of virginity. She was also moved by the inspired words of the Apostle Paul to the Corinthians about marriage and remaining unmarried.
Paul’s words, “The one who marries does well, and the one who does not marry does even better,” helped her make her final decision. So when her devout parents suggested that she consider marriage, she told them she did not want it and asked them not to raise the matter again. She longed with all her heart to dedicate her body and soul to the Lord and His Ever-Virgin Mother.
Dorotheos and Eusebia were faithful Christians. They respected their only daughter’s request and glorified God, who had given them Kyriaki and blessed her with such a beautiful soul.
A wealthy pagan official in the region heard about Kyriaki—her beauty, her character, and her parents’ wealth. He promptly asked for her to become his daughter-in-law and the wife of his only son.
When Kyriaki learned what had happened, she answered calmly and openly: “I have chosen to be a bride of Christ. I do not want this pagan man as my husband; even if he were a Christian, I would not marry him. I have promised before the Lord to live and die a virgin.”
As might be expected, Kyriaki’s answer angered the pagan official. He hurried to Emperor Diocletian and denounced Dorotheos, his wife Eusebia, and their daughter Kyriaki as Christians.
The emperor ordered all three arrested and brought before him. Once they were there, they were told to offer incense to the idols. Unafraid of the furious emperor, Dorotheos openly confessed their Christian faith.
Diocletian first had Dorotheos tortured. Then he ordered Dorotheos and his wife Eusebia taken to Melitene in Asia Minor to be punished severely, in the hope that they would renounce their faith in Jesus Christ. If they refused, they were to be put to death for showing disrespect to the gods of the state.
He sent Kyriaki to his son-in-law, Caesar Galerius Maximian, who was in Nicomedia, to make her change her mind and persuade her to sacrifice to the idols. In Melitene, the local ruler, known for his brutality, briefly questioned Dorotheos and Eusebia. When he saw that they held fast to their Christian faith and refused to sacrifice to the idols, he had them cruelly tortured and then ordered them beheaded.
And so the bodies of her devout parents fell to the ground, while their holy souls ascended to heaven. When Kyriaki was brought before Caesar Galerius Maximian, he first tried to win her over with flattery and promises, hoping she would sacrifice to the idols. She answered all his advice, flattery, and urging without fear. None of it interested her, she said, for she was dedicated to her Savior and Redeemer, Jesus Christ, and would never sacrifice to false gods.
After having her tortured, the Caesar gave up trying to persuade Kyriaki and ordered her sent to Hilarianus, the bloodthirsty governor of Bithynia. Hilarianus ordered that she be subjected to one of the most dreadful and painful tortures.
They hung her by her hair, stripped her, and burned her body with blazing torches. With her nous (spiritual intellect) and soul lifted toward heaven, the Great Martyr Kyriaki endured the pain steadfastly, without complaint, praying and asking the Lord to strengthen her.
Hilarianus was struck by her endurance but furious that his efforts had failed. He ordered the young Christian woman thrown into prison so that he could continue torturing her the next day.
There, in the dark prison, our Lord Jesus Christ appeared to the Great Martyr and said, “Do not fear the tortures, Kyriaki. My grace will be with you and protect you from every temptation.” He healed her wounds and then ascended to heaven.
The Lord’s appearance and the healing of her wounds strengthened the Great Martyr’s resolve. So when they brought her before the local governor, Hilarianus, again the next day, she was ready to face with courage whatever the tyrant might devise.
Seeing that the wounds from the previous day’s torture had healed completely, he said to Kyriaki, “You see? Our gods have healed you. Come to their temple and offer them a sacrifice of thanksgiving.”
The young Christian woman answered him boldly: “Your false gods did not heal me. The one true God, Jesus Christ, healed me. But since you invite me, I will come to the temple of the idols.” Accompanied by other officials and a crowd of people, Hilarianus and the Great Martyr Kyriaki went to the pagan temple.
When they entered the temple, the Great Martyr Kyriaki astonished everyone by praying aloud to the Lord her God, Jesus Christ. She asked Him to let the truth shine forth and to dispel the darkness of idolatry.
And what a wonder! Suddenly, the idols in the temple crashed to pieces. A great earthquake and a fierce whirlwind scattered the fragments far and wide. Everyone present was terrified and amazed at the power of the Christian faith.
Many of them acknowledged that the God of the Christians is the true God. A bolt of lightning from heaven struck Hilarianus in the face; he fell to the ground and died at once. The Synaxarion tells us that when Apollonius, the new governor of Bithynia, learned that Kyriaki was spreading the Christian faith after Hilarianus’s death, he ordered her arrest.
Apollonius ordered a great fire to be lit and the Great Martyr Kyriaki to be thrown into the flames. This was done. But then, before everyone’s eyes, something wondrous happened. Instead of being burned, the young Christian woman was protected by God, who heard her brief, fervent prayer.
Though there were no clouds in the sky, a heavy rain fell and immediately put out the fire. The Great Martyr was completely unharmed. They then threw her to hungry lions, expecting them to tear her apart.
Once again, the mighty God sheltered the Great Martyr with His almighty grace. The wild beasts became as gentle as lambs. They sat beside her and licked her feet. Then many of the pagans present professed faith in Jesus Christ and renounced their idols.
Apollonius, the governor of Bithynia, made one last attempt to change the young Christian woman’s mind with flattery, thinking he might succeed. But she looked at him boldly, sighed deeply, and said, “Son of the devil and enemy of all righteousness, do you think such cheap flattery will change my mind?”
“Are you trying to separate me from Christ, my sweetest Bridegroom, with such lies? Know this, impious man: neither wealth nor poverty, neither torments nor torture, neither life nor death will separate me from His love.”
“So do not tire yourself hoping that I will deny the Lord my God and return to the carved images and idols of your misguided religion. Even if you throw me into the fire again, give me to wild beasts, cast me into the sea, or have the executioner behead me with his sword, you will not change my Christian faith.”
“Why, then, do you threaten me with a passing death that is, in truth, real life for me? Why promise me honors that I would count as disgrace? To die for the name of the Lord my God is life, honor, rest, and joy to me. The honors, glory, and wealth you promise me are worth no more to me than the mud of the earth.”
At this, the governor of Bithynia could endure no more. He ordered her beheaded.
The executioners took Kyriaki outside the city to behead her. When they reached the appointed place, the Great Martyr asked them to give her a little time to pray.
The executioners agreed. She knelt, raised her hands to heaven and her soul to God the Almighty Father, and said, “Lord Jesus Christ, eternal Word (Logos) of the Father, You are praised by the heavenly hosts together with the Father and the Holy Spirit. No human being can see You in Your divinity, yet You were pleased to come down to earth and appear to us in the flesh. You gave me, Your humble and unworthy servant, the strength to confess Your holy name before emperors and tyrants. You protected me so that I have remained a pure virgin to this day.
“You are the Lord of heaven and earth. You have power over life and death. You are the creator of souls and bodies. Receive my soul, too, and number it among the wise virgins.
“For I did not let the lamp of my virginity go out as the foolish virgins did. My soul did not grow drowsy through neglect and idleness as I journeyed through this world. I ran after You and followed You; I walked in the way of Your commandments.
“Receive my spirit into Your hands, then, and grant it rest where all those who rejoice in Your presence dwell. Number me among those who share eternal blessedness, together with my parents, who were martyred before me for the sake of Your name.”
Remember also those who call upon Your Holy Name when they suffer on account of me, Your servant. Remember those who commemorate my martyrdom. Reward them with the abundant gifts of Your grace.
Hear their prayers when they turn to You each day. Grant the requests that serve their salvation, so that Your Holy Name may be glorified through them as well. For You are blessed unto the ages of ages.
The account of the saints tells us that as soon as Kyriaki, the Great Martyr and bride of Christ, finished her prayer, angels of God received her holy soul. The executioners did not need to use their swords to behead her.
Then the executioners and the others, including the Christians, set out for the city to tell the local governor, Apollonius, what had happened. At that moment, a voice from beyond this world said to them, “Go and tell everyone of the mighty works of God.”
So the Christians stayed at the place where Saint Kyriaki the Great Martyr had departed this life. They took her body and buried it with honor, glorifying and blessing the Lord their God, who had raised up another holy soul among them.
Saint Kyriaki endured terrible tortures and was led outside the city to be beheaded. In her heart she had accepted this, and by her own free choice she desired it, even though the Lord received her soul before she could die by the sword.
Saint Kyriaki is therefore rightly called a Great Martyr. The Church commemorates her on July 7.