Ο Άγιος Διονύσιος
Η αφήγηση αναφέρεται στη μεταφορά των λειψάνων του Αγίου Διονυσίου από τη Μονή Στροφάδων στη Ζάκυνθο το 1703. Ως νέος μοναχός προσευχόταν τις νύχτες σε σπήλαιο. Ο αφηγητής περιγράφει πώς οι πύλες της μονής άνοιγαν και έκλειναν με τις προσευχές του.
Ελληνικά και αγγλικάΚείμενο
3 Πατήστε για παύση Ένα διαδραστικό πρόγραμμα αναπαραγωγής φορτώνεται με JavaScript. Χωρίς αυτό, χρησιμοποιήστε τον άμεσο σύνδεσμο ήχου και την περίληψη παρακάτω.
Το ελληνικό ηχητικό είναι η αρχική ηχογράφηση. Η αγγλική αφήγηση βασίζεται στο ελληνικό κείμενο και χρησιμοποιεί φωνή τεχνητής νοημοσύνης.
Πηγή και στοιχεία εικόναςMoralmonke (source credit) · CC BY-SA 4.0
Διαβάστε τον βίο
Κείμενο
Το ελληνικό κείμενο ακολουθεί την αρχική ηχογράφηση. Το αγγλικό κείμενο ακολουθεί την αγγλική αφήγηση.
Κείμενο ελληνικής πηγήςGR · 56 παράγραφοι
Με την ευλογία του Αγίου Διονυσίου, μια και βρεθήκατε σήμερα εις το νησί μας, όπου και με την ευκαιρία έχουμε την εορτή του Αγίου μας, είναι η μετακομιδή του Ιερού Λειψάνου από τη Μονή των Στροφάδων στη Ζάκυνθο, που έγινε το 1703.
Στις 703 θα ήθελα να αρχίσω, πριν από τη βιογραφία, εν περιλήψει, του Αγίου μου. Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε μέσα στη Ζάκυνθο, αλλά οι γονείς του δεν ήταν εδώ, όχι από τη Ζάκυνθο μόνο, αλλά ούτε και από την Ελλάδα. Ο πατέρας του λεγόταν Μώκιος και ήταν από τη Νορμανδία. Η μητέρα του λεγόταν Παυλίνα και ήταν από την Ιταλία. Και ήρθανε φώτειροι εδώ πέρα εις τη Ζάκυνθο και κατοικήσαν, έγιναν ορθόδοξοι χριστιανοί και απέκτησαν τρία παιδιά: τον νυν Άγιον Διονύσιο, ε, τότε το βαπτιστικό του όνομα, τον έλεγαν Δραγανίγο, τον αδερφό του Κωνσταντίνο και την αδερφή του Σιγούρα. Και ήταν και από μια οικογένεια εξέχουσα, ενώ μάλιστα υπάρχει ακόμα στο νησί.
Ο Άγιος γεννήθηκε το 1547. Από ηλικίας 19 ετών πήγε, όπως σας είπα προηγουμένως, στη Μονή των Στροφάδων. Από μικρός έδειχνε, όπως αναφέρει η βιογραφία, υπερέβαινε, λέει, τους άλλους πατέρες της Μονής στην αρετή του, όπου θα σας πω δύο χαρακτηριστικά.
Μόλις ετελείωνε η ακολουθία μετά από την τράπεζα και το απόδειπνο και πήγαιναν οι μοναχοί να ησυχάσουν. Ο Άγιος έβγαινε από το μοναστήρι και πήγαινε μέσα στο δάσος σε μια σπηλιά η οποία βρίσκεται ακόμα στη Μονή των Στροφάδων και έκανε προσευχή μέχρι που να κτυπήσει το τάλαντο για να αρχίσει πάλι η ακολουθία του όρθρου.
Με τον εξής θαυμαστόν τρόπο. Η Μονή των Στροφάδων είναι σαν φρούριο, όπου έχει μία πύλη και έχει τρεις πόρτες. Πρώτη, δεύτερη και τρίτη. Και μόλις εγωνάτιζε ο Άγιος και έκανε προσευχή, ανοίγανε και οι τρεις πύλες.
Έφευγε, πήγαινε στο δάσος, μόλις έβγαινε απ' έξω, έκανε πάλι προσευχή, κλείνανε οι πόρτες και μόλις ερχότανε πάλι μέσα από το δάσος, από την προσευχή, το έκανε όλη τη νύχτα σχεδόν μέσα στη σπηλιά, ανοίγανε πάλι οι πόρτες.
Το ηγουμενείο είναι απάνω ακριβώς από την πύλη της Μονής. Και άκουσε το θόρυβο ο ηγούμενος. Και κοιτάζει, βλέπει τον μοναχό δόκιμο Δραγανίκο να κάνει προσευχή, να ανοίγουν οι πύλες, να μπαίνει μέσα και ξανά να κάνει προσευχή, να κλείνουν οι πύλες. Κατάλαβε λοιπόν ότι είναι αρετής άνθρωπος.
Δεν είπε όμως σε κανένα τίποτα για να μην του δώσει αυτό που μάχεται ο κατά Χριστόν μοναχισμός, τον εγωισμό.
Αλλά όμως είχε υπόψη του για να του κάνει την κουρά,
Κάνει την κουρά να τον κάνει Ιεροδιάκονο και Ιερομόναχο. Πράγματι λοιπόν, του πρότεινε και του λέγει: «Δραγανίκο, θα σε κάνω μοναχό, θα σε κάνω την κουρά και θα σε ονομάσω από Δραγανίκο Δανιήλ». Δέχεται ο Άγιος, πήρε το όνομα Δανιήλ, μετά τον έκανε και Ιεροδιάκονο και στη συνέχεια τον έκανε Ιερομόναχο. Μόλις έγινε Ιερομόναχος, επιθυμία του
του Αγίου μας ήταν να πάνε προσκύνηση στους Αγίους Τόπους.
Έφυγε από τη Μονή των Στροφάδων, στη Ζάκυνθο, έφτασε στην Αθήνα. Εκεί λοιπόν τότε ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ονόματι Νικάνορα,
όπου καθυστερήσαν λίγο εκεί πέρα στην Αθήνα, πάμε, λέει, να επισκεφτούμε τον Αρχιεπίσκοπο και να πάρουμε και την ευχή του. Μόλις υπολοιπήσε τον Αρχιεπίσκοπο και συνομιλούσε με τον Άγιο, Είδε ότι είναι αρετής, λέει, Πάτερ Δανήλ, μια και έγινα τώρα εκεί που είναι ο Άγιος Νεκτάριος Μάλιστα, εκεί υπάρχει και η εκκλησία του Αγίου μας απέναντι από τη Μονή, που είναι και η εικόνα του.
Και ένα μάλιστα, και ένας θρόνος πέτρινος, που δίδασκε τότε στους Αιγινίτες. Να γίνεις, του λέει, Δεσπότης στην Αίγινα, που δεν έχουν, λέει, Δεσπότη.
Λέει, δεσπότη, του λέει, Μακαριότατε, δεν ήρθα, λέει, για να γίνω δεσπότης. Εγώ ήρθα απλώς να πάρω την ευχή σας, να πάω, λέει, στα Ιεροσόλυμα, να προσκυνήσω στους Αγίους Τόπους και μετά να επιστρέψω, λέει, στη μονή της μετανοίας μου. Γι' αυτό, λέει, επιμένω, διότι δεν ήρθες με ανθρώπινο μέσο, αλλά είναι από το Θεό. Γι' αυτό, του λέει, μην αντιστέκεσαι στη βουλή του Θεού. Παρά τις αντιρρήσεις του Αγίου, δέχεται και χειροτονείται στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ελευθερίου.
Του Αγίου Ελευθερίου, που είναι δίπλα από το Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών, εκεί έγινε η χειροτονία του Αγίου μας. Και από Δανιήλ του δίδει το όνομα Διονύσιος, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, που είναι πολιούχος των Αθηνών.
Στην Αίγινα έκάθησε τρία με τρία μισή χρόνια. Δίδασκε, ζούσε πραγματικά κατά Χριστό και, Θεού οικονομία βέβαια, παραιτείται μόνος του από το θρόνο. Και έρχεται στη Ζάκυνθο και έκανε απλώς τον εφημέριο σε ένα εκκλησάκι που ονομάζεται Άγιος Νικόλαος, όπως πιάνει το φεριμπότ.
Εκεί, μάλιστα, είναι και μια προθήκη με τα αρχιερατικά του. Αλλά και εκεί δεν κάθισε για πολύ καιρό, ένα χρόνο νομίζω. Έφυγε και πήγε σε ένα μοναστήρι που λέγεται της Παναγίας Αναφωνήτριας.
Εκεί έμεινε ηγούμενος 30 με 32 χρόνια.
Εκεί θα σας πω και το συγκλονιστικό γεγονός, το οποίο είναι βέβαια σε όλους μας γνωστό,
αλλά δεν ξέρω κατά πόσο εφαρμόζεται σε όλους μας.
Εκεί λοιπόν ο Άγιος, ένα πρωινό μετά την ακολουθία, άκουσε κάποιον να χτυπάει κάτω επίμονα.
Το επίμονα στο μοναστήρι, αλλά εντωμεταξύ άκουσε και ντουφεκές και φωνές και άλογα να τρέχουν. Τότε, στην εποχή εκείνη, κατέβηκε ο Άγιος, άνοιξε και τι να δει; Έναν άνθρωπο ταραγμένο, φοβισμένο, αλλά και γεμάτος από αίματα. «Τι σου συμβαίνει, παιδί μου;» λέει. «Πάτερ μου, από το Θεό και στα χέρια σου, τρεις μέρες έχω και να κοιμηθώ και να φάω, τρέχω από βουνά σε βουνά.»
και με κυνηγούν να με σκοτώσουν διότι σκότωσα λέει κάποιον άρχοντα. Λέει: «Ποιον άρχοντα;» Λέει: «Να, τον Κώστα». Μια οικογένεια, η οικογένεια του, ξέχασα να σας πω, η οικογένεια του Αγίου μας ονομάζεται Σιγούρου.
Λέει τον Σιγούρον, λέει ναι, λέει τι σου έκανε, τίποτα λέει δεν με έκανε, χρήματα λέει μου έδωσαν και εγώ λέει τον έσφαξα και τον είδε και ήταν γεμάτος αίματα. Εκεί, μεταξύ άλλων, έχει βγάλει ένα ποίημα ο Μαρτζόκης. Λέει ένα τετράστιχο τα εξής: Όταν ο Άγιος άκουσε ότι σκότωσε τον αδελφό του και τα αίματα που είναι στα χέρια του και απάνω του είναι του αδελφού του, δάκρυσε, συγκινήθηκε και λέγει: «Εστάξανε τα δάκρυα του Αγίου απάνω στο χέρι το ματωμένο.»
Έμα και δάκρυ ζημίγουν τα αδέρφια τα καγημένα, έτσι γράφει μέσω Μαζόγιες «Το χέρι που τα χώρισε για λίγο τα ενώνει, το χέρι να τριχιάζει». Λέει πάτερ μου γιατί κλαις «Αχ», του λέει, «δύστυχε, τι ποτήρι με έφερες να πιω πρωί πρωί».
Λέει σε παρακαλώ Τον εγκληπαρούσε Κρύψη με του λέει «Μην με μαρτυρήσεις, γιατί θα με σκοτώσουν». Του λέει: «Παιδί μου, από τον πρώτο μπορώ να σε κρύψω». Από τους ανθρώπους. Από το Θεό, αυτή τη στιγμή δεν καταλάβαινε τίποτα.
Τέλος πάντων, εμείς στον Πολυλογό τον πάνε μέσα στο δωμάτιό του, εμείς το λέμε κελί, και ό,τι είχε εκείνη τη στιγμή που ήταν πεινασμένος του έδωσε και έτρωγε. Το διάλογο αυτό τον άκουσε ένας μοναχός ονόματι Νικήτας, που είχαν πλησιάσει εν τω μεταξύ και οι συγγενείς του Αγίου και η φρουρά για να συλλάβουν το φονιά.
Τον φονιά, του λέει, είδες, Πάτερ Διονύση, τι έκανε η Θεία Δίκη; Εκεί, παιδί μου, να, τόση Ζάκυνθος, τόσα χωριά, τόσες ρεματιές, τόσα μοναστήρια, δεν πήγαινε να κρυφτεί; Τον έφερε ίσα στα χέρια σου, γιατί, καθώς άκουσα, έσφαξε, λέει, τον αδερφό σου, όπου δεν του έκανε τίποτα. Του έδωσε χρήματα. Αν τον αφήσεις, λέει, και δεν τον παραδώσεις, θα του δίνουν χρήματα, του λέει, Πάτερ μου, και να σκοτώνει τους ανθρώπους. Εδώ όμως να ακούσουμε όλοι μας, και πρώτος εγώ, που τα φυγούμε.
Τα λόγια που είπε ο Άγιος στον υποταχτικό του ονόματι Νικήτα διά τον φονιά: Του λέει, το θέμα μας είναι, παιδί μου, ότι ο αδελφός μου είναι νεκρός. Εάν, λέει, τον παραδώσω και όπως είναι αγριεμένοι τον σκοτώσουν, θα αναστηθεί ο αδελφός μου;
Λέει όχι. Τότε, του λέει, τι έκανα να παραδώσω μια ψυχή αμετανόητη να βασανίζεται αιωνίως στον Άδη; Εδώ είναι και πραγματικά η ουσία και ο Χριστός εδώ μίλησε μέσα στην καρδιά του Αγίου μας. Διότι ήταν αδύνατο εκείνη τη στιγμή να σκεφτεί αυτά τα λόγια εάν δεν ήταν πνευματοφόρος και χριστοφόρος ο Άγιος Διονύσιος.
Να αγαπήσει περισσότερο την ψυχή του δολοφόνου παρά τη φυσιολογική αδερφική αγάπη. Και επιτρέψτε μου να κάνω ένα μικρό σχόλιο. Δι' αυτό έχουμε ναυαγήσει σήμερο η ανθρωπότητα, διότι δεν αγαπάμε τον άνθρωπο ψυχικώς, αλλά τον αγαπάμε μόνο σαρκικώς.
Και εδώ είναι και το ναυάγιο. Ο Άγιος λοιπόν, για να φωτιστεί εκείνη τη στιγμή από το Πνεύμα το Άγιο, του λέγει: «Όχι, δεν το κάνω αυτό».
«Και ας μου έφερε να πιω αυτό το ποτήρι. Εγώ θέλω να τον σώσω, και σωματικώς και ψυχικώς». Και πράγματι λοιπόν πήγε κάτω, μεταξύ αυτού ήτανε, μάλιστα και αγιογραφημένο αυτό που σας λέγω, μέσα στην εκκλησία, τοιχογραφία, ήτανε και το παιδί του αδερφού του, δηλαδή ο ανιψιός του, που έπεσε απάνω στην αγκαλιά του. «Θείε», του λέει, «σκοτώσανε τον πατέρα μου».
«Και ασφαλώς», λέει, «θα είναι εδώ μέσα ο φονιάς κρυμμένος, διότι στο μονοπάτι της Μονής έτρεχε». «Όχι, παιδιά, δεν τον είδα».
Εκάλυψε με αυτό, ας το πούμε, ψέμα τον φονιά, αλλά δεν είναι ψέμα, είναι το απόρρητο της εξομολογήσεως του ιερέως. Και για να τους αποτρέψει, γράφει μέσα σε βιογραφία, τους λέγει: «Να, απέναντι στη ρεματιά, λέει, άκουσα θόρυβο, τρέχτε», για να μην μπουν μέσα, έτσι θα τον πιάνανε και θα τον σκοτώσουν.
Εδώ έρχεται η δεύτερη σκηνή και πάει τώρα στον φονιά και του λέει: «Ξέρεις, παιδάκι μου, αυτόν που σκότωσες, σε μένα τι συγγένεια έχει;» Που αποκλείεται να ήξερε ότι θα είναι αδερφός του, το θύμα, και θα πήγαινε για να τον περιθάλψει.
Λέει όχι, λέει να ξέρεις ότι είναι αδερφός μου. Λέτε, ο καθένας ας σκεφτεί εδώ πέρα τι εκείνη τη στιγμή μέσα του έλεγε: «Μα αδερφός του και να με φιλοξενήσει; Μα αδερφός του και να με προστατεύσει; Ή θα με σκοτώσει;» Κουάγιος είδε αυτήν την αναστάτωση που είχε μέσα του και του λέγει, παιδί μου, μην ανησυχείς, είδανε στο χέρι μου, θα σε είχα προδώσει και δεν θα ζούσες τώρα, θα σ' έκανε κομματάκια όπως το ιστορικισμένο σου.
Θέλω να του λέει μια χάρη από σένα. Λέει, χάρη, εγώ σου λέω, εσύ έκανα αυτό το κακό. Μπορείς εσύ να επαναφέρεις τη ζωή των άνθρωπων που σκότασαν, σου λέω, όχι, γιατί να φέρεις. Του έκανε κατηχητικό λόγο και πραγματικά τον έφερε σε τέτοια μετάνοια.
Και εκεί εθαύμασε την ανεξικακία του και την αγάπη και τη συγχωρητικότητα ο φονιάς. Και είπε πες μου πάτερ τι να κάνω, αυτό του λέγει Όπως και εγώ παιδί μου σε συγχώρησα έτσι να εσβήσει από το Θεό να συγχωρέσει Και του έδωσε άλλα ρούχα, τα ματωμένα, του έδωσε χρήματα και με το καήκι της Μονής της Παναχίας Ισονοφογητρίας, τον εφηγάδευσε έντον πιάσω.
Και έχουμε πληροφορίες από παράδοση, διότι είχαν γράψει βέβαια στα βιβλία και αυτά έχουν απολεσθεί από τη Μονή των Στροφάδων. Επήγε με τη βαρκούλα του μέσα στη Μονή των Στροφάδων, εκεί που μετά επήγε ο Άγιος και κάθισε, αλλά και εκείνο που είναι μέσα εκεί στη Μονή των Στροφάδων είναι ο τάφος του Αγίου, διότι όταν εκοιμήθη άφησε εντολή. Εδώ εκοιμήθη, στη Ζάκυνθο, το 1622. 17 Δεκεμβρίου είναι η μνήμη του.
Και είχε αφήσει εντολή, λέγει: «Θέλω να πάτε να με κηδέψετε στη Μονή της μετανοίας μου». Και εκεί πραγματικά, μέσα σε αυτό το μοναστήρι, που είναι ένα παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου, είναι ο τάφος του Αγίου Διονυσίου.
Και ο φονιάς απεκαλύφθη λίγο πριν κοιμηθεί. Είπε ότι «εγώ σκότωσα τον αδερφό του ηγουμένου της Μονής Αναφωνήτριας και αυτός με περίθαλψε», αυτά που σας είπα προηγουμένως. Αυτό δεικνύει του Αγίου μας αυτό που λέγει ο Απόστολος Παύλος: Τρία θα μείνουν, πίστης, ελπί και αγάπη
Και η αγάπη είχε την αγάπη. Όταν εκατέβαινε κάθε Σάββατο από την Μονή της Αναφωνητρίας μέχρι την πόλη και έδινε ελεημοσύνη σε όλους που είχαν, μια μέρα, λέει, χειμωνιάτικη, μόλις είχαν μακρυνθεί από το μοναστήρι, άρχισε βροχή. Του λέει ο πατήρ Νικήτας: «Πάτερ Διονύση, δεν είναι κατάλληλη ημέρα. Να επιστρέψουμε, διότι και θα ταλαιπωρηθούμε και ίσως, λέει, και να αρρωστήσουμε». Του λέει ο Άγιος: «Πάτερ Νικήτα, πίστευε, και πάντα δυνατά τω πιστεύοντι».
Και με τη λέξη αυτή γίνεται μία αόρατη σαν σκέπη απάνω και από τους δυο και ενώ έβρεχε σε όλο τον κόσμο, εκεί που προχωρούσαν ο Άγιος, κρατούσε ο Θεός αυτή τη σκέπη και φτάσανε μέχρι ένα χωριό που λέγεται Καταστάριον.
ονόματι Αλυκές, εκεί που βγαίνει το αλάτι. Εκεί υπάρχει ακόμα αυτή η γέφυρα που σας λέγω. Μόλις λοιπόν είχαν φτάσει στη γέφυρα, γιατί αυτοί ήθελαν να περάσουν για να έρθουν στην πόλη, λόγω της βροχής που έκανε, είχε σκεπάσει τη γέφυρα το νερό.
Ε, λέει, τώρα, Πάτερ μου, ή ψάρια θα γίνουμε ή πουλιά; Πώς θα περάσουμε; Και του λέγει ο Άγιος, άχνη κοίτα, του λέγει, αν δεν έγινες πιστός στο πρώτο θαύμα, να δεις και το δεύτερο για να πιστείς. Και κάνει μια σύντομη προσευχή, και αυτό που σας λέγω είναι μέσα στο ναό αγιογραφημένο.
Και σταύρωσε τα νερά ο Άγιος και, όπως και ο Μωυσής τότε, σταθήκανε δεξιά και αριστερά, έτσι στάθηκαν τα νερά και στο ένα μέρος και στο άλλο, φάνηκε η γέφυρα και πέρασαν. Εδώ να θαυμάσουμε πάλι αρετή του Αγίου, που του είπε: Πάτερ Νικήτα, αυτά που σε αξίωσε ο Θεός να δεις δι' εμού του αμαρτωλού σήμερο, δεν θα τα πεις πριν με καλέσει ο Θεός.
Γιατί φοβόταν, λέει, ότι τον εγωισμό, ο ηγούμενος της Μονής Αναφωνητρίας έκανε αυτό το θαύμα, και βγει και αυτά, και δεν αργεί να μας σηκώνει ο πονηρός και εκεί να μας ρίχνει. Διότι όλο το μυστικό έγκυται εις την κατά Χριστόν ταπεινοφροσύνη, τόσο των ημών των κληρικών όσο και όλων των χριστιανών.
Διότι διαμέσου της ταπεινοφροσύνης γίνεται η σύνδεση του ανθρώπου με το Θεό. Αυτό το λέγει καθαρά ο Θεός: κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται ταπεινοῖς δὲ δίδωσιν χάριν. μαθετε απ εμου, οτι πραος ειμι και ταπεινος τη καρδια, και ευρησετε αναπαυσιν ταις ψυχαις υμων.
Και από τον Ισαΐα πάλι μας φωνάζει και λέει: Εις τίνα να επιβλέψω; Στον πράο, στον ταπεινό και στον τρέμοντα τους λόγους μου. Θαύματα, αδελφοί μου, μια και είχατε την καλοσύνη για να ακούσετε έτσι περιληπτικά, Το Αγίο μας είναι αναρρίθμητα Μέχρι στις ημέρες μας κάνει συνεχώς θαύματα.
Και ένα, το μοναδικό θαύμα, είναι που τόσα χρόνια ο πανδαμάτωρ χρόνος δεν είναι ικανός δια να αποσυνθέσει το σκήνωμα του Αγίου μας. Από το 1622, όπως το είδατε, και θα το κρατάει ο Θεός όσο εκείνος γνωρίζει, για να βλέπουμε ότι ο Θεός τους δοξάζοντας Αυτόν αντιδοξάζει.
Και ενώ η σημερινή τεχνολογία μας παρέχει τα πάντα, εκείνο που υστερεί σήμερο από την κοινωνία μας είναι η αγιότης. Θα ήθελα να παρακαλέσουμε όλοι μας μαζί τον Άγιο να μας φωτίσει όλους μας, να προσφέρουμε στην κοινωνία μας αγίους ανθρώπους, για να ισορροπήσει, για να έρθει όπως ήταν ετότε, που ποιος να άκουγε Ζακυνθινός ότι περιέθαλψε, ότι φιλοξένησε το φονιά του αδερφού του;
Και θα λέγανε: «Μα αυτός ο άνθρωπος δεν έχει αίμα μέσα του;» Δεν έχει αδερφικό αίμα; Να του σκοτώσει τον αδερφό του και να μην τον παραδώσει; Όχι βέβαια να τον σκοτώσει, θα λέγανε, να τον παραδώσει έστω και να τιμωρηθεί.
Όχι, η αγάπη του και η αγάπη στην ψυχή του δολοφόνου δεν επέτρεψε στον Άγιο ούτε αυτή τη μικρά ταλαιπωρία να περάσει ο φονιάς του. Αυτός είναι ο Χριστός, αυτή είναι η δασκαλία. Και μακάριοι εκείνοι που έχουν αυτιά πνευματικά και ακολουθούν αυτή τη δασκαλία.
Εύχομαι, διά πρεσβειών του Αγίου Διονυσίου, να μας αξιώσει ο Θεός να ακολουθήσουμε τον Άγιο Διονύσιο, που έχει και ένα επίθετο: ο Άγιος της Συγνώμης. Να είναι βοήθειά σας και σε εσάς και σε οικογένειά σας και ο Άγιος να μας εμπνέει αυτό το οποίο θέλει ο Χριστός. Αμήν.
Κείμενο αγγλικής αφήγησηςEN · 56 παράγραφοι
With the blessing of Saint Dionysios, since you are visiting our island today, let me tell you about the feast we are celebrating: the transfer of our Saint’s holy relics from Strofades Monastery to Zakynthos in 1703.
I would like to begin with 1703, before giving you a brief account of the life of our Saint. Saint Dionysios was born here on Zakynthos, but his parents were not from the island—or even from Greece. His father, Mokios, came from Normandy, and his mother, Paulina, came from Italy. They came to Zakynthos, settled here, became Orthodox Christians, and had three children: the future Saint Dionysios, whose baptismal name was Draganigos; his brother Konstantinos; and his sister Sigoura. They belonged to a prominent family, whose descendants still live on the island.
The Saint was born in 1547. At nineteen, as I told you earlier, he went to Strofades Monastery. Even as a young man, his life showed such virtue that, according to his biography, he surpassed the other fathers of the monastery. Let me give you two examples.
When the service was over, after the meal and Compline, the monks would go to rest. But the Saint would leave the monastery and go into the forest, to a cave that is still there at Strofades. He would pray until the wooden sounding board was struck to call the monks to Matins (Orthros).
And he went out in a wondrous way. Strofades Monastery is like a fortress, with a gate and three doors: the first, the second, and the third. As soon as the Saint knelt and prayed, all three doors opened.
He would go into the forest. Once he was outside, he prayed again, and the doors closed. After spending almost the whole night praying in the cave, he would return from the forest, and the doors would open again.
The abbot’s quarters are directly above the monastery gate. One night, the abbot heard the noise and looked out. He saw the novice monk Draganikos praying: the doors opened, he came in, and when he prayed again, they closed. The abbot understood that this was a man of virtue.
But he told no one, so as not to stir up the very thing monastic life in Christ struggles against: pride.
He did, however, keep this in mind when the time came to tonsure him as a monk.
He would give him the monastic tonsure and ordain him first a hierodeacon, then a hieromonk. So he said to him, “Draganiko, I will tonsure you as a monk and give you the name Daniel.” The Saint accepted and took the name Daniel. He was then ordained a hierodeacon and, later, a hieromonk.
Our Saint’s intention was to go on pilgrimage to the Holy Land.
He left Strofades Monastery, went to Zakynthos, and reached Athens. At that time, the Archbishop of Athens was a man named Nikanor.
They were delayed a little in Athens, so they said, “Let us visit the Archbishop and receive his blessing.” When the Archbishop met the Saint and spoke with him, he saw his virtue and addressed him as “Father Daniel.” The account then turns to Aegina, where Saint Nektarios is. Across from the monastery there is a church dedicated to our Saint, with his icon there.
There is also a stone seat from which he taught the people of Aegina. “Become their bishop,” the Archbishop told him. “The people of Aegina have no bishop.”
He said, “Your Beatitude, I did not come to become a bishop. I came simply to receive your blessing, go to Jerusalem to venerate the Holy Places, and then return to the monastery where I began my monastic life.” But the other replied, “That is why I insist. Your coming here was not arranged by human means; it is from God. Do not resist God’s will.” Despite the Saint’s objections, he accepted and was ordained in the chapel of Saint Eleutherios.
Our Saint was ordained at the Church of Saint Eleutherios, beside the Metropolitan Cathedral of Athens. At his ordination, he was given the name Dionysios in place of Daniel, after Saint Dionysios the Areopagite, the patron saint of Athens.
He stayed in Aegina for three to three and a half years. He taught and truly lived in Christ. Then, by God’s providence, he resigned of his own accord as bishop. He came to Zakynthos and served simply as a parish priest at a small church called Saint Nicholas, near where the ferry docks.
There is a display case there with his bishop’s vestments. But he did not stay there long either, about a year, I think. He left for the monastery of the Most Holy Theotokos (All-Holy) Anafonitria.
He served as abbot there for thirty to thirty-two years.
And now I will tell you about a deeply moving event that, of course, we all know.
But I do not know how fully we put its lesson into practice.
One morning, after the service, the Saint heard someone knocking insistently downstairs.
Someone kept knocking insistently at the monastery. Then the Saint heard gunshots, shouting, and horses galloping. He went down, opened the door, and what did he see? A man, shaken and frightened, covered in blood. “What’s happened to you, my child?” he asked. “Father, for God’s sake, I place myself in your hands. For three days I haven’t slept or eaten. I’ve been running from mountain to mountain.”
“They are chasing me to kill me, because I killed a nobleman,” the man said. “Which nobleman?” the Saint asked. “Kostas,” he replied. I forgot to tell you: our Saint’s family name was Sigouros.
“Sigouros?” he asks. “Yes.” “What did he do to you?” “Nothing,” the man says. “They paid me, and I slaughtered him.” The Saint saw that the man was covered in blood. Martzokis wrote a poem about this, including a four-line verse. When the Saint learned that the man had killed his brother, and that the blood on his hands and clothes was his brother’s, he wept, deeply moved. As the verse says, “The Saint’s tears fell upon the bloodstained hand.”
In those verses, the blood and tears of the two brothers mingle. The hand that had parted them for a while now brings them together. The man asked, “Father, why are you crying?” “Ah, poor soul,” the Saint replied, “what a bitter cup you have brought me to drink so early in the morning.”
The man pleaded with him: “Please hide me. Don’t give me away, or they’ll kill me.” The Saint told him, “My child, I can hide you from people.” But the man did not yet understand that he could not hide from God.
The Saint took him into his room, what we call his cell, and gave the hungry man whatever food he had. A monk named Nikitas heard their conversation. By then, the Saint’s relatives and the guards were approaching to arrest the murderer.
“Did you see, Father Dionysios, what divine justice has done? With all of Zakynthos, all its villages, ravines, and monasteries, couldn’t the murderer have found somewhere to hide? Instead, he was brought straight into your hands. I heard he killed your brother, though your brother had done him no harm. He had even given him money. If you let him go and do not hand him over, people will keep giving him money, Father, and he will keep killing.” But now let us all listen to what follows, myself first, and learn to avoid such thinking.
This is what the Saint said to his disciple Nikitas about the murderer: “My child, my brother is dead. If I hand this man over and they kill him in their anger, will my brother come back to life?”
“No,” Nikitas answered. “Then what would I gain by handing over an unrepentant soul to suffer eternally in Hades?” That is the heart of it. Christ spoke within our Saint’s heart. Saint Dionysios could not have thought of such words at that moment unless he had been filled with the Holy Spirit and with Christ.
He loved the murderer’s soul even more than the natural love he bore his own brother. Allow me a brief comment: humanity has come to grief today because we do not love people for the sake of their souls. We love them only according to the flesh.
That is where we have gone wrong. Enlightened at that moment by the Holy Spirit, the Saint said, “No, I will not hand him over.”
“Even though he has brought me this bitter cup to drink, I want to save him, both in body and in soul.” So the Saint went downstairs. What I am describing is shown in a fresco in the church. His brother’s son, the Saint’s nephew, was there. He fell into his uncle’s arms and cried, “Uncle, they have killed my father!”
“The murderer must be hiding in here,” the nephew said, “because he was running along the path to the monastery.” “No, my children,” the Saint replied, “I have not seen him.”
With those words he shielded the murderer. We might call it a lie, but it was the confidentiality of what had been confessed to a priest. To turn them away, the account of his life says, he told them, “I heard a noise across the ravine. Run over there!” He wanted to keep them from coming inside, where they would have caught and killed the man.
Then came the second part of the story. The Saint returned to the murderer and asked, “My child, do you know how the man you killed is related to me?” The murderer could hardly have imagined that his victim was the brother of the man who had taken him in.
“No,” he answered. “You should know that he is my brother.” Imagine what went through the murderer’s mind: “His brother, and he has welcomed me? His brother, and he is protecting me? Or is he going to kill me?” The Saint saw his fear and said, “My child, do not be afraid. It was in my power to betray you. If I had wanted to betray you, I would have done so already, and you would not be alive now.”
“I want to ask one favor of you,” he said. He spoke to the man about the evil he had done and asked whether he could bring back the life he had taken. Of course he could not. The Saint instructed him in this way and truly brought him to metanoia, to repentance.
The murderer was astonished by the Saint’s freedom from resentment, his love, and his forgiveness. “Tell me, Father, what should I do?” he asked. The Saint replied, “My child, just as I have forgiven you, ask God to forgive you.” He gave the man clean clothes in place of his bloodstained ones, gave him money, and helped him escape by boat from Panagia Anafonitria Monastery.
We know from tradition what happened afterward. These things had been written down, but the records at Strofades Monastery have been lost. The man went by boat to Strofades Monastery, where the Saint himself later went and stayed. The Saint’s tomb is there, because he had left instructions about his burial. He reposed here in Zakynthos in 1622, and his feast day is December 17.
His instruction was, “I want you to bury me at the monastery where I began my monastic life.” And so Saint Dionysios’s tomb is in that monastery, in the chapel of Saint George.
Shortly before his death, the murderer revealed what had happened. He said, “I killed the brother of the abbot of Anafonitria Monastery, and the abbot sheltered me,” just as I told you earlier. Our Saint showed what the Apostle Paul says: “Three remain: faith, hope, and love.”
And he had love, too. Every Saturday he would go down from the Monastery of the Anaphonitria to the town and give alms to everyone in need. One winter’s day, they had barely left the monastery when it began to rain. Father Nikitas said to him, “Father Dionysios, this is no day to travel. Let’s turn back. We’ll have a hard time, and we might even fall ill.” The Saint replied, “Father Nikitas, believe. All things are possible for the one who believes.”
And at that word, something like an invisible covering appeared over the two of them. Rain was falling everywhere, yet as the Saint and his companion walked on, God kept that covering over them until they reached a village called Katastari.
They came to the place called Alykes, where salt is produced. The bridge I have been telling you about is still there. When they reached it, they needed to cross to get to town, but the heavy rain had covered the bridge with water.
Father, are we going to turn into fish or birds? How will we get across? The Saint said to him, “If the first miracle did not convince you, watch the second, and believe.” Then he said a short prayer. The scene I am describing is painted on the wall of the church.
The Saint made the sign of the Cross over the water. Just as in the days of Moses, the waters stood to the right and to the left. The bridge appeared, and they crossed. Here, too, we should marvel at the Saint’s virtue. He told Father Nikitas, “What God counted you worthy to see today through me, a sinner, you must tell no one until God calls me to Him.”
He feared pride. If word spread that the abbot of Panagia Anafonitria Monastery had worked this miracle, the evil one could quickly lift him up with pride and then bring him down. The whole secret lies in humility in Christ, for us clergy and for all Christians.
For through humility, a person is united with God. God says this plainly: “God resists the proud, but gives grace to the humble.” And: “Learn from Me, for I am gentle and humble in heart, and you will find rest for your souls.”
Through Isaiah, God calls to us again: “To whom shall I look? To the gentle and humble person who trembles at My words.” My brothers and sisters, you have kindly listened to this brief account, but the miracles of our Saint are countless. He continues to work miracles to this day.
And one extraordinary miracle is that all these years, time, which overcomes everything, has been unable to cause our Saint’s body to decay. It has remained so since 1622, as you have seen, and God will preserve it for as long as He knows is right, so that we may see that God glorifies those who glorify Him.
Today, technology provides us with so much, but what our society lacks is holiness. I would ask that we all pray to the Saint to enlighten us, so that we may bring holy people into our society and help it find its balance. Think of those days: who in Zakynthos could have imagined hearing that a man had sheltered and welcomed his brother’s murderer?
People would have said, “Does this man have no blood in his veins? Does he feel nothing for his brother? His brother was killed, and he will not hand over the murderer?” They might not have called for the man’s death, but surely they would have wanted him handed over to be punished.
But the Saint’s love and his concern for the murderer’s soul would not let him put that man through even that hardship. This is Christ; this is His teaching. Blessed are those with ears to hear spiritually, who follow this teaching.
I pray that, through the intercessions of Saint Dionysios, God may count us worthy to follow his example. He is also called the Saint of Forgiveness. May he help you and your families, and may he inspire us to do what Christ desires. Amen.