Η Αγία Σοφία και οι θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη
Ηχογράφηση 2
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Αγία Σοφία ανέθρεψε την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη στη χριστιανική πίστη. Τα ονόματά τους εκφράζουν τις αρετές που εξυμνεί ο Απόστολος Παύλος στον ύμνο της αγάπης.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςAnonimous, Novgorod school · Public domain
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 32 παράγραφοι
Η Αγία Σοφία και οι τρεις κόρες, Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη, ζούσαν την εποχή του Αυτοκράτορα Αδριανού, 117 έως 138 μ.Χ. Δεν επέλεξε συμπτωματικά και τα ονόματα των τριών θυγατέρων, αφού τους έδωσε τα ονόματα που συνοψίζουν τρεις βασικές αρετές του χριστιανισμού τις οποίες επισημαίνει ο Απόστολος Παύλος στον ύμνο της Αγάπης.
Η καταγωγή τους ήταν από οικογένεια ευγενών της Ιταλίας και η Αγία Σοφία είχε βαπτιστεί χριστιανή πριν παντρευτεί. Ο σύζυγος της Σοφίας πέθανε και έτσι μόνη της προσπαθούσε να μεγαλώσει τα παιδιά της, μαθαίνοντάς τους την πίστη του Χριστού.
Αναγκαζόταν να εργάζεται σκληρά, προκειμένου να εξοικονομήσει την υλική τροφή για την ίδια, αλλά και για τις ανήλικες κόρες, που ακόμη δεν είχαν συμπληρώσει τις ηλικίες των 12, των 10 και των 9 χρόνων αντίστοιχα.
Μάλιστα, κατάκοπη, όπως γύριζε καθημερινά από τη δουλειά, δεν παρέλειπε να τις καθοδηγεί, γεμάτη από ενθουσιασμό και πίστη στο Σωτήρα Χριστό.
Σωτήρα Χριστό. Έτσι πλημμύριζε τις αθώες παιδικές ψυχές με το κήρυγμα του Χριστού και η ενάρετη ζωή της αποτελούσε το λαμπρό παράδειγμα για αυτές. Συνιστούσε μάλιστα να στολίζονται με τις αρετές εκείνες που πρέπει να στολίζουν τον κάθε χριστιανό, προκειμένου να κερδίσουν τη βασιλεία των ουρανών. Για λόγους που δεν είναι γνωστοί, αργότερα η Σοφία πήρε τις τρεις κόρες της και πήγε στη Ρώμη, όπου συνέχισαν την ενάρετη ζωή τους. Δεν άργησε να γίνει γνωστή στη Ρώμη η άφιξη της Σοφίας.
Σοφίας και των θυγατέρων, όχι μόνο γιατί ήταν από σπουδαία οικογένεια, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι μια χήρα γυναίκα με τρεις ωραιότατες κόρες ζούσαν με σύνεση και αρετή σε μια κοινωνία κατά βάση έκφυλη και αμαρτωλή.
Η χριστιανική τους όμως συμπεριφορά δεν περνούσε απαρατήρητη. Έτσι οι φήμες τους έφθαναν παντού και όλοι τις επαινούσαν για τα πλούσια χαρίσματα που διέθεταν και τις σπάνιες αρετές που τις κοσμούσαν. Όμως ο διάβολος, που δεν μπορούσε να ανεχθεί τέτοιου είδους φήμη σε κανέναν, καταστρώνει γρήγορα το εξοντωτικό σχέδιο που δεν ήταν άλλο από σατανικό.
Ο Αντίοχος, που ήταν διοικητής της Ρώμης, ενημέρωσε τον Αυτοκράτορα ότι οι τέσσερις αυτές ψυχές πιστεύουν στο Θεό των Χριστιανών και περιφρονούν τους ειδώλους. Ο Αυτοκράτορας Αδριανός, με τη σειρά του, ακούγοντας το γεγονός και πλημμυρισμένη η καρδιά του από μίσος και θυμό, έδωσε εντολή να τις φέρουν γρήγορα μπροστά του προκειμένου να τις ανακρίνει.
Οι φρουροί, χωρίς χρονοτριβή, βρέθηκαν στο σπίτι τους και διά της βίας τις ανάγκασαν να τους ακολουθήσουν. Η μητέρα Σοφία κοίταξε με μητρική στοργή τις κόρες, δείχνοντάς τους έτσι ότι ήλθε η ώρα να ομολογήσουν τον Κύριο.
Λόγω της ευγενικής της καταγωγής, την κάλεσε στο παλάτι για να διευκρινίσει τις καταγγελίες. Οι φρουροί της φόρεσαν τις χειροπέδες και τις έσυραν με πρωτοφανή βαρβαρότητα. Ο Αυτοκράτορας Αδριανός, μόλις τις αντίκρισε και είδε την ευγένεια αλλά και τη σπάνια σωματική τους ομορφιά, έμεινε άναυδος.
Μονολογούσε με ποιο τρόπο θα τις πείσει να αλλάξουν πίστη, προκειμένου να κερδίσει χρόνο για να τις βλέπει περισσότερη ώρα. Έτσι αρχίζει μια επίπονη ανάκριση για τη μητέρα Σοφία, που παρά τους λαγούς με πετραχήλια που της έταζε δεν μπορούσε να την κάμψει.
Η απάντηση που έδινε ήταν στερεότυπη: «Ήρθαμε εδώ να ομολογήσουμε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και είμαστε έτοιμες να υποστούμε την κάθε τιμωρία», αφοπλίζοντας έτσι τον ανακριτή και φέρνοντάς τον σε αξιολύπητη θέση.
Τότε ο Αυτοκράτορας διέταξε να κρατήσει η συγκλητική Παλλαδία την Αγία Σοφία και τις τρεις κόρες της σε κατ’ οίκον περιορισμό και είπε ότι έχουν τρεις ημέρες περιθώριο να αρνηθούν την πίστη τους. Μόλις πέρασαν οι τρεις βασανιστικές μέρες και εφιαλτικές νύχτες που τους ασκήθηκε κάθε είδος τρομοκρατικής πίεσης, οδηγήθηκαν ξανά μπροστά του για να συνεχίσουν την ανάκριση.
Άρχισε να τις παίρνει με το καλό, τονίζοντας ιδιαίτερα τη σωματική τους ομορφιά, λέγοντάς τους συγχρόνως ότι η ομορφιά είναι δώρο των θεών για να τη βλέπουν όλοι οι άνθρωποι και να τη θαυμάζουν. Πόνταρε επίσης στο νεαρό της ηλικίας, χαρακτηρίζοντάς τις λουλούδια ανοιξιάτικα που δεν άρχισαν ακόμη να ευωδιάζουν.
Αφού είδε τη Σοφία να επιμένει στην ομολογία, έδωσε εντολή να τη φυλακίσουν.
Έτσι η μητέρα βρήκε την ευκαιρία και το χρόνο να απευθύνει στις κόρες της τις απαραίτητες παραινέσεις, λέγοντας τα εξής: «Εγώ, παιδιά μου αγαπημένα, ως μητέρα που σας έφερα στον κόσμο, σας ανέθρεψα εν παιδεία και εν νουθεσία Κυρίου. Επειδή λοιπόν οι περιστάσεις σας καλούν σε πνευματικούς αγώνες, δείξτε ποια από σας είναι ο άξιος καρπός των λόγων. Δεν σας κρύβω βέβαια ότι η νεαρή ηλικία σας μου προκαλεί φόβο. Γι' αυτό δείξτε προσοχή.»
και μη δειλιάσετε μπροστά στην απειλή, αφού ακατάβλητη δύναμη θα έχετε τη συμμαχία του Χριστού μας. Οι μέρες πέρασαν και πήραν πρώτα τα κορίτσια να τα παρουσιάσουν στο δικαστή. Ζαλισμένος από τα σπάνια ψυχικά χαρίσματα και θαμπωμένος από τη σπάνια σωματική ομορφιά, δεν ήξερε τι να αποφασίσει.
Ο αυτοκράτορας με κολακείες και υποσχέσεις και μετά με απειλές προσπάθησε να αλλάξει τις αγνές κόρες. Όμως δεν το κατάφερε και έτσι τις χώρισε, πιστεύοντας ότι θα είναι πιο ευάλωτες μία-μία. Πρώτη ήταν η Αγία Πίστη, η μεγαλύτερη από τις τρεις κόρες της Αγίας Σοφίας.
Της ζητήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα και εκείνη αρνήθηκε. Βρήκε το κουράγιο και τη δύναμη να τους πει ότι αυτά είναι ανόητα πράγματα, να απαιτείτε από τους ανθρώπους να θυσιάσουν στους ανύπαρκτους ειδωλολατρικούς σας θεούς.
Αν και ήταν μόλις 12 χρονών, δεν δείλιασε και με θάρρος έλεγξε τα τεχνάσματα που μηχανευόταν ο τύρανος. Τότε την έγδυσαν, την έδεσαν πισθάγκωνα και την έδειραν με ραβδιά. Τότε ο αυτοκράτορας Ανδριανός διέταξε και της έκοψαν τα στήθη και αντί για αίμα έβγαλαν.
Ύστερα την έβαλαν πάνω σε μια πυρακτωμένη σχάρα, αλλά με τη δύναμη του Θεού η Αγία Πίστη δεν έπαθε τίποτα και την έβαλαν σε ένα αναμμένο τηγάνι γεμάτο πίσσα και άσφαλτο. Πολλοί από τους παρευρισκομένους πίστεψαν στο Χριστό βλέποντας όλα τα θαύματα.
Τελικά η Αγία Πίστη θανατώθηκε με ξίφος. Στον τόπο της εκτέλεσης τη συνόδεψε η μητέρα της, Αγία Σοφία, που της έδινε θάρρος για να μαρτυρήσει υπέρ του Χριστού. Ακολούθησε στο κριτήριο η δεκάχρονη Αγία Ελπίδα.
Σταθερή και αμετάθετη στην πίστη της, χτυπήθηκε και αυτή με ραβδιά όπως η αδερφή της. Έπειτα την έβαλαν σε αναμμένο καμίνι, αλλά με τη δύναμη του Θεού δεν έπαθε τίποτα. Μετά την κρέμασαν σε πάσαλο και την έγδαραν με μεταλλικά νύχια και στη συνέχεια την έβαλαν σε αναμμένο καζάνι.
Η Αγία Ελπίδα δεν έπαθε τίποτα, αλλά το φλεγόμενο υγρό πετάχτηκε από το καζάνι και σκότωσε πολλούς ειδωλολάτρες. Ο γελοίος και άχρειος δικαστής γελοιοποιήθηκε για μία ακόμη φορά από ένα κοριτσάκι που μόλις είχε συμπληρώσει τα δέκα του χρόνια.
Τέλος διέταξε τον αποκεφαλισμό της και έτσι η Αγία Ελπίδα έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου. Έλπιζε όμως στη συμπεριφορά της τρίτης και μικρότερης, της Αγάπης. Πίστεψε ότι, λόγω του νεαρού της ηλικίας της, αφού μόλις είχε γίνει εννέα χρονών, θα τα καταφέρει να την ξεγελάσει.
Έδωσε εντολή και την έφεραν γρήγορα μπροστά του. Και άρχισε να την κολακεύει προκειμένου να την παραπλανήσει να θυσιάσει στα είδωλα. Η εννιάχρονη Αγία Αγάπη, αν και είχε δει το μαρτύριο των αδελφών της, δεν δείλιασε ούτε αυτή και με μεγάλη φρονιμάδα ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό.
Ο τύρανος διέταξε να την κρεμάσουν σε ένα πάσαλο και να τη χτυπούν πολύ δυνατά με λουριά. Όμως με θείο θαύμα έγινε πάλι καλά και τότε την έβαλαν μέσα σε αναμμένο καμίνι. Ένας άγγελος τη φύλαγε όσο ήταν μέσα στο καμίνι και δεν έπαθε τίποτα η Αγία Αγάπη.
Φωτιά πετάχτηκε από το καμίνι και μισοέκαψε όσους βρίσκονταν εκεί. Ο αυτοκράτορας Αδριανός όμως, παρά τα θαύματα, έμεινε σταθερός στις απάνθρωπες αποφάσεις του. Διέταξε να τρυπήσουν το σώμα της με μεγάλα καρφιά και τελικά διέταξε τον αποκεφαλισμό της.
Δίπλα στα κακοποιημένα νεκρά σώματα των αδελφών της ήταν το σημείο που επρόκειτο να την αποκεφαλίσουν. Η μητέρα της δίπλα τη συνόδευε χαϊδεύοντάς τη μητρικά και ένιωθε υπερήφανη για αυτήν της τη συμπεριφορά.
Η Αγία Σοφία δόξασε το Θεό γιατί γέννησε τέτοια ευλογημένα παιδιά και ενταφίασε τις κόρες Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη στις κατακόμβες της Ρώμης. Ο δικαστής είχε αποφασίσει ότι το μεγαλύτερο βασανιστήριο για τη μητέρα είναι να είναι ζωντανή και να σκέφτεται το μαρτυρικό θάνατο των παιδιών της.
Η Αγία Σοφία πήρε τα αγνά κορμάκια των τριών κοριτσιών που ευωδίαζαν πνευματικά και τα τοποθέτησε μέσα σε κάποια εκκλησία που είχε φροντίσει η ίδια να κατασκευάσει. Δεν άντεξε όμως να ζει χωριστά και μακριά από τις κόρες και πάνω στους τάφους των θυγατέρων άφησε την τελευταία της πνοή σε διάστημα τριών ημερών από το θάνατό τους, ευτυχισμένη και στεφανομένη με το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.
Η μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Σοφίας, Πίστης, Ελπίδας και Αγάπης τιμάται από την Εκκλησία μας στις 17 Σεπτεμβρίου.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 32 παράγραφοι
Saint Sophia and her three daughters, Faith, Hope, and Love, lived during the reign of Emperor Hadrian, from AD 117 to 138. Sophia chose her daughters’ names with care. They express three essential Christian virtues that the Apostle Paul praises in his hymn to love.
They came from a noble Italian family, and Saint Sophia had been baptized as a Christian before she married. After her husband died, she raised her children alone, teaching them faith in Christ.
She had to work hard to provide food for herself and her young daughters, who were still under twelve, ten, and nine years old, respectively.
Yet however exhausted she was when she came home from work each day, she never failed to guide them, full of zeal and faith in Christ the Savior.
In this way, she filled the innocent souls of the children with the preaching of Christ, and her virtuous life gave them a shining example. She urged them to adorn themselves with the virtues that should mark every Christian, so that they might gain the Kingdom of Heaven. Later, for reasons unknown, Sophia took her three daughters to Rome, where they continued to live virtuously. News of Sophia’s arrival soon spread through Rome.
People took notice of Sophia and her daughters, not only because they came from a distinguished family, but above all because this widow and her three beautiful daughters lived with prudence and virtue in a society marked by immorality and sin.
Their Christian way of life did not go unnoticed. Word of them spread everywhere, and people praised their many gifts and rare virtues. But the devil could not bear to see anyone held in such esteem, and soon devised a cruel, satanic plan to destroy them.
Antiochus, the governor of Rome, told the emperor that these four souls believed in the God of the Christians and rejected the idols. When Emperor Hadrian heard this, his heart filled with hatred and anger. He ordered them brought before him at once for questioning.
The guards went straight to their home and forced them to come along. Sophia looked at her daughters with a mother’s tenderness, showing them that the hour had come to confess the Lord.
Because of Sophia’s noble birth, the emperor summoned her to the palace to answer the accusations. The guards put them in chains and dragged them away with extraordinary brutality. But when Hadrian saw them, he was struck speechless by their noble bearing and remarkable beauty.
He wondered how he could persuade them to abandon their faith, hoping to keep them before him longer. Then he began a grueling interrogation of Sophia. He promised her everything imaginable, but nothing could sway her.
Her answer was always the same: “We have come here to confess the Lord Jesus Christ, and we are ready to endure any punishment.” Her words left her interrogator at a loss and made him look pitiable.
The emperor then ordered Palladia, a woman of senatorial rank, to keep Saint Sophia and her three daughters under house arrest. He gave them three days to renounce their faith. During those three agonizing days and dreadful nights, they faced every kind of intimidation. Then they were brought before him again for further questioning.
He began by speaking gently to them, dwelling on their beauty. He told them that beauty was a gift from the gods, meant for everyone to see and admire. He also appealed to their youth, calling them spring flowers whose fragrance had yet to bloom.
When he saw that Sophia remained firm in her confession of faith, he ordered her imprisoned.
So the mother found the time and opportunity to give her daughters the counsel they needed. She said, “My beloved children, I brought you into this world and raised you in the discipline and instruction of the Lord. Now that you are called to spiritual struggle, show that my teaching has borne worthy fruit in you. I must admit that your young age makes me afraid. So take care.”
“And do not lose heart in the face of his threats, for Christ our Lord will stand with you and give you strength that cannot be overcome.” The days passed, and the girls were the first to be brought before the judge. Overwhelmed by their rare spiritual gifts and dazzled by their beauty, he did not know what to decide.
The emperor tried to change the innocent daughters’ minds, first with flattery and promises, then with threats. When he failed, he separated them, thinking each would be more vulnerable on her own. The first was Saint Faith, the eldest of Saint Sophia’s three daughters.
They demanded that she sacrifice to the idols, but she refused. She found the courage and strength to tell them, “How foolish to demand that people offer sacrifices to your pagan gods, who do not even exist!”
Though she was only twelve, she did not lose heart. She boldly denounced the tyrant’s schemes. So they stripped her, tied her hands behind her back, and beat her with rods. Then Emperor Hadrian ordered her breasts cut off, and instead of blood, milk flowed out.
Next they placed her on a red-hot grate, but by God’s power Saint Faith was unharmed. They then put her in a blazing pan filled with pitch and bitumen. Many who witnessed these miracles came to believe in Christ.
At last Saint Faith was put to death by the sword. Her mother, Saint Sophia, accompanied her to the place of execution, encouraging her to bear witness to Christ. Then ten-year-old Saint Hope was brought before the court.
Steadfast and unwavering in her faith, Saint Hope was beaten with rods, just as her sister had been. Then they put her in a blazing furnace, but by the power of God she came to no harm. After that, they hung her from a post and tore at her with metal claws, before placing her in a boiling cauldron.
Saint Hope came to no harm, but the burning liquid burst from the cauldron and killed many of the idol worshippers. Once again, a girl who had only just turned ten put the foolish and contemptible judge to shame.
Finally, he ordered her beheaded, and Saint Hope received the crown of martyrdom. But he hoped the third and youngest sister, Love, would respond differently. Since she had just turned nine, he thought he could deceive her.
He ordered Saint Love brought before him at once and began flattering her, hoping to persuade her to sacrifice to the idols. Though she had seen her sisters suffer martyrdom, the nine-year-old Saint Love did not lose heart. With remarkable wisdom, she confessed her faith in Christ.
The tyrant ordered her hung from a post and beaten hard with leather straps. But by a divine miracle she was healed, so they put her in a blazing furnace. An angel guarded Saint Love while she was inside, and she came to no harm.
Fire burst from the furnace and badly burned those nearby. Yet despite these miracles, Emperor Hadrian stood by his cruel decisions. He ordered her body pierced with large nails and, finally, ordered her beheaded.
She was to be beheaded beside the battered bodies of her sisters. Her mother accompanied her, gently stroking her and feeling proud of her courage.
Saint Sophia glorified God for having given birth to such blessed children, and buried her daughters Faith, Hope, and Love in the catacombs of Rome. The judge had decided that the greatest torment for their mother would be to leave her alive to remember her children’s deaths as martyrs.
Saint Sophia took the pure bodies of the three girls, which gave off a spiritual fragrance, and placed them in a church she herself had arranged to build. But she could not bear to live apart from her daughters. Within three days of their deaths, she breathed her last at their graves, rejoicing and crowned with the unfading crown of martyrdom.
Our Church commemorates the holy martyrs Sophia, Faith, Hope, and Love on September 17.